Καυσόξυλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καυσόξυλα (firewood) είναι η ξυλεία οποιασδήποτε μορφής (πριστής, στρογγυλής ή σχιστής) που προορίζεται για καύση είτε σε τζάκι, φούρνο ή άλλη εστία καύσης (σόμπα).[1] Συνήθως τα καυσόξυλα δεν έχουν υποστεί μηχανική επεξεργασία και περιέχουν τη φλούδα τους (φλοιό). Τυπικά είναι σε μορφή στρογγυλή ή σχετικά κυλινδρική και έχουν μικρό μήκος (25-40cm). Τα καυσόξυλα συνήθως υφίστανται ατελή καύση και πολλές φορές λόγω της υπέρμετρα υψηλής τους υγρασίας, παράγουν καυσαέρια επικίνδυνα και προκαλούν μορφές αιθαλομίχλης στο περιβάλλον, ιδίως το αστικό.[2]

Τα καυσόξυλα μπορεί να απαντώνται είτε ξερά είτε να περιέχουν υγρασία και να είναι χλωρά. Τα δεύτερα δεν είναι τα πιο κατάλληλα για καύση και σχετίζονται με το θέμα της ρύπανσης του αέρα στις μεγάλες πόλεις και την πνιγερή ατμόσφαιρα ειδικά τον χειμώνα[3].

Λεπτά καυσόξυλα στοιβαγμένα δίπλα σε τοίχο κατοικίας
Σχισμένα καυσόξυλα και τσεκούρι για τη σχίση τους

Είδη ξύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι κατάλληλα όλα τα είδη για καύσιμη ύλη. Πολλά περιέχουν δυσάρεστα στην οσμή, εκχυλίσματα. Άλλα είδη είναι κατάλληλα για «προσάναμμα» και άλλα είδη είναι κατάλληλα για την «κυρίως καύση». Η δεύτερη αυτή καύση πρέπει να είναι πολύ αργή. Τα πιο συνηθισμένα στη χώρα μας είδη, κατάλληλα για καυσόξυλα, είναι η δρυς, το πουρνάρι, η ελιά, και η οξιά. Η λευκή δρυς (δένδρο) είναι σίγουρα το πιο διαδεδομένο καυσόξυλο στα Βαλκάνια. Αρκετά καλής ποιότητας καυσόξυλα προέρχονται κι από άλλα είδη, π.χ. αείφυλλα πλατύφυλλα (αριά, κουμαριά, φιλύκι) και άλλα οπωροφόρα δέντρα, λ.χ. μηλιά, κερασιά, αμυγδαλιά. Η χρήση ξύλου ακακίας ή καστανιάς (προερχόμενης από δασικές φυτείες) για καυσόξυλα είναι απολύτως αμφιλεγόμενη.[4]

Τα πεύκα, λόγω του ρετσινιού που περιέχουν, πρέπει να αποφεύγονται σαν κύρια καυσόξυλα, διότι είναι πολύ εύφλεκτα και επικίνδυνα για ανεξέλεγκτη καύση, ιδίως στα τζάκια με ανοιχτή αλλά και κλειστή εστία.

Το ξύλο της δρυός (ειδικά λευκής δρυός) προτιμάται στις περισσότερες των περιπτώσεων, διότι αφενός μεν δίνει ωραία φλόγα, χωρίς προβλήματα και αφετέρου έχει μεγάλη διάρκεια καύσης. Μεγάλο ρόλο παίζει και η διαθεσιμότητα των καυσόξυλων. Στα νησιά συνηθίζεται η ελιά, ενώ στις περιοχές που γειτονεύουν με την οροσειρά της Πίνδου η οξιά συναγωνίζεται τις δρύες. Την τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί κατακόρυφα η εισαγωγή καυσόξυλων ιδίως από τη Βουλγαρία και την Αλβανία.

Αποθήκευση καυσόξυλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δίνεται στην αποθήκευση των καυσόξυλων τόσο στον τρόπο στοίβαξης όσο και στο μέρος της αποθήκευσής τους. Είναι κανόνας ότι τα καλύτερα καυσόξυλα είναι αυτά που έχουν αποθηκευτεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο έτη και έχουν πλήρως ξηραθεί. Τα ξύλα πρέπει να αποθηκεύονται σε στεγασμένο και καλά αεριζόμενο χώρο και η περιεχόμενη υγρασία τους να είναι κάτω από 20%.[5]

Καυσόξυλα και κίνδυνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρέπει να αποφεύγεται η καύση παλιών επίπλων ή παλιών μοριοσανίδων, ινοσανίδων (MDF), κόντρα-πλακέ ή επενδεδυμένων με μελαμίνες προϊόντων, διότι περιέχουν συνθετικά υλικά και χημικές ουσίες που παράγουν τοξικές αναθυμιάσεις και επικίνδυνα καυσαέρια όταν καίγονται.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]