Λίμπιντο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το λίμπιντο (ή σεξουαλική ορμή) είναι η γενική σεξουαλική κίνηση του ατόμου ή η επιθυμία για σεξουαλική δραστηριότητα. Το λίμπιντο επηρεάζεται από βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Βιολογικά, οι ορμόνες φύλου και οι σχετιζόμενοι νευροδιαβιβαστές ρυθμίζουν τη λίμπιντο στους ανθρώπους. Οι κοινωνικοί παράγοντες, όπως η εργασία και η οικογένεια, και οι εσωτερικοί ψυχολογικοί παράγοντες, όπως η προσωπικότητα και το στρες, μπορούν να επηρεάσουν τη λίμπιντο. Το λίμπιντο μπορεί επίσης να επηρεαστεί από ιατρικές παθήσεις, φάρμακα, τρόπους ζωής και σχέσεις και ηλικία (π.χ. εφηβεία). Ένα άτομο που έχει εξαιρετικά συχνή ή ξαφνικά αυξημένη σεξουαλική ορμή μπορεί να βιώνει υπερσεξουαλικότητα, ενώ η αντίθετη προϋπόθεση είναι η υποθετικότητα.

Ένα άτομο μπορεί να έχει μια επιθυμία για συνουσία, αλλά δεν έχει την ευκαιρία να ενεργήσει για αυτή την επιθυμία, ίσως για προσωπικούς, ηθικούς ή θρησκευτικούς λόγους. Ψυχολογικά, η ώθηση ενός ατόμου μπορεί να κατασταλεί ή να εξαλειφθεί. Από την άλλη πλευρά, ένα άτομο μπορεί να έχει σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς μια πραγματική επιθυμία γι 'αυτό. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την ανθρώπινη σεξουαλική ορμή, συμπεριλαμβανομένου του άγχους, της υγείας, της εγκυμοσύνης και άλλων. Μια έρευνα του 2001 διαπίστωσε ότι, κατά μέσο όρο, οι άντρες έχουν μεγαλύτερη επιθυμία για συνουσία από τις γυναίκες.[1]

Οι σεξουαλικές επιθυμίες είναι συχνά σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση και διατήρηση στενών σχέσεων στον άνθρωπο. Η έλλειψη ή η απώλεια της σεξουαλικής επιθυμίας μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις σχέσεις. Οι αλλαγές στις σεξουαλικές επιθυμίες οποιουδήποτε παρτενέρ σε μια σεξουαλική σχέση, εάν παραμένουν ανεπίλυτες, μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στη σχέση. Η απιστία ενός παρτενέρ μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι οι μεταβαλλόμενες σεξουαλικές επιθυμίες ενός παρτενέρ δεν μπορούν πλέον να ικανοποιηθούν μέσα στην τρέχουσα σχέση. Προβλήματα μπορεί να προκύψουν από την ανισότητα των σεξουαλικών επιθυμιών μεταξύ των παρτενέρ ή την κακή επικοινωνία μεταξύ των παρτενέρ των σεξουαλικών αναγκών και προτιμήσεων.

Παράγοντες που επηρεάζουν το λίμπιντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδογενείς ενώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λίμπιντο διέπεται κατά κύριο λόγο από τη δραστηριότητα της μεσολομυϊκής οδού της ντοπαμίνης.[2] Κατά συνέπεια, η ντοπαμίνη και τα σχετικά ιχνοστοιχεία (κυρίως φαιναιθυλαμίνη)[3] παίζουν κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο του λίμπιντο.[2]

Άλλοι νευροδιαβιβαστές, νευροπεπτίδια και σεξουαλικές ορμόνες επηρεάζουν τη σεξουαλική ορμή με τη διαμόρφωση της δραστικότητας σε αυτήν την οδό ή με αυτήν τη δράση περιλαμβάνουν:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Roy F. Baumeister, Kathleen R. Catanese, and Kathleen D. Vohs. «Is There a Gender Difference in Strength of Sex Drive? Theoretical Views, Conceptual Distinctions, and a Review of Relevant Evidence». Department of Psychology Case Western Reserve University (Lawrence Erlbaum Associates, Inc.). http://assets.csom.umn.edu/assets/71520.pdf. «All the evidence we have reviewed points toward the conclusion that men desire sex more than women. Although some of the findings were more methodologically rigorous than others, the unanimous convergence across all measures and findings increases confidence. We did not find a single study, on any of nearly a dozen different measures, that found women had a stronger sex drive than men. We think that the combined quantity, quality, diversity, and convergence of the evidence render the conclusion indisputable» 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Romantic love: a mammalian brain system for mate choice». Philos. Trans. R. Soc. Lond. B Biol. Sci. 361 (1476): 2173–86. December 2006. doi:10.1098/rstb.2006.1938. PMID 17118931. «The sex drive evolved to motivate individuals to seek a range of mating partners; attraction evolved to motivate individuals to prefer and pursue specific partners; and attachment evolved to motivate individuals to remain together long enough to complete species-specific parenting duties. These three behavioural repertoires appear to be based on brain systems that are largely distinct yet interrelated, and they interact in specific ways to orchestrate reproduction, using both hormones and monoamines. ... Animal studies indicate that elevated activity of dopaminergic pathways can stimulate a cascade of reactions, including the release of testosterone and oestrogen (Wenkstern et al. 1993; Kawashima &Takagi 1994; Ferrari & Giuliana 1995; Hull et al. 1995, 1997, 2002; Szezypka et al. 1998; Wersinger & Rissman 2000). Likewise, increasing levels of testosterone and oestrogen promote dopamine release ...This positive relationship between elevated activity of central dopamine, elevated sex steroids and elevated sexual arousal and sexual performance (Herbert 1996; Fiorino et al. 1997; Liu et al. 1998; Pfaff 2005) also occurs in humans (Walker et al. 1993; Clayton et al. 2000; Heaton 2000). ... This parental attachment system has been associated with the activity of the neuropeptides, oxytocin (OT) in the nucleus accumbens and arginine vasopressin (AVP) in the ventral pallidum ... The activities of central oxytocin and vasopressin have been associated with both partner preference and attachment behaviours, while dopaminergic pathways have been associated more specifically with partner preference.». 
  3. Miller GM (January 2011). «The emerging role of trace amine-associated receptor 1 in the functional regulation of monoamine transporters and dopaminergic activity». J. Neurochem. 116 (2): 164–176. doi:10.1111/j.1471-4159.2010.07109.x. PMID 21073468. 
  4. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Lichterman.
  5. «Comparing the relative amount of testosterone required to restore sexual arousal, motivation, and performance in male rats». Horm Behav 59 (5): 666–73. May 2011. doi:10.1016/j.yhbeh.2010.09.009. PMID 20920505. 
  6. «Testosterone for low libido in postmenopausal women not taking estrogen». N. Engl. J. Med. 359 (19): 2005–17. November 2008. doi:10.1056/NEJMoa0707302. PMID 18987368. 
  7. Renneboog B (2012). «[Andropause and testosterone deficiency: how to treat in 2012?]». Revue Médicale de Bruxelles 33 (4): 443–9. PMID 23091954. 
  8. DeLamater, J.D.; Sill, M. (2005). «Sexual Desire in Later Life». The Journal of Sex Research 42 (2): 138–149. doi:10.1080/00224490509552267. 
  9. «Sexual desire, sexual arousal and hormonal differences in premenopausal US and Dutch women with and without low sexual desire». Horm. Behav. 59 (5): 772–779. May 2011. doi:10.1016/j.yhbeh.2011.03.013. PMID 21514299. 
  10. «Combined esterified estrogens and methyltestosterone versus esterified estrogens alone in the treatment of loss of sexual interest in surgically menopausal women». Menopause 12 (4): 359–60. 2005. doi:10.1097/01.GME.0000153933.50860.FD. PMID 16037752. 
  11. 11,0 11,1 Ziegler, T. E. (2007). Female sexual motivation during non-fertile periods: a primate phenomenon. Hormones and Behavior, 51(1), 1–2
  12. Simerly, Richard B. (2002-03-27). «Wired for reproduction: organization and development of sexually dimorphic circuits in the mammalian forebrain» (pdf). Annu. Rev. Neurosci. 25: 507–536. doi:10.1146/annurev.neuro.25.112701.142745. PMID 12052919. http://www.healthsystem.virginia.edu/internet/neuroscience/BehavioralNeuroscience/Simerley-EFR-1-4.pdf. Ανακτήθηκε στις 2007-03-07. 
  13. «From ultrasocial to antisocial: a role for oxytocin in the acute reinforcing effects and long-term adverse consequences of drug use?». Br. J. Pharmacol. 154 (2): 358–368. May 2008. doi:10.1038/bjp.2008.132. PMID 18475254. «Recent evidence suggests that popular party drugs such as MDMA and gamma-hydroxybutyrate (GHB) may preferentially activate brain oxytocin systems to produce their characteristic prosocial and prosexual effects. Oxytocin interacts with the mesolimbic dopamine system to facilitate sexual and social behaviour, and this oxytocin-dopamine interaction may also influence the acquisition and expression of drug-seeking behaviour.». 
  14. 14,0 14,1 Clayton AH (July 2010). «The pathophysiology of hypoactive sexual desire disorder in women». Int J Gynaecol Obstet 110 (1): 7–11. doi:10.1016/j.ijgo.2010.02.014. PMID 20434725. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S0020-7292(10)00138-4. 
  15. «Incidence and duration of side effects and those rated as bothersome with selective serotonin reuptake inhibitor treatment for depression: patient report versus physician estimate». The Journal of Clinical Psychiatry 65 (7): 959–65. July 2004. doi:10.4088/JCP.v65n0712. PMID 15291685. http://article.psychiatrist.com/?ContentType=START&ID=10000968. 
  16. «Incidence of sexual side effects in refractory depression during treatment with citalopram or paroxetine». The Journal of Clinical Psychiatry 66 (1): 100–6. January 2005. doi:10.4088/JCP.v66n0114. PMID 15669895. 
  17. Int J Impot Res. 2000 Oct;12 Suppl 4:S26-33.