Νομική πλάνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο όρος νομική πλάνη είναι νομικός όρος που απαντά στον κλάδο του Ποινικού Δικαίου.

Νομική πλάνη είναι η άγνοια του αξιοποίνου της πράξεως από εκείνον που την τελεί. Με άλλα λόγια, νομική πλάνη υφίσταται όταν ο δράστης αγνοεί τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως την οποία τελεί.

Άγνοια Νόμου δεν επιτρέπεται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά γενική αρχή του δικαίου, "άγνοια νόμου δεν επιτρέπεται". Συνεπώς, ο δράστης αδίκων πράξεων δεν είναι δυνατό να απαλλαγεί από την ποινή προβάλλοντας απλώς τον ισχυρισμό ότι δεν ήξερε ότι αυτό που έκανε απαγορεύεται. Γι' αυτό άλλωστε και το άρθρο 31 παράγραφος 1 του ΠΚ ορίζει ότι "μόνη η άγνοια του αξιοποίνου δεν αρκεί για να αποκλείσει τον καταλογισμό".

Η νομική πλάνη ως λόγος άρσεως του καταλογισμού (κατ' εξαίρεση)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως, κατά το άρθρο 31 παράγραφος 2 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, η άδικη πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν "συγγνωστή" (δηλαδή συγχωρήσιμη). Υπό αυτές τις δύο προϋποθέσεις δηλαδή α)να πίστεψε ο δράστης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη , β)η πλάνη του να ήταν συγγνωστή, η νομική πλάνη ανάγεται σε λόγο άρσεως του καταλογισμού της πράξεως, οπότε θεωρείται ότι ο δράστης δεν ενέργησε έχοντας δόλο ή αμέλεια και απαλλάσσεται από την κατηγορία.

Ενδεικτική νομολογία του Αρείου Πάγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά με τη νομική πλάνη ο Άρειος Πάγος, το ανώτατο ποινικό δικαστήριο της χώρας, έχει νομολογήσει τα ακόλουθα : " 1. Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ, προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Περίπτωση νομικής πλάνης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως συντρέχει και όταν ο δράστης κατά πλάνη με τα γνωστά σε αυτόν περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως σχηματίζει αντίληψη που περιέχει πλάνη αναφορικά με τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και με πίστη στην αντίληψή του αυτή ενεργεί. Η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, όχι μόνον όταν αγνοεί, αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε".

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Απόφαση 2038/2009 Αρείου Πάγου στον ιστότοπο areiospagos.gr