Καστέλ Νουόβο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καστέλ Νουόβο
Naples-Castel Nuovo.jpg
Είδοςκάστρο
ΑρχιτεκτονικήΓοτθική τέχνη
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°50′18″N 14°15′12″E
Διοικητική υπαγωγήΝάπολη
ΧώραΙταλία
Έναρξη κατασκευής1282
ΙδιοκτήτηςΚάρολος Α΄ της Σικελίας
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Το Νέο Κάστρο (ιταλ.: Castel Nuova), αποκαλείται και Μάσκιο Αντζιόινο (Maschio Angioino, διαμονή των Aνζού), είναι ένα μεσαιωνικό κάστρο, που βρίσκεται μπροστά από την Πιάτσα Μουνισίπιο και το δημαρχείο (Παλάτσο Σαν Τζιάκομο) στο κέντρο της Νάπολης, στην Καμπανία της Ιταλίας. Η γραφική του τοποθεσία και το επιβλητικό του μέγεθος κάνουν το κάστρο, που ανεγέρθηκε για πρώτη φορά το 1279, ένα από τα κύρια αρχιτεκτονικά ορόσημα της πόλης. Ήταν μία βασιλική έδρα για τους βασιλείς της Νάπολης, της Αραγόνας και της Ισπανίας μέχρι το 1815.

Είναι η έδρα της Ναπολιτανικής Εταιρείας Ιστορίας της Πατρίδας και της Επιτροπής της Νάπολης του Ινστιτούτου για την Ιστορία της Ιταλικής Ένωσης. Στο συγκρότημα υπάρχει επίσης το αστικό μουσείο, το οποίο περιλαμβάνει το Παλατινό παρεκκλήσιο και τα μουσειακά μονοπάτια στον πρώτο και δεύτερο όροφο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυναστεία των Καπετιδών-Ανζού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατασκευή του πρώην πυρήνα του -σήμερα επανεμφανίστηκε εν μέρει μετά από εργασίες αποκατάστασης και αρχαιολογικής εξερεύνησης- οφείλεται στην πρωτοβουλία του Καρόλου Α' των Καπετιδών-Ανζού, ο οποίος το 1266 νίκησε τους Χοενστάουφεν, ανέβηκε στον θρόνο του βασιλείου της Σικελίας και καθιέρωσε τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Παλέρμο στη Νάπολη.

Η παρουσία μίας εξωτερικής (Γαλλικής) μοναρχίας είχε θέσει την πολεοδομία της Νάπολης γύρω από το κέντρο της βασιλικής εξουσίας, αποτελώντας έναν εναλλακτικό αστικό πυρήνα, που σχηματιζόταν από το λιμάνι και από τα δύο κύρια κάστρα δίπλα του, το Καστέλ Καπουάνο και το Καστέλ ντελ'Όβο. Αυτή η σχέση μεταξύ της βασιλικής Αυλής και της πολεοδομίας είχε ήδη εκδηλωθεί με τον Φρειδερίκο Β΄ της Γερμανίας (Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), ο οποίος τον 13ο αι. στο καταστατικό της Σουηβίας είχε επικεντρώσει μεγαλύτερη προσοχή στα κάστρα, παραμελώντας τα τείχη της πόλης. Στα δύο υπάρχοντα κάστρα οι Aνζού (Ανδεγαυοί) πρόσθεσαν το κύριο, το Καστέλ Νουόβο (Chastiau neuf), το οποίο δεν ήταν απλώς μία οχύρωση, αλλά επάνω από όλα το υπέροχο παλάτι του.

Η βασιλική κατοικία της Νάπολης ήταν μέχρι τότε το Καστέλ Καπουάνο, αλλά το Νορμανδικό αρχαίο φρούριο κρίθηκε ανεπαρκές για τη λειτουργία και ο βασιλιάς ήθελε να κτίσει ένα νέο κάστρο κοντά στη θάλασσα.

Το έργο σχεδιάστηκε από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Πιερ ντε Σωλνέ, και η κατασκευή του Castrum Novum ξεκίνησε το 1279, για να ολοκληρωθεί μόλις τρία χρόνια αργότερα, δηλ. σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνικές κατασκευής της περιόδου και το συνολικό μέγεθος του έργου. Ωστόσο ο βασιλιάς δεν έζησε ποτέ εκεί: μετά την Εξέγερση των Σικελικών Εσπερινών, που κόστισε στον Οίκο των Καπετιδών-Ανζού το στέμμα της Σικελίας, η οποία κατακτήθηκε από τον Πέτρο Γ΄ της Αραγωνίας και μετά από άλλα γεγονότα, το νέο παλάτι παρέμεινε αχρησιμοποίητο μέχρι το 1285, το έτος του τέλους του Καρόλου Α΄.

Βασίλειο της Νάπολης: κυριαρχία της δυναστείας των Καπετιδών-Ανζού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νέος βασιλιάς Κάρολος Β΄ της Νάπολης μετακόμισε με την οικογένειά του και την Αυλή στη νέα κατοικία, την οποία διεύρυνε και κόσμησε. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η Αγία Έδρα συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Οίκο των Καπετιδών-Ανζού, σε μία ταραχώδη σχέση, η οποία τα επόμενα χρόνια θα σημαδευτεί από πιέσεις, συμμαχίες και συνεχείς ρήξεις. Στις 13 Δεκεμβρίου 1294 η κεντρική αίθουσα του Καστέλ Νουόβο ήταν η σκηνή της περίφημης παραίτησης τού πάπα Σελεστίνου Ε΄ (του ερημίτη Pietro da Morrone) από τον παπικό θρόνο, που αποκάλεσε ο Ντάντε Αλιγκέρι τη μεγάλη άρνηση, και την επόμενη 24 Δεκεμβρίου στην ίδια αίθουσα το συμβούλιο των καρδιναλίων εξέλεξε τον Benedetto Caetani, που έλαβε το όνομα πάπας Βονιφάτιος Η΄και αμέσως μετέφερε την έδρα του στη Ρώμη, για να αποφύγει την παρέμβαση της οικογένειας των Καπετιδών-Ανζού.

Με την άνοδο στο θρόνο του Ροβέρτου, βασιλιά της Νάπολης το 1309, το κάστρο, το οποίο αυτός ανακαίνισε και επέκτεινε, έγινε ένα αξιόλογο κέντρο πολιτισμού, επειδή από την προστασία τού Ροβέρτου και το πάθος του για τις τέχνες και τη λογοτεχνία, το Καστέλ Νουόβο φιλοξένησε σημαντικές προσωπικότητες του πολιτισμού της εποχής, όπως οι συγγραφείς Πετράρχης και Τζιοβάνι Μποκάτσιο στη Ναπολιτανική διαμονή τους, ενώ οι διασημότεροι ζωγράφοι της εποχής κλήθηκαν να ζωγραφίσουν τους τοίχους του: Πιέτρο Καβαλίνι, Moντάνο ντ'Αρέτσο και πάνω απ' όλους ο Τζιότο, ο οποίος το 1332 ζωγράφισε το Παλατινό παρεκκλήσιο.

Από το 1343 ήταν η κατοικία της Ιωάννας Α΄ της Νάπολης, η οποία το 1347 κατέφυγε στη Γαλλία, εγκαταλείποντας το Καστέλ Νουόβο στις επιθέσεις τού στρατού τού βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Ουγγαρίας. Αυτός είχε έρθει για να εκδικηθεί το τέλος του αδελφού του Aνδρέα, τού συζύγου της Ιωάννας Α΄. Αυτός είχε σκοτωθεί από μία συνωμοσία παλατιού, για την οποία η ίδια η βασίλισσα ήταν ύποπτη ότι την υποκίνησε. Το κάστρο λεηλατήθηκε και με την επιστροφή της η βασίλισσα αναγκάστηκε να κάνει ριζική αναδιάρθρωση. Κατά τη δεύτερη εκστρατεία τού Λουδοβίκου Α΄ εναντίον της Νάπολης, το κάστρο, όπου είχε βρει καταφύγιο η βασίλισσα, αντιστάθηκε στις επιθέσεις. Τα επόμενα χρόνια το φρούριο δέχτηκε άλλες επιθέσεις: το κατέλαβε ο Κάρολος Γ΄ της Νάπολης και στη συνέχεια ο Λουδοβίκος Β΄ της Νάπολης, ο οποίος το αφαίρεσε από τον γιο τού Καρόλου Γ΄, τον Λαδίσλαο της Νάπολης. Όμως ο τελευταίος ανέκτησε τον θρόνο το 1399 και έζησε εκεί μέχρι το τέλος του το 1414.

Από το 1343 ήταν η κατοικία της Ιωάννας Α΄ της Νάπολης, η οποία το 1347 κατέφυγε στη Γαλλία, εγκαταλείποντας το Καστέλ Νουόβο στις επιθέσεις τού στρατού τού βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Ουγγαρίας. Αυτός είχε έρθει για να εκδικηθεί το τέλος του αδελφού του Aνδρέα, τού συζύγου της Ιωάννας Α΄. Αυτός είχε σκοτωθεί από μία συνωμοσία παλατιού, για την οποία η ίδια η βασίλισσα ήταν ύποπτη ότι την υποκίνησε. Το κάστρο λεηλατήθηκε και με την επιστροφή της η βασίλισσα αναγκάστηκε να κάνει ριζική αναδιάρθρωση. Κατά τη δεύτερη εκστρατεία τού Λουδοβίκου Α΄ εναντίον της Νάπολης, το κάστρο, όπου είχε βρει καταφύγιο η βασίλισσα, αντιστάθηκε στις επιθέσεις. Τα επόμενα χρόνια το φρούριο δέχτηκε άλλες επιθέσεις: το κατέλαβε ο Κάρολος Γ΄ της Νάπολης και στη συνέχεια ο Λουδοβίκος Β΄ της Νάπολης, ο οποίος το αφαίρεσε από τον γιο τού Καρόλου Γ΄, τον Λαδίσλαο της Νάπολης. Όμως ο τελευταίος ανέκτησε τον θρόνο το 1399 και έζησε εκεί μέχρι το τέλος του το 1414.

Η Αραγωνική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1443 ο Αλφόνσος Ε΄ της Αραγονίας, που είχε κατακτήσει τον θρόνο της Νάπολης, συγκρότησε μία Αυλή στο κάστρο, για να ανταγωνιστεί τη Φλωρεντινή αυλή του Λορέντζο των Μεδίκων και το φρούριο ξανακτίστηκε πλήρως στη σημερινή του μορφή, διατηρώντας τη λειτουργία του ως το κέντρο της βασιλικής εξουσίας.

Ο βασιλιάς Αλφόνσος Ε΄ εμπιστεύτηκε την αναδιάρθρωση του φρουρίου-παλατιού των Καπετιδών-Ανζού στον Μαγιορκανό αρχιτέκτονα Γούιλεμ Σαγρέρα, ο οποίος το έκτισε ξανά σε καταλανο-μαγιορκανο-γοτθικό ρυθμό. Οι πέντε στρογγυλοί πύργοι, τέσσερις από τους οποίους ενσωμάτωσαν την προηγούμενη κατασκευή των Καπετιδών-Ανζού με τετράγωνη κάτοψη, κατάλληλη για να υποστηρίξει τα κτυπήματα των όπλων της εποχής, επανέλαβαν τον αμυντικό ρόλο του κάστρου. Εκτός από τον αμυντικό του ρόλο, η σημασία του παλατιού ως κέντρου βασιλικής εξουσίας τονίστηκε με την ανοικοδόμηση της Κύριας Πύλης σε σχήμα Θριάμβου, ένα αριστούργημα της Ναπολιτανικής αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής και έργο τού Δαλματού Φραντσέσκο Λαουράνα, μαζί με πολλούς καλλιτέχνες διαφόρων προελεύσεων. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν από το 1453 και μόνο μετά το τέλος του βασιλιά το 1479.

Η κυριαρχία του Φερδινάνδου Α΄ της Νάπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αίθουσα των Βαρόνων υπήρχε ο επίλογος της περίφημης Συνωμοσίας των Βαρόνων, ένας πόλεμος εναντίον του βασιλιά Φερδινάνδου Α΄ της Νάπολης, γιου του Αλφόνσου Ε΄, από πολλούς ευγενείς, με επικεφαλής τον Αντονέλλο Σανσεβερίνο, πρίγκιπα του Σαλέρνο και τον Φραντσέσκο Κόπολα, κόμη. του Σάρνο. Το 1486 ο βασιλιάς κάλεσε όλους τους συνωμότες σε αυτό το δωμάτιο με πρόσχημα μία γαμήλια δεξίωση, η οποία θα σηματοδοτούσε τη λήξη των εχθροπραξιών και την οριστική συμφιλίωση. Οι βαρόνοι ήρθαν γοργά, αλλά ο βασιλιάς διέταξε τους στρατιώτες του να κλείσουν τις πόρτες και τους συνέλαβε, τιμωρώντας πολλούς από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων του Κόπολα και των γιων του, με θανατική ποινή.

Η Συνωμοσία των Βαρόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνωμοσία των Βαρόνων ήταν ένα κίνημα αντίδρασης ενάντια στις πολιτικές συγκεντρωτισμού του Κράτους, που υιοθέτησε η νέα κυρίαρχη δυναστεία της Νάπολης, δηλαδή οι Αραγωνέζοι. Οι ενστάσεις εναντίον του Φερδινάνδου Α΄ της Νάπολης ήταν ότι αυτές οι πολιτικές άρχισαν την ανάκτηση κατοικημένων περιοχών, που τις αποσπούσαν από την ιδιοκτησία των βαρόνων και τις έκαναν ιδιοκτησία της Αραγωνικής Αυλής. Στην πραγματικότητα ο ελιγμός ήταν μία εξάσκηση εξουσίας.

Η εσωτερική πάλη μεταξύ βαρόνων και της δυναστείας έγινε με πολιτικό και κρυφό τρόπο και η ίδια κορυφώθηκε οριστικά το 1487 στην ομώνυμη αίθουσα του Καστέλ Νουόβο. Ο Φερδινάνδος Α΄ της Νάπολης, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, βρέθηκε απέναντι στους βαρόνους, κτυπώντας τους με επιδεξιότητα και πονηριά μετά από συνωμοσίες, δολοφονίες και διπλά παιχνίδια.

Ισπανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο λεηλατήθηκε ξανά από τον Κάρολο Η΄ της Γαλλίας, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του το 1494. Πρώτα με την πτώση του Φερδινάνδου Β΄ της Νάπολης (1496) και αργότερα του Φρειδερίκου της Νάπολης (1503), το βασίλειο της Νάπολης προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Αραγονίας από τον Φερδινάνδο Β΄ της Αραγονίας, ο οποίος ίδρυσε την αντιβασιλεία της Νάπολης. Το Καστέλ Νουόβο έχασε τη λειτουργία του ως βασιλική κατοικία και μετατράπηκε σε στρατιωτική φρουρά, λόγω της στρατηγικής σημαντικής θέσης του. Ωστόσο φιλοξένησε τους βασιλείς της Ισπανίας, που ήρθαν να επισκεφθούν τη Νάπολη, όπως τον Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ αυτοκράτορα της Γερμανίας, ο οποίος έζησε εκεί για μικρό χρονικό διάστημα το 1535. Το κάστρο παρέμεινε η κατοικία του Ισπανού αντιβασιλιά μέχρι τις αρχές του 17ου αι., όπότε το νέο παλάτι (τώρα το Βασιλικό Παλάτι της Νάπολης) το αντικατέστησε.

Το κάστρο οργανώθηκε και πάλι από τον Κάρολο πρίγκιπα των Βουρβόνων, τον μελλοντικό Κάρολο Γ΄ της Ισπανίας, που ανέβηκε στο θρόνο της Νάπολης το 1734, αλλά αυτό έχασε τον ρόλο του ως βασιλικής κατοικίας, υπέρ των νέων βασιλικών ανακτόρων που κτίστηκαν στην ίδια τη Νάπολη και τα περίχωρά της (το Βασιλικό Παλάτι της Νάπολης στην Πλατεία τού Δημοψηφίσματος (Piazza del Plebiscito), το Παλάτι του Καποντιμόντε, το Παλάτι του Πόρτιτσι και το Βασιλικό Παλάτι της Καζέρτα) και έγινε ουσιαστικά σύμβολο της ιστορίας και τού μεγαλείου της Νάπολης.

Ναπολιτανική Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τελευταίο σημαντικό γεγονός χρονολογείται από το 1799, όταν ανακηρύχθηκε η γέννηση της Παρθενοπαίας Δημοκρατίας (Ναπολιτικής Δημοκρατίας) από τον Ναπολέοντα Α΄. Το κάστρο ανακαινίστηκε για τελευταία φορά το 1823 από τον Φερδινάνδο Α΄ των Δύο Σικελιών, αργότερα φιλοξένησε το "οπλοστάσιο του πυροβολικού" και ένα "γραφείο πυροτεχνουργίας", που το 1837 εκτιμήθηκε, ότι ήταν πιο συνετή η εδώ μεταφορά του εργοστασίου όπλων του Tόρε Ανουντσιάτα.

20ος αι.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκε το ευρύ φάσμα των ανθοκήπων, που διέτρεχαν κατά μήκος του Μάσκιο Αντζιόινο μέχρι τα τέλη του 20ού αι.: στους πρώτους μήνες του 1921, ο κόμης Πίέτρο Μουνίκι, ένας μηχανικός τότε σύμβουλος της αστικής διακόσμησης, παρουσίασε στο Δημοτικό Συμβούλιο την πρόταση για την απομόνωση του Καστέλ Νουόβο.

Τελικά το Ιταλικό κράτος απέκτησε ολόκληρο το κάστρο για πολιτικούς σκοπούς. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1923 και επηρέασαν επίσης τα εργοστάσια και τις αποθήκες, που είχαν κτιστεί κοντά στην πλατεία, στη θέση των κατεδαφισμένων προμαχώνων: ήδη τον επόμενο χρόνο όλα αυτά τα διάφορα κτίρια καταργήθηκαν και δημιουργήθηκε η οδός περιπάτου (esplanade). όπου κτίστηκαν κήποι στην πλευρά της σημερινής οδού Βιτόριο-Εμμανουέλε Γ΄.

Σώθηκε μόνο η πύλη της ακρόπολης, η αρχική πρόσβαση της εποχής των Αραγονέζων στο συγκρότημα, που ξανακτίστηκε το 1496 από τον Φρειδερίκο της Νάπολης (όπως αποδεικνύεται από το έμβλημά του στην αψίδα): απομονωμένη και στερημένη της λειτουργίας της, είναι ορατή ανάμεσα στην πλατεία με τον ανθόκηπο κατά μήκος της οδού Βιτόριο-Εμμανουέλε Γ΄. Οι εργασίες που σχετίζονται με την αποκατάσταση του κάστρου, οι οποίες εξάλειψαν τις πολλές επιφάνειες που είχαν προστεθεί με την πάροδο του χρόνου, διήρκεσαν μέχρι το 1939.

Άνθρωποι που έχουν ζήσει στο κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καστέλ Νουόβο κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές ως προσωρινή κατοικία, για να φιλοξενήσει επιφανείς προσωπικότητες, που πήγαιναν στη Νάπολη ως επισκέπτες της βασιλικής Αυλής ή για επίσημη επίσκεψη.

Μεταξύ των κυριότερων προσωπικοτήτων, εκτός από Ναπολιτάνους, Αραγωνέζους και Ισπανούς μονάρχες, είναι οι: Τζιοβάνι Μποκάτσιο, Τζιότο, πάπας Βονιφάτιος Η΄, πάπας Σελεστίνος Ε΄ και Πετράρχης.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο, που το μεγαλύτερο μέρος του ανακατασκευάστηκε από τον Aλφόνσο Ε΄ της Αραγονίας, έχει τετράπλευρη κάτοψη και υπερασπίζεται από πέντε μεγάλους κυλινδρικούς πύργους, τέσσερις καλυπτόμενους με λίθο Πιπερίνο και έναν με ηφαιστειακό τόφο, και στέφθηκε με πολεμίστρες σε προβόλους. Οι τρεις πύργοι στην πλευρά που βλέπει στη στεριά, όπου βρίσκεται η είσοδος, είναι ο πύργος του Σαν Τζιόρτζιο, ο πύργος του Mέτσο (ο οποίος κατέρρευσε στις 11:30 π.μ. στις 4 Αυγούστου 1876 ) και ο πύργος της Γκουάρντια (όπως τους βλέπουμε από αριστερά προς τα δεξιά), ενώ οι δύο στην πλευρά που βλέπει στη θάλασσα ονομάζονται πύργος ντελ'Όρο και πύργος του Μπεβερέλο (όπως τους βλέπουμε από αριστερά προς τα δεξιά). Το κάστρο περιβάλλεται από μία τάφρο και οι πύργοι υψώνονται σε μεγάλα αναχώματα, στα οποία η υφή των λιθόλιθων παίρνει πολύπλοκα σχέδια, θυμίζοντας παραδείγματα της Καταλανικής Μαγιόρκας.

Η εσωτερική σκάλα σε κάθε έναν από τους πύργους ονομάζεται συνήθως scala catalana. Το ίδιο και η πόρτα στην οροφή του κάστρου, όπου στο παρελθόν τοποθετούντο οι σκοποί για έλεγχο από πιθανή άφιξη εχθρών.

Στη βόρεια πλευρά, στον πύργο Μπεβερέλο, ανοίγει ένα από τα σταυροειδή παράθυρα της αίθουσας των Βαρόνων. ενώ δύο άλλα παράθυρα βλέπουν στην ανατολική πλευρά, το ένα προς τη θάλασσα και το άλλο, κατά μήκος του οπίσθιου τοίχου του Παλατινού παρεκκλησίου, με μονόφωτα παράθυρα ανάμεσα σε δύο στενούς πολυγωνικούς πύργους. Η δυτική πλευρά, προστατευμένη από τον άλλο γωνιακό πύργο που ονομάζεται ντελ΄Όρο, ακολουθεί ένα προηγμένο εργοστασιακό κτίριο, που αρχικά στήριζε μία στοά και ένα τμήμα επαν-εισόδου με δύο επικαλυπτόμενες στοές.

Η αψίδα του Θριάμβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιβλητική, μονόπλευρη, από λευκό μάρμαρο αψίδα του θριάμβου, κτίστηκε το 1470 σε ανάμνηση της εισόδου τού Αλφόνσου της Αραγονίας στη Νάπολη το 1443. Βρίσκεται ανάμεσα στους δύο δυτικούς πύργους του κάστρου των Καπετιδών-Ανζού. Το συνολικό σχέδιο είχε αποδοθεί στον Πιέτρο ντι Μαρτίνα, έναν Μιλανέζο αρχιτέκτονα, ή, σύμφωνα με τον Βαζάρι, στον Τζουλιάνο ντα Μαϊάνο. Οι σύγχρονοι συγγραφείς αποδίδουν το σχέδιο στον Φραντσέσκο Λαουράνα.

Έχει ύψος 35 μ. και υψώνεται σε δύο επάλληλα τόξα. Μερικές αναφορές υποστηρίζουν ότι τα τόξα είχαν αρχικά σχεδιαστεί ως δύο όψεις σε μία ελεύθερη αψίδα για την Πιάτσα ντελ Ντουόμο, αλλά ότι ένας αξιωματικός στην υπηρεσία του Aλφόνσου, ο Nοικολά Μποτσούτο, του οποίου το σπίτι επρόκειτο να ισοπεδωθεί, για να δημιουργηθεί χώρος για το μνημείο, ανάγκασε τον βασιλιά να αλλάξει την τοποθεσία και να βάλει την αψίδα στο Καστέλ Νουόβο.

Κορινθιακές κολώνες πλαισιώνουν την είσοδο, ενώ το γλυπτό τού πρώτου επιπέδου απεικονίζει ένα θριαμβευτικήό τέθριππο να οδηγεί τον Αλφόνσο στην παρέλαση. Οι γλύπτες περιλάμβαναν τους Iσάια ντα Πίζα, Meερλιάνo, Ντομένικο Γκατζίνι, Aντρέα Φιορεντίνο, μαθητή του Ντονατέλο και Σιλβέστρο ντ' Ακουίλα. Στο έργο συνέβαλαν και γλύπτες από την Αραγονία. Το κέντρο έχει ένα θυρεό με το οικόσημο της Αραγονίας. Το επιστύλιο παρακάτω γράφει: ALFONSVS REX HISPANVS SICULVS ITALICUS PIVS CLEMENS INVICTUS Από επάνω γράφει: ALFONSVS REGUM PRINCEPS HANC CONDIDIT ARCEM, δηλ. ο Αλφόνσος, βασιλέων ο πρώτος, έχει φτιάξει την αψίδα.

Το δεύτερο άνω τόξο επιστέφεται από μία ζωφόρο με επαναλαμβανόμενους αντωπούς λέοντες και πιο επάνω μία σειρά με τέσσερις κόγχες με αγάλματα, που απεικονίζουν τις αρετές του Αλφόνσου. Επάνω από αυτό είναι ένα ημικυκλικό τύμπανο με δύο ανδρικές μορφές ανακεκλιμένες που κρατούν κέρατα αφθονίας και στην κορυφή στέκεται το γλυπτό τού Αλφόνσου με την περιβολή ενός Ρωμαίου πολεμιστή. Η θέση προοριζόταν για ένα έφιππο άγαλμα. Τα αγάλματα του Αγίου Μιχαήλ, του Αγίου Αντωνίου του ηγουμένου και του Αγίου Σεβαστιανού, και τα δύο ανακεκλιμένα στο τύμπανο, είναι του Τζιοβάνι ντα Νόλα.

Περνώντας κάτω από αυτή την αψίδα μπαίνουμε στην πλατεία δίπλα στις Χάλκινες Πύλες, που εκτελέστηκαν από τον μοναχό Γουλιέλμο της Νάπολης, και αναπαριστά σε διάφορα πλαίσια τις νίκες του Φερδινάνδου Α΄ επί του δούκα του Ανζού και των επαναστατημένων βαρόνων.

Το Παλατινό Παρεκκλήσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πλευρά του κάστρου που βλέπει στη θάλασσα βρίσκεται ο πίσω τοίχος του Παλατινού Παρεκκλησίου (Capella Palatina), ή εκκλησία του Αγ. Σεβαστιανού ή αυτή της Αγ. Βαρβάρας, το μόνο σωζόμενο στοιχείο τού κάστρου των Καπετιδών-Ανζού τού 14ου αι. Αν και υπέστη ζημιές στον σεισμό του 1456, το Παρεκκλήσιο αναστηλώθηκε αργότερα. Η πρόσοψή του στην εσωτερική αυλή έχει μία Αναγεννησιακή πύλη με ανάγλυφα των Aντρέα ντελ'Άκουιλα και Φραντσέσκο Λαουράνα και ένα παράθυρο τύπου ρόδακα, που ξανακτίστηκε κατά την Αραγονική περίοδο από τον Καταλανό Mατέο Φορτσιμάνυα για να αντικαταστήσει ένα του 14ου αι., που είχεκαταστραφεί από σεισμό.

Στο τέλος του παρεκκλησίου, υπάρχει μία σπειροειδής σκάλα προσβάσιμη από μία πόρτα στα αριστερά, που σας επιτρέπει να ανεβείτε στην Αίθουσα των Βαρόνων.

Στο εσωτερικό, που φωτίζεται από ψηλά και στενά γοτθικά παράθυρα, υπάρχουν μόνο λίγα υπολείμματα της αρχικής διακόσμησης με νωπογραφίες, έργο του Mάζο ντι Μπανκο και ένα κιβώριο του Iάκοπο ντελα Πίλα, που χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες τοιχογραφίες του 14ου αι. από το κάστρο του Μπάλτσο στο Καζαλούτσε.

Οι τοιχογραφίες που καταλαμβάνουν τον δεξιό τοίχο του παρεκκλησίου είναι φιλοτεχνημένες από τον Mάζο ντι Μπάνκο και παρουσιάζουν αναφορές στην γοτθικο-ανδεγαβική τέχνη. Αυτές στον αριστερό τοίχο, ωστόσο, είναι από άλλους καλλιτέχνες της Φλωρεντίας.

Το εσωτερικό είχε ζωγραφηθεί επίσης από τον Τζιότο προς το 1330, και είχε τοιχογραφίες με τις Ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Το περιεχόμενο αυτού του κύκλου τοιχογραφιών έχει χαθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου, έχει παραμείνει ένα διακοσμητικό μέρος στα παράθυρα που θυμίζουν εκείνες του παρεκκλησίου Μπάρντι της βασιλικής της Σάντα Κρότσε στη Φλωρεντία. Επιπλέον περιγράφεται στους στίχους ενός ανώνυμου συγγραφέα σε μιία συλλογή σονέτων του 1350, για ολόκληρο το έργο του Τζιότο σχετικά με το Παρεκκλήσιο.

Τέλος, το Παρεκκλήσιο έχει συλλέξει πολύτιμα γλυπτά από καλλιτέχνες που εργάστηκαν επίσης στη θριαμβική αψίδα του Αλφόνσου Β΄ της Αραγονίας (15ου αι.). Τα ίδια γλυπτά είναι εξαιρετικά δείγματα της Ναπολιτανικής Αναγέννησης. Ένα από αυτά είναι η Σκηνή με τη Μαντόνα και το Παιδί, ένα αριστούργημα του Ντομένικο Γκατζίνι, μαθητή του Ντονατέλλο και του Μπτουνελέσκι.

Επιπλέον, υπάρχουν δύο άλλα γλυπτά ιδιαίτερης σημασίας, και τα δύο ονομάζονται Mαντόνα ενθρονισμένη με το Παιδί, και τα δύο του Φραντσέσκο Λαουράνα, γλυπτά κατά τη διάρκεια δύο διαφορετικών παραμονών στη Νάπολη. Ένα από τα δύο μεταφέρθηκε στο κάστρο, αν και δεν ήταν μέρος του, επειδή ήταν σκαλισμένο για την εκκλησία του Σαντ'Αγκοστίνο αλα Τσέκα.

Η Αίθουσα των Βαρόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αίθουσα των Βαρόνων (Sala dei Baroni), που αρχικά ονομαζόταν Αίθουσα του Θρόνου, είναι η κύρια αίθουσα (sala Maior) του Καστέλ Νουόβο. Την παρήγγειλε ο Ροβέρτος, βασιλιάς της Νάπολης, ο οποίος για την περίσταση κάλεσε τον Τζιότο ντι Μποντόνε να ζωγραφίσει έναν κύκλο τοιχογραφιών, γύρω στο 1330. Η απόδειξη αυτού του κύκλου σήμερα είναι γνωστή μόνο από την αναφορά του σε μία συλλογή σονέτων ενός ανώνυμου συγγραφέα, που χρονολογείται από το 1350. Οι τοιχογραφίες απεικόνιζαν επιφανείς άνδρες και γυναίκες της αρχαιότητας: Σαμψών, Ηρακλής, Σολομώντας, Πάρις, Έκτορας, Αχιλλέας, Αινείας, Μέγας Αλέξανδρος και Ιούλιος Καίσαρας, με αυτά που τους συνοδεύουν.

Υπό την Αραγωνική κυριαρχία, πιο συγκεκριμένα του Αλφόνσου Ε΄ της Αραγονίας (1442 - 1458), η αίθουσα ξανακτίστηκε από τον Γκιγιέ Σαγρέρα που της μεγάλωσε τους χώρους και τις διαστάσεις.

Η αίθουσα ονομάζεται Αίθουσα των Βαρόνων, επειδή γύρω στο 1487 ο Φερδινάνδος Α΄ της Νάπολης κάλεσε μερικούς από τους βαρόνους που είχαν συνωμοτήσει εναντίον του σε αυτό το μέρος, με τη δικαιολογία να εορτάσει τον γάμο του ανιψιού του. Στην πραγματικότητα αυτό δεν ήταν παρά μια παγίδα: οι βαρόνοι που ήταν παρόντες συνελήφθησαν και θανατώθηκαν αμέσως.

Βρίσκεται στη γωνία του Πύργου του Μπεβερέλλο, στη γωνία της βόρειας και της ανατολικής πλευράς, με θέα στη θάλασσα. Η μεγάλη αίθουσα (26 μ. Χ 28 μ.) καλύπτεται από έναν οκταγωνικό θόλο, που στηρίζεται σε τέσσερα τόξα στους τοίχους και σε τέσσερα μεγάλα γωνιακά τόξα (ébrasement). Από τα οκτώ τόξα ανεβαίνουν νευρώνες, που σχηματίζουν ένα οκτάκτινο αστέρι με κεντρικό κυκλικό άνοιγμα στον ουρανό (οφθαλμό, oculus) στο κέντρο. Γύρω από τον θόλο υπάρχουν μικρά παράθυρα, που εξυπηρετούσαν τους στρατιώτες, για να προσέχουν το πρόσωπο του βασιλιά, όταν αυτός δεχόταν επισκέψεις ή πρέσβεις. Η πρόσβαση σε αυτή τη θέση της αίθουσας ήταν δυνατή μέσω της ελικοειδούς κλίμακας (καταλανική σκάλα) σε λίθο πιπερίνο και σε πέτρα τόφου, που βρίσκεται στον παρακείμενο Πύργο του Μπεβερέλο και κτίστηκε επίσης από τον Γκουλιέλμο Σαγκρέρα, κατά τη διάρκεια των εργασιών που επηρέασαν ολόκληρο το βασιλικό περιβάλλον. Το δάπεδο του δωματίου ήταν διακοσμημένο με λευκά και μπλε εφυαλωμένα πλακάκια (μαγιόλικα), φερμένα από τη Βαλένθια.

Στην πλευρά της αίθουσας που βλέπει στη θάλασσα, ανάμεσα σε δύο σταυροειδή παράθυρα ανοικτά προς τα έξω, υπάρχει ένα μεγάλο τζάκι, που πλαισιώνεται από δύο σκηνές για τους μουσικούς.

Ανάμεσα στα έργα τέχνης που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αίθουσα είναι α) ένα αμφιπρόσωπο μάρμαρο πύλης του Ντομένικο Γκατζίνι, β) δύο ανάγλυφα στα οποία απεικονίζεται η θριαμβευτική πομπή του Αλφόνσου Ε΄ της Αραγονίας και γ) η είσοδος του βασιλιά στο κάστρο, ανάγλυφο σε μία καταλανική πύλη μέσω της οποίας έχετε πρόσβαση στην Αίθουσα των Αγγέλων.

Σήμερα ένα μέρος της γλυπτικής διακόσμησης του Βαρκελώνου Πέρε Γιόχαν διαλύεται. Μέχρι το 2006, εξάλλου, φιλοξένησε τις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου της Νάπολης.

Οπλοστάσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το δωμάτιο πήρε το όνομά του από τη λειτουργία, που εξυπηρετούσε. Βρίσκεται στα αριστερά του Παλατινού Παρεκκλησίου, σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με την Αίθουσα των Βαρόνων.

Κατά τη διάρκεια ορισμένων αναστηλωτικών εργασιών στην αυλή του κάστρου, βρέθηκαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα της Ρωμαϊκής εποχής του 1ου αι. π.Χ. και του 5ου αι., Τα ερείπια σώζονται και μπορεί κανείς πλέον να τα δει μέσω ενός διαφανούς υάλινου δαπέδου.

Παρεκκλήσιο των Ψυχών στο Καθαρτήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κτίστηκε το δεύτερο μισό του 16ου αι. με εντολή των Ισπανών αντιβασιλέων, που ήθελαν να αλλάξουν την όψη του κάστρου. Ομοιάζει με το παρεκκλήσιο του 14ου αι. του Σαν Μαρτίνο ντι Τουρ, και κάποτε ήταν τοιχογραφημένο με τις ιστορίες της ζωής του Αγίου.

Το εσωτερικό παρουσιάζει μία μπαρόκ διακόσμηση με τοιχογραφίες και πίνακες ζωγραφικής, που περικλείονται με γύψινα πλαίσια και επιχρυσωμένο ξύλο.

Στον υψηλό βωμό, υπάρχει ένας πίνακας ζωγραφισμένος από έναν ακόλουθο του Τζιρόλαμο Ιμπαράτο και του Τζιοβανν'Άντζελο Ντ'Αμάτο, που απεικονίζει την παρθένο Μαντόνα ντελ Κάρμινε με τις ψυχές στο Καθαρτήριο και τους Αγίους Σεβαστιανό και τον πάπα Γρηγόριο Α΄.

Το παρεκκλήσιο χρησιμοποιήθηκε κυρίως, για να προσφέρει -σε όσους καταδικάζοντο σε θάνατο- τα ιερά μυστήρια, πριν εκτελεστούν. Στο παρεκκλήσιο είναι θαμμένος ο Ιωάννης, αδελφός του Mαζανιέλο.

Παρεκκλήσιο του Σαν Φραντσέσκο ντι Πάολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρό παρεκκλήσιο που χρονολογείται από τον 15ο αι. και είναι προσβάσιμο μέσω της Αίθουσας Καρόλου Ε΄, στον πρώτο όροφο του κάστρου. Το όνομα δίνεται από το γεγονός, ότι φιλοξένησε τον Άγιο Φραγκίσκο της Πάολα σε ένα ταξίδι στο Παρίσι.

Ο θόλος του 15ου αι., παρόμοιος με αυτόν της Αίθουσας των Βαρόνων, σχεδιάστηκε από τον Γκουίλεμ Σαγκρέρα, αλλά καταστράφηκε κατά τους βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το παρεκκλήσιο καθαγιάστηκε το 1688, μετά από ανακαίνιση σε ρυθμό μπαρόκ, όπως αποδεικνύεται από μία μαρμάρινη πλάκα, που τοποθετήθηκε στην πόρτα της εισόδου.

Τα μόνα στοιχεία της εποχής που έχουν απομείνει στο δωμάτιο, είναι μερικές διακοσμήσεις σε επιχρυσωμένο γύψο από δύο τοιχογραφίες στον αριστερό τοίχο (πιθανότατα ανήκουν σε μία σκηνή), που προέρχονται από το μοναστήρι του 14ου αι. εκκλησία της Σάντα Μαρία Ντοναρεγκίνα Βέκια και η παρουσία τριών πινάκων του Nικόλα Ρούσο: η Επίσκεψη, ο Ευαγγελισμός και το Ταξίδι της Μαρίας.

Οι Φυλακές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελούνται από δύο χώρους, που βρίσκονται κάτω από το Παλατινό Παρεκκλήσιο: τον Λάκκο του Κροκόδειλου και τη Φυλακή των Βαρώνων.

Ο Λάκκος του Κροκόδειλου, γνωστός και ως Miglio, ήταν το υπόγειο της Αυλής της Αραγονίας, αλλά χρησιμοποιήθηκε επίσης για τον διαχωρισμό των κρατουμένων, που είχαν καταδικαστεί σε αυστηρότερες ποινές. Ένας παλαιός μύθος λέει για συχνές και μυστηριώδεις εξαφανίσεις των κρατουμένων, έτσι αυξήθηκε η φρούρηση. Οι εξαφανίσεις γινόταν εξαιτίας ενός κροκόδειλου, που είχε εισχωρήσει από ένα άνοιγμα στο υπόγειο και αφού δάγκωνε τους κρατούμενους στο πόδι, τους έσυρε. Μόλις το ανακάλυψαν, έριχναν στα σαγόνια του ερπετού όλους τους καταδικασμένους, που επρόκειτο να σταλούν στονν θάνατο χωρίς πολλή σκέψη.

Αργότερα για να σκοτωθεί ο κροκόδειλος χρησιμοποιήθηκε ένα μεγάλο πόδι αλόγου ως δόλωμα και, μόλις αυτός σκοτώθηκε, τον ταρίχευσαν και τον κρέμασαν στην πόρτα εισόδου του κάστρου.

Στη Φυλσκή των Βαρώνων υπάρχουν τέσσερα φέρετρα χωρίς καμία επιγραφή και είναι πιθανώς εκείνα των ευγενών που συμμετείχαν στη Συνωμοσία των Βαρόνων το 1485.

Μουσείο της Πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέσα στο Καστέλ Νουόβο υπάρχει μία διαδρομή μουσείου, που εγκαινιάστηκε το 1990: ξεκινά από το Παλατινό Παρεκκλήσιο του 14ου αι., περνά από το Δωμάτιο των Όπλων και φθάνει μέχρι το πρώτο και το δεύτερο επίπεδο του κάστρου. Το δεύτερο επίπεδο είναι αφιερωμένο στη ζωγραφική και τη γλυπτική.

Στον πρώτο όροφο υπάρχουν τοιχογραφίες και αγιογραφίες ουσιαστικά θρησκευτικών παραγγελιών, που ανήκουν στον 15ο έως τον 18ο αι. Υπάρχουν πίνακες σημαντικών καλλιτεχνών Καραβατζιστών όπως οι Μπατιστέλο Καρακιόλο και Φαμπρίτσιο Σανταφέντε, και σημαντικοί εκφραστές του Ναπολιτανικού μπαρόκ, όπως ο Λούκα Τζιορντάνο, ο Φραντσέσκο Σολιμένα και ο Mατία Πρέτι. Στον δεύτερο όροφο εκτίθενται έργα που κυμαίνονται από τον 18ο έως τον 20ο αι. Η έκθεση ακολουθεί μία θεματική σειρά: ιστορία, τοπία, πορτρέτα, απόψεις της Νάπολης.

Άλλες αίθουσες του κάστρου, όπως η αίθουσα του Καρόλου Ε΄ και το δωμάτιο Λότζια (Στοά), προορίζονται τελικά για προσωρινές πολιτιστικές εκθέσεις και πρωτοβουλίες.

Βιβλιοθήκη της Ναπολιτανικής Εταιρείας Ιστορίας της Πατρίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον δεύτερο όροφο και στον τρίτο όροφο βρίσκεται η Βιβλιοθήκη της Ναπολιτανικής Εταιρείας Ιστορίας της Πατρίδας. Η βιβλιοθήκη διαθέτει συλλογές βιβλίων, εικονογραφιών, ντοκιμαντέρ και περγαμηνών. Είναι ιδιωτική βιβλιοθήκη, επομένως η πρόσβαση διέπεται από κανόνες, που ορίζονται από το Καταστατικό και προβλέπονται στους Κανονισμούς.

Η βιβλιοθήκη περιέχει ένα από τα πρώτα βιβλία που τυπώθηκαν στην Ιταλία (το τέταρτο), το De civitate Dei του Αυγουστίνου του Ιππώνος, που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1467 στο Σουμπιάκο από δύο Γερμανούς κληρικούς, τους Άρνολντ Πάναρτζ και Κόνραντ Σβάυνχαϊμ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λίστα με τα κάστρα στην Ιταλία
  • Καστέλ Γκαντόλφο
  • Σάντα Μπάρμπαρα ντεϊ Κανονιέρι, Νάπολη

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βιβλιογραφία V. Galati, Riflessioni sulla reggia di Castelnuovo a Napoli: morfologie architettoniche e tecniche costruttive. Un univoco cantiere antiquario tra Donatello e Lon Battista Alberti;, Bulletin of the Florentine Studies Society, 16-17, 2007-2008.

Catalano Agostino (2001). Castelnuovo. Architettura e tecnica. I castelli di Napoli. Naples: Luciano. ISBN 88-8814-133-2.88-8814-133-2

Εξωτερικοί σύνδεσμοι