Κατράμι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μικρό δείγμα από κατράμι.

Το κατράμι (pine tar), ή αλλιώς κατράνι (λέξη από την ιταλική: catrame = πίσσα) είναι ένα κολλώδες υγρό, συνήθως με υψηλό ιξώδες, που παράγεται από ανθρακοποίηση απουσία οξυγόνου (δηλ. ανοξικές συνθήκες), ή αλλιώς με καταστρεπτική απόσταξη. Χημικώς, αποτελείται από αρωματικούς υδρογονάνθρακες και ρητινικά οξέα. Είναι μια πολυσύνθετη χημική ουσία που αξιοποιείται από τον άνθρωπο εδώ και πολλούς αιώνες.[1]

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρεται ότι ήταν γνωστό στη Σκανδιναβία[2] από την εποχή του Σιδήρου και χρησιμοποιούνταν τότε σαν συντηρητικό σε ξύλινες κατασκευές, π.χ. σε σκάφη και σαν μονωτικό υλικό σε ξύλινες κατοικίες. Από τη Σουηδία, η χρήση του σαν συντηρητικό διαδόθηκε στη νοτιότερη Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική, ιδίως τον 19ο αιώνα. Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι το κατράμι χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ελλάδα, από τον Ιπποκράτη ως φάρμακο όπως και για πολλές χρήσεις στην ξυλοναυπηγική όπως λ.χ. στις τριήρεις.[3] Επίσης, αναφέρεται ότι ο Ηρόδοτος γνώριζε για τη χρήση του κατραμιού από τη Βαβυλώνα. Επίσης, από επιγραφές και σύντομες αναφορές του Πλίνιου ότι χρησιμοποιούσαν την πίσσα (νοείται κατράμι), η οποία παραγόταν από ξύλο για τη στεγανοποίηση της στέγης και την προστασία πολύ μαλακών λίθων.[4]

Έλληνες Βλάχοι, τον 19ο και αρχές του 20ου αιώνα, εφάρμοζαν μια παραδοσιακή τεχνική για την παραγωγή κατραμιού για ζωτικές εφαρμογές της υπαίθρου.[5] Οι μάστορες που γνώριζαν την παρασκευή του, λέγονταν "κατρανάδες", και στη συνέχεια με ασκιά το κουβαλούσαν και το πουλούσαν σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως για κτηνοτροφικές χρήσεις.

Χαρακτηριστικά και ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι παχύρευστο σχεδόν ελαιώδες υγρό, με κατάμαυρο χρώμα.[6] Εξ’ ου και η φράση «μαύρος σαν κατράμι». Έχει μια μάλλον δυσάρεστη, έντονα χαρακτηριστική μυρωδιά. Πρώτη ύλη για την παραγωγή του είναι το εσωτερικό μέρος, η καρδιά δηλαδή, των γέρικων ρητινούχων πεύκων που ευδοκιμούν σε πετρώδη και ξηρά εδάφη.[7]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κατράμι, ή αλλιώς πίσσα πεύκων, χρησιμοποιείται ευρέως στην κτηνιατρική. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό προϊόν – φάρμακο κατά των μυκήτων και βακτηρίων, τέλειο για αντισηψία. Επίσης πολύ κατάλληλο για την υγιεινή και φροντίδα των οπλών στα άλογα και στα βοοειδή. Xρησιμοποιείται έναντι του κανιβαλισμού των πτηνών.

Σε κατοικίες και στην ναυπηγική χρησιμοποιείται για υγρομονωτικότητα και στεγανότητα. Τα παλιότερα χρόνια, οι άνθρωποι το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο για τη μυκητίαση, το έκζεμα και την ψωρίαση. Μελέτες έχουν αποδείξει τη χρησιμότητά του.[8][9]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]