Ξυλοπόδαρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άτομα που κάνουν χρήση ξυλοπόδαρων

Τα ξυλοπόδαρα, σε παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας γνωστά και ως κωλόβαθρα και κωλοβαθριστής αντίστοιχα,[1][2][3] είναι πάσσαλοι, δοκοί ή τεχνητές προσθήκες που προσαρμόζονται στα πόδια των ανθρώπων και τους επιτρέπουν να βαδίζουν πιο ψηλά από το έδαφος. Δεν αποτελούνται απαραίτητα από ξύλο πάντα, αλλά η συστατική λέξη του ξύλου έχει επικρατήσει.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικές χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρήση των ξυλοπόδαρων διαπιστώνεται σε διαφορετικές ιστορικές εποχές με διαφορετικές εφαρμογές, και ήταν υπαρκτή ήδη από την αρχαιότητα κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Ελλάδα, όπου τα γνωστά ως κωλόβαθρα αποτελούνταν από το κῶλον το οποίο ήταν το άκρο/πόδι και το βάθρον η βάση του άκρου.[4][5] Στην σύγχρονη εποχή, η λέξη χρησιμοποιείται ως η ετυμολογική ρίζα για την πάθηση της κωλοβαθιστροφοβίας[3] ή κουλροφοβίας (φόβος των κλόουν).[6]

Στο Βέλγιο υπήρχε παράδοση κατά τον Μεσαίωνα ως προς την μάχη επί ξυλοπόδαρων, κάτι που διατηρήθηκε και αργότερα ως παράδοση,[7] ενώ οι πρακτικές χρήσεις των ξυλοπόδαρων χρησίμευαν για την διέλευση βαλτωδών εκτάσεων.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλέον συνήθης σύγχρονη χρήση ξυλοπόδαρων είναι για ψυχαγωγικούς σκοπούς όπως το τσίρκο ή προσωπικό χόμπι, και σπανιότερα για επαγγελματική χρήση κατά την διάρκεια εργατικών εργασιών.

Από ιατρική σκοπιά, παρόμοια χρήση χωρίς όμως να διατυπώνεται ως ξυλοπόδαρα, γίνεται από άτομα τα οποία αντιμετωπίζουν έλλειψη των κάτω άκρων τους και κάνουν χρήση ειδικών προσθηκών για την αναπλήρωση των ποδιών για βιοποριστικούς ή και για αθλητικούς λόγους όπως κατά τον αθλητή του στίβου Όσκαρ Πιστόριους.

Φωτογραφικό υλικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «κωλόβαθρον - Dictionary». end.translatum.gr. http://end.translatum.gr/wiki/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF%CE%BD. Ανακτήθηκε στις 2016-10-15. 
  2. «Bailly, Dictionnaire Grec - Francais». archive.org. 1935. https://archive.org/stream/BaillyDictionnaireGrecFrancais/Bailly_DictionnaireGrecFrancais#page/n1157/mode/1up. Ανακτήθηκε στις 2016-10-15. 
  3. 3,0 3,1 «Κωλοβαθριστοφοβία... - ThinkFree». ThinkFree. 2013-06-25. http://www.thinkfree.gr/%CE%BA%CF%89%CE%BB%CE%BF%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AF%CE%B1/?doing_wp_cron=1476490012.6323950290679931640625. Ανακτήθηκε στις 2016-10-15. 
  4. κῶλον, Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon, on Perseus
  5. βάθρον, Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon, on Perseus
  6. «the definition of coulrophobia». Dictionary.com. http://www.dictionary.com/browse/coulrophobia. Ανακτήθηκε στις 2016-10-15. 
  7. Les échasseurs namurois. "Stilt walkers of Namur : fights on stilts". echasseurs.org.