Καταστροφή στο Τέξας Σίτυ (1947)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ως καταστροφή στο Τέξας Σίτυ (αγγλικά: Texas City disaster) χαρακτηρίζεται βιομηχανικό ατύχημα, το οποίο συνέβη στο λιμάνι του Τέξας Σίτυ στις 16 Απριλίου του 1947. Ήταν το πλέον πολύνεκρο ατύχημα στη βιομηχανία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η έκρηξη που δημιούργησε την καταστροφή ήταν μια από τις μεγαλύτερες μη πυρηνικές εκρήξεις στην ιστορία. Αναφέρεται με τη χρονολογία στην οποία συνέβη, γιατί το 2005 έγινε έκρηξη σε διυλιστήριο της BP, το δεύτερο σε μέγεθος στην Πολιτεία, πάλι στο λιμάνι του Τέξας Σίτυ, με 15 συνολικά νεκρούς και 180 τραυματίες.

Το πλοίο Wilson B. Keene, κατεστραμμένο ύστερα από τη δεύτερη έκρηξη. Παρατηρήστε την επιφάνεια της θάλασσας γύρω από το πλοίο.

Το Τέξας Σίτυ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τέξας Σίτυ

Το Τέξας Σίτυ (Texas City) είναι πόλη στην Κομητεία Γκάλβεστον στην Πολιτεία του Τέξας και βρίσκεται στην ακτή του Κόλπου του Μεξικού. Απέχει από το Γκάλβεστον περίπου 14 μίλια και από το Χιούστον περίπου 40 μίλια. Με καταγεγραμμένο πληθυσμό 45.099 κατοίκων[1] αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πόλη στην Κομητεία Γκάλβεστον. Η περιοχή πρωτοκατοικήθηκε από κτηματίες που έβοσκαν ζώα περί τη δεκαετία του 1830 και ονομάστηκε αρχικά "Shoal Point", όνομα που αποδόθηκε το 1878 και επίσημα με τη δημιουργία ταχυδρομικού γραφείου.[2] Αργότερα, οι ιδρυτές και δημιουργοί του λιμένα, αδελφοί Μάιερς (Myers), την μετονόμασαν σε Τέξας Σίτυ. Σε πόλη αναγορεύτηκε το 1911, αλλά γνώρισε τεράστια ανάπτυξη από το 1940 και ύστερα, λόγω των πετρελαϊκών εγκαταστάσεών του: Το 1940 καταγράφηκαν 5.687 κάτοικοι, ενώ το 1947 ο πληθυσμός είχε σχεδόν τριπλασιαστεί, φθάνοντας τους 16.000 κατοίκους.[3] Το 1941, το Βιβλίο Καταγραφής Λιμένων του Χιούστον κατέταξε το Τέξας Σίτυ ως το τέταρτο λιμάνι της Πολιτείας και το 16ο σε εθνικό επίπεδο, με βάση τον όγκο των διακινουμένων εμπορευμάτων κατά την περίοδο 1938 - 1939, θέση στην οποία αναρριχήθηκε από την 30ή θέση, στην οποία κατατασσόταν το 1936.[4] Την εποχή εκείνη η πόλη διέθετε δύο εργοστάσια χημικών προϊόντων, τρία διυλιστήρια πετρελαίου, ένα χυτήριο κασσιτέρου και πληθώρα δεξαμενών πετρελαίου.[3] Ανάμεσα στις επιχειρήσει αυτές συγκαταλέγονταν οι Carbide and Carbon Chemical Company (η μετέπειτα Union Carbide), Republic Oil Refining Company, Humble Pipe Line, Stone Oil Company, Richardson Refining και Atlantic Pipe Line, οι οποίες χαρακτήριζαν την περιοχή ως έδρα τους. Μεγαλύτερη όλων ήταν η Monsanto, εταιρεία χημικών προϊόντων που, εκείνητην εποχή, απασχολούσε περί τα 600 άτομα, άνδρες και γυναίκες.[4] Οι επιχειρήσεις αυτές προσέφεραν πολλές θέσεις εργασίας με σχετικά υψηλούς μισθούς, γεγονός που προσείλκυσε πολλούς νέους κατοίκους σε αυτήν.[3]

Τα σκάφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλοίο Grandcamp[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστροφή ξεκίνησε στο λιμάνι του Τέξας Σίτυ από το σκάφος Grandcamp. Αρχικά, το πλοίο αυτό ήταν αμερικανικό και έφερε το όνομα Benjamin R. Curtis όταν καθελκύστηκε στο Λος Άντζελες το 1942. Ήταν τύπου "Liberty" και είχε μήκος 133 μέτρα. Το πλοίο τέθηκε σε υπηρεσία ως συνοδευτικό στόλων στον Ειρηνικό Ωκεανό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν ο Πόλεμος τερματίστηκε, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσέφερε το πλοίο στη Γαλλία, προκειμένου να βοηθήσει στην ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση. Το πλοίο μετονομάστηκε σε Grandcamp από το όνομα της νορμανδικής ακτής "Grandcamp-les-bains."[5]


Το πλοίο High Flyer[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από το Grandcamp βρισκόταν αγκυροβολημένο το αμερικανικό φορτηγό High Flyer, στο οποίο είχαν ήδη φορτωθεί 872 τόνοι νιτρικού αμμωνίου και 1.600 τόνοι θειαφιού.[6] Άλλη πηγή αναφέρει 2.000 τόνους θειαφιού και 1.000 τόνους νιτρικού αμμωνίου.[7] Ήταν ίδιου τύπου και διαστάσεων με το Grandcamp.

Η πυρκαϊά στο Grandcamp[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Grandcamp είχε καταπλεύσει στο Τέξας Σίτυ πέντε ημέρες νωρίτερα από το Χιούστον, όπου οι λιμενικές αρχές είχαν απαγορεύσει τη φόρτωση νιτρικού αμμωνίου. Είχε ήδη φορτώσει πυρομαχικά μικρών πυροβόλων από το Βέλγιο και δέματα με σπάγκο, κάποια μηχανήματα (κυρίως διατρητικά), βαμβάκι και καπνό (από την Κούβα), ενώ απέμενε να φορτωθεί ένα μικρό τμήμα της συνολικής ποσότητας νιτρικού αμμωνίου που επρόκειτο να μεταφέρει. Το υλικό αυτό είχε χρησιμοποιηθεί ως υλικό κατασκευής πυρομαχικών και εκρηκτικών κατά τον Πόλεμο, αλλά μετά από αυτόν χρησιμοποιήθηκε ως λίπασμα. Περί τις 8 το πρωί της 16ης Απριλίου 1947, οι εργάτες φόρτωσης άνοιξαν το αμπάρι Νο 4 του πλοίου, προκειμένου να φορτώσουν και το υπόλοιπο νιτρικό αμμώνιο, 2.300 τόνοι του οποίου είχαν ήδη φορτωθεί (περίπου 800 τόνοι βρίσκονταν ήδη στο αμπάρι Νο 4, οι υπόλοιπο βρίσκονταν στο αμπάρι Νο 2). Ήταν ήσυχο πρωινό, με καθαρή ατμόσφαιρα και ουρανό και μια αύρα να δροσίζει την ατμόσφαιρα.[6] Κάποιοι από τους εργάτες φόρτωσης κατέβηκαν στο αμπάρι, προκειμένου να υποδεχτούν τις παλέτες με τους σάκους των περίπου 45 κιλών (100 λιβρών) ο καθένας, ώστε να ολοκληρώσουν τη φόρτωση, η οποία είχε καθυστερήσει τις προηγούμενες ημέρες λόγω ισχυρών βροχοπτώσεων. Λίγο αργότερα, κάποιος από αυτούς αισθάνθηκε την οσμή καπνού στο αμπάρι Νο 4.[5][8] Ψάχνοντας να βρουν από πού προερχόταν ο καπνός, διαπίστωσαν ότι προερχόταν από σημείο στη βάση του αμπαριού, που ήταν ήδη καλυμμένη με στοίβες 7 - 8 σάκων. Μετακίνησαν κάποιους από τους σάκους και είδαν μικρή εστία φωτιάς στο δάπεδο του αμπαριού, κοντά στην καρένα του σκάφους. Δοκίμασαν να τη σβήσουν με μερικές κανάτες νερό και δύο πυροσβεστήρες, που τους έδωσε το πλήρωμα,[6] αλλά η φωτιά δεν υποχωρούσε, αντίθετα έδειχνε να δυναμώνει.[9]

Στις 8:25΄ το πρωί σήμανε η σειρήνα του τερματικού σιδηροδρομικού σταθμού, κάτι που έθεσε τις πυροσβεστικές δυνάμεις σε συναγερμό. Αρχικά στάλθηκαν δύο πυροσβεστικά οχήματα και, λίγο αργότερα, άλλα δύο, αυτή τη φορά από το τμήμα εθελοντών πυροσβεστών της πόλης. Μέχρι όμως να φθάσουν οι πυροσβεστικές δυνάμεις, στον χώρο κάτω από τις καταπακτές του σκάφους είχαν αναπτυχθεί τόσο υψηλές θερμοκρασίες, που ήταν απίθανο το νερό από τις αντλίες να καταφέρει να θέσει υπό έλεγχο τη φωτιά.[9] Παράλληλα, λόγω της ύπαρξης μεγάλης ποσότητας καπνού στον χώρο, δόθηκε εντολή στους φορτοεκφορτωτές να τον εγκαταλείψουν. Παράλληλα, και ενώ ο Λέοναρντ Μπόσγουελ (Leonard Boswell), επικεφαλής της πυροσβεστικής δύναμης, συσκεπτόταν με τον Πίτερ Σάντερμαν (Peter Suderman), επικεφαλής της φόρτωσης σχετικά με το πώς έπρεπε να δράσουν, εμφανίστηκε ο πλοίαρχος του σκάφους και δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την κατάσβεση της πυρκαϊάς με χρήση νερού, γιατί κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε το φορτίο. Αντίθετα, επέλεξε να κλείσει τις καταπακτές όσο καλύτερα μπορούσε και να τις καλύψει με μουσαμάδες, προσπαθώντας έτσι να καταπνίξει τη φωτιά, ενώ ταυτόχρονα έθεσε σε λειτουργία το σύστημα πυρόσβεσης με ατμό.[6] Στο μεταξύ, οι επικοινωνίες ήταν δύσκολες, καθώς οι χειριστές του τηλεφωνικού δικτύου βρίσκονταν σε απεργία. Παρόλ' αυτά, ο Σάντερμαν κατάφερε να επικοινωνήσει πρώτα με τον πυροσβεστικό σταθμό της πόλης και στη συνέχεια με τον αντίστοιχο στο Γκάλβεστον, απ' όπου ζήτησε την αποστολή πυροσβεστικού σκάφους. Ο πλοίαρχος του σκάφους, γνωρίζοντας τι περιείχε το αμπάρι Νο 5, έδωσε εντολή στους φορτοεκφορτωτές που είχαν εγκαταλείψει το αμπάρι Νο 4, να απομακρύνουν τα κιβώτια των πυρομαχικών, εργασία καθόλου εύκολη, καθώς υπήρχαν συνολικά 16 κιβώτια πυρομαχικών, βάρους 150 λιβρών (περίπου 70 κιλών) το καθένα. Οι εργάτες κατόρθωσαν να απομακρύνουν τρία από αυτά τα κιβώτια, πριν λάβουν τη διαταγή να εγκαταλείψουν και αυτό το αμπάρι. Στο μεταξύ, η πρωινή βάρδια του πληρώματος άρχισε να εγκαταλείπει το σκάφος, γνωρίζοντας ότι 13 κιβώτια πυρομαχικών παρέμεναν στο αμπάρι 5, το οποίο διαχωριζόταν από το Νο 4 με ατσάλινο χώρισμα πάχους 5/16 ιντσών, φοβούμενοι την έκρηξή τους.[9]

Η πρώτη έκρηξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περί τις 08:30΄ η πίεση από το σύστημα ατμού που διοχετευόταν στο αμπάρι Νο 4, απασφάλισε και εκτίναξε τις καταπακτές του αμπαριού, απ' όπου βγήκε μια παχιά στήλη καπνού σε πορτοκαλί χρώμα (χαρακτηριστικό χρώμα του διοξειδίου του αζώτου, ΝΟ2), γεγονός που, μαζί με τις σειρήνες, προσείλκυσε πολλούς θεατές, αρκετές εκατοντάδες από τους οποίους βρέθηκαν περί τα 100 - 150 μέτρα από την πλώρη του πλοίου. Στην πυρκαϊά κατέφθασαν άλλα τέσσερα οχήματα της εθελοντικής πυροσβεστικής υπηρεσίας καθώς και δυνάμεις πυρόσβεσης από το διυλιστήριο της "Republic Oil Refining Company" και άρχισαν να καταιονίζουν το φλεγόμενο πλοίο με νερό. Φωτογραφία που λήφθηκε περί τις 08:45΄ δείχνει τον πίδακα νερού που εκτοξεύεται από τον πυροσβεστικό σωλήνα να ατμοποιείται μόλις έρχεται σε επαφή με το σκάφος.[6] Αυτό που δεν γνώριζαν οι περισσότεροι, του πλοιάρχου συμπεριλαμβανομένου, είναι ότι το νιτρικό αμμώνιο δεν χρειάζεται ατμοσφαιρικό οξυγόνο για την ανάφλεξη (και συνακόλουθη έκρηξή του), καθώς θερμαινόμενο αποσυντίθεται παράγοντας (και) οξυγόνο, σύμφωνα με την αντίδραση:

2NH4NO3 → 2N2 + O2 + 4H2O

Η ενέργεια του πλοιάρχου, συνεπώς, να χρησιμοποιήσει το σύστημα πυρόσβεσης με ατμό δεν προσέφερε απολύτως τίποτα στην όλη κατάσταση. Επιπλέον, χωρίς αυτό να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί πλήρως, είναι πιθανόν να διέρρευσε το πετρέλαιο από τις δεξαμενές του σκάφους, καθώς βρίσκονταν μεταξύ των αμπαριών 3 και 4, γεγονός που συνέβαλε στην επέκταση της πυρκαϊάς.[9]

Κατεστραμμένο πενταώροφο εργοστάσιο ελαστικού κοντά στον προβλήτα Νο 1

Στις 9:12΄ το νιτρικό αμμώνιο έφθασε το κατώφλιο θερμοκρασίας και πίεσης ώστε να εκραγεί. Το Grandcamp εξερράγη, προκαλώντας τεράστια καταστροφή στο λιμάνι και τις πέριξ αυτού περιοχές. Η έκρηξη ήταν τόσο σφοδρή, ώστε ακούστηκε σε απόσταση περί τα 150 μίλια (240 km), ένα τεράστιο μανιτάρι καπνού υψώθηκε 600 μ. πάνω από το λιμάνι[10], ενώ δύο μικρά αεροσκάφη που περνούσαν πάνω από το λιμάνι τη στιγμή της έκρηξης καταστράφηκαν, λόγω αλλοιώσεων στις πτέρυγές τους.[11] Περίπου 1.00 κατοικίες ισοπεδώθηκαν, μαζί με το διυλιστήριο της Μονσάντο, την καταστροφή του οποίου ακολούθησε η ανάφλεξη των δεξαμενών πετρελαίου που βρίσκονταν κατά μήκος της ακτής. Τα κουβάρια του σπάγκου, που αποτελούσαν τμήμα του φορτίου του πλοίου μετατράπηκαν σε φλεγόμενες μπάλες, οι οποίες πυρπολούσαν τα σημεία που έπεφταν. Η άγκυρα του πλοίου εκσφενδονίστηκε στην πόλη (σήμερα αποτελεί τμήμα του μνημείου που δημιουργήθηκε για να θυμίζει το ατύχημα και τα θύματά του). Δημιουργήθηκε παλιρροϊκό κύμα ύψους 15 ποδών (4,5 μ.), το οποίο "έσκασε" στον προβλήτα και πλημμύρισε τη γύρω περιοχή. Στο Χιούστον έσπασαν τζάμια σε παράθυρα, ενώ η δόνηση της έκρηξης έγινε αισθητή στη Λουιζιάνα, 250 μίλια μακριά. Εκτός από τα σπίτια που ισοπεδώθηκαν, πολλά ακόμη υπέστησαν ζημιές, καθώς το ωστικό κύμα έσπασε πόρτες και παράθυρα και παρέσυρε τις στέγες τους. Ολική ήταν, επίσης, η απώλεια των αποθηκών που βρίσκονταν στον τερματικό σιδηροδρομικό σταθμό. Κατά συγκυρία, μόνον δύο ακόμη πλοία βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στο λιμάνι του Τέξας Σίτυ, το High Flyer και το Wilson B. Keene, και τα δύο αμερικανικά και ίδιου τύπου με το Grandcamp. Υπολογίστηκε ότι περίπου 5.760 τόνοι ατσαλιού του πλοίου εκσφενδονίστηκαν στον αέρα, ορισμένα κομμάτια μάλιστα με υπερηχητικές ταχύτητες.[9]

Κατεστραμμένα οχήματα σε χώρο στάθμευσης κοντά στην έκρηξη

Η δεύτερη έκρηξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη έκρηξη είχε ως συνέπεια την ανάφλεξη του νικτρικού αμμωνίου που ήταν ήδη φορτωμένο στο παραπλήσια αγκυροβολημένο σκάφος, το High Flyer. Το πλοίο, εκτός από τους 1.000 τόνους νιτρικού αμμωνίου που είχε φορτώσει στο αμπάρι 3, ήταν φορτωμένο και με 2.000 τόνους θείου στα αμπάρια 2 και 4. Το φορτίο αυτό ήταν μεγάλης σημασίας, καθώς είναι γνωστό ότι το νιτρικό αμμώνιο γίνεται περισσότερο πτητικό παρουσία θείου, ενώ και το ίδιο το υλικό αυτό είναι εύφλεκτο. Το High Flyer δεν είχε υποστεί σημαντικές ζημιές από την έκρηξη του Grandcamp, εκτός από τα καλύμματα των αμπαριών και τους κάβους του, οι οποίοι αποκόπηκαν. Το πλοίο άρχισε, με τον τρόπο αυτό, να ολισθαίνει προς το φλεγόμενο σκάφος και ο πλοίαρχος έδωσε διαταγή να σηκώσουν την άγκυρα και να απομακρυνθεί το High Flyer. Ωστόσο, οι προσπάθειες του πληρώματος να σηκώσει την άγκυρα ήταν άκαρπες και τα παραπλέοντα ρυμουλκά δεν κατάφεραν να σύρουν το σκάφος μακριά από τον προβλήτα: Εκτός από την άγκυρα είναι πιθανόν να υπήρχε και εμπόδιο στο κάτω τμήμα του, μεταξύ καρένας και βυθού, με συνέπεια το High Flyer να μη μπορεί να απομακρυνθεί.[7]

Όπως ήταν αναμενόμενο, και το High Flyer εξερράγη, 15 ώρες μετά το Grandcamp, προσθέτοντας δύο ακόμη νεκρούς στον κατάλογο των θυμάτων και προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές στο λιμάνι και τα πέριξ και διαλύοντας το Wilson B. Keene. Μια από τις έλικες του σκάφους βρέθηκε 1 μίλι μακριά από την ακτή και σήμερα αποτελεί, μαζί με την άγκυρα του Grandcamp, τμήμα του μνημείου ανάμνησης της καταστροφής. Η έλικα φέρει ρωγμές σε πολλά σημεία, ενώ ένα μεγάλο μέρος του ενός της πτερυγίου λείπει.[7]

Κατά τη στιγμή της έναρξης της πυρκαϊάς και ως την πρώτη έκρηξη, οι υπάλληλοι του τηλεφωνικού δικτύου βρίσκονταν σε απεργία, με συνέεια ελάχιστες τηλεφωνικές συνδέσεις να βρίσκονται σε λειτουργία στο Τέξας Σίτυ. Όταν οι εργαζόμενοι πληροφορήθηκαν τα συμβάντα, επέστρεψαν όλοι στις εργασίες τους, αλλά η απεργία αυτή είχε ως συνέπεια την αρχική καθυστέρηση του συντονισμού των προσπαθειών διάσωσης.[7] Η αποκατάσταση των τηλεπικοινωνιών είχε ως αποτέλεσμα την άμεση ανταπόκριση όλων όσοι βρίσκονταν κοντά στην περιοχή. Προσωπικό έστειλαν ο Αμερικανικός Στρατός, το Ναυτικό, η Ακτοφυλακή, οι έφεδροι Πεζοναύτες και η Εθνοφυλακή της Πολιτείας, στέλνοντας παράλληλα και ασθενοφόρα και ιατρικό προσωπικό. Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκάλβεστον έστειλε γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό και φοιτητές της Σχολής, ενώ οι Υπηρεσίες Πυρόσβεσης από το Γκάλβεστον, το Χιούστον, το Φορτ Κρόκετ και το Έλλινγκτον Φιλντ κατέφθασαν προκειμένου να βοηθήσουν.[7]

Μετά τις εκρήξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανθρώπινες απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επίσημες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι χάθηκαν 567 ανθρώπινες ζωές,[9] Μεταξύ των απωλειών συγκαταλέγονται όλοι οι ναυτικοί που δεν είχαν εγκαταλείψει το σκάφος πριν αυτό ανατιναχθεί, όλοι, εκτός από έναν, οι 28 πυροσβέστες του εθελοντικού σώματος, που τη στιγμή της έκρηξης προσπαθούσαν να κατασβέσουν την πυρκαϊά, ενώ ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων πιθανόν να είναι μεγαλύτερος, καθώς υπήρχαν ανάμεσά τους ξένοι ναυτικοί, οι οποίοι δεν ανευρέθησαν ή δεν ήταν δυνατόν να ταυτοποιηθούν. Η Britannica αναφέρει ως αριθμό απωλειών από 400 ως 600 νεκρούς και 4.000 τραυματίες.[10]

Η καταστροφή αυτή χαρακτηρίστηκε ως η χειρότερη καταστροφή στη βιομηχανία των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς ήταν αυτή με τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Η ένταση των εκρήξεων και η σύγχυση που επακολούθησε ήταν τέτοια, ώστε, όπως προαναφέθηκε, δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια ο αριθμός νεκρών και τραυματιών. Ο τελικός απολογισμός του Ερυθρού Σταυρού σε συνεργασία με το τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας της Πολιτείας του Τέξας κατέληξαν στην ταυτοποίηση 405 ταυτοποιημένων κα 63 μη ταυτοποιημένων νεκρών. Επιπλέον 100 άτομα χαρακτηρίστηκαν ως "πιθανόν αγνοούμενα", καθώς ποτέ δεν βρέθηκε κάποιο ίχνος τους. Ακόμα λιγότερο ακριβής ήταν ο καθορισμός των τραυματιών, ο οποίος, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, έφθασε τα 3.500 άτομα. Αν και δεν ήταν όλα τα θύματα κάτοικοι του Τέξας Σίτυ, οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν στο 1/4 περίπου του πληθυσμού της πόλης, που τότε ανερχόταν στα 16.000 άτομα.[6]

Υλικές ζημιές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνολικές ζημιές αποτιμήθηκαν στο ποσόν των 100 εκατομ. δολαρίων της εποχής (σημερινά περί τα 700 εκατομ. δολάρια). Στην αποτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνεται η απώλεια περίπου 1,5 εκατομ. βαρελιών αργού πετρελαίου και προϊόντων του, τα οποία κάηκαν (η αξία τους ανερχόταν σε περίπου 500 εκατ. δολάρια της εποχής). Οι υποδομές και οι σωληνώσεις των διυλιστηρίων, μαζί με τις 50 περίπου δεξαμενές αποθήκευσης πετρελαίου, υπέστησαν σημαντικές καταστροφές, οι οποίες έφθασαν ως την ολική απώλεια. Μόνον το διυλιστήριο της Monsanto είχε αξία περίπου 20 εκατ. δολαρίων. Αν και οι εγκαταστάσεις φόρτωσης χύδην φορτίων του λιμανιού δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, το διυλιστήριο της Monsanto ανακατασκευάστηκε σε λιγότερο από ένα χρόνο και η βιομηχανία πετροχημικών επανήλθε γρήγορα στην κανονικότητα.[6]

Το ένα τρίτο των οικιών της πόλης είτε καταστράφηκαν είτε υπέστησαν σημαντικές ζημιές, αφήνοντας περί τα 2.000 άτομα άστεγα, επιδεινώνοντας έτσι το ήδη σοβαρό μεταπολεμικό πρόβλημα της έλλειψης κατοικιών. Χρειάστηκε διάστημα έξι μηνών για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων οικιών και την επιστροφή των κατοίκων τους. Αυτό που δεν μπορούσε να διορθωθεί ποτέ ήταν η θλίψη και το ζοφερό μέλλον που αντιμετώπιζαν περί τις 800 χήρες, παιδιά και εξαρτώμενοι γονείς.[6]

Η άγκυρα του Grandcamp, τμήμα του αναμνηστικού του ατυχήματος μνημείου

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]