Κανόνας (υμνογραφία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κανόνας (υμνολογία))
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Κανών είναι ένα λαμπρό ποιητικό είδος της Βυζαντινής Μουσικής, που κυριάρχησε στην υμνογραφία της Εκκλησίας από τον 9ο αι. και αντικατέστησε το Κοντάκιο. Ψάλλεται στην ακολουθία τού Όρθρου και αλλού. Μεγάλοι δημιουργοί Κανόνων (κανονογράφοι) είναι ο Ανδρέας Κρήτης, ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μελωδός.

Η ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους στις ακολουθίες ψαλλόταν οι ωδές της Βίβλου, που είναι εννέα. Αργότερα, μετά από κάθε ωδή δημιουργήθηκε μία στροφή που συνδεόταν με αυτήν, ο ειρμός (είρω = συνδέω, ενώνω). Έπειτα προστέθηκαν στροφές σε κάθε ειρμό, που ψαλλόταν με τον τρόπο τού ειρμού, τα τροπάρια. Τέλος οι ωδές της Βίβλου παραλείφθηκαν και έμειναν μόνο οι ειρμοί με τα τροπάριά τους. Αυτό το σύνολο αποτέλεσε τον Κανόνα.

Από ελάχιστα δείγματα που περισώθηκαν, γνωρίζουμε ότι οι Κανόνες άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 6ο αι. Μόνο στις αρχές τού 8ου αι. έχουμε τέλεια και ολοκληρωμένα δείγματα τού είδους, από τους τρεις μεγάλους υμνογράφους τού 8ου αι., τον Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον Κοσμά επίσκοπο Μαϊουμά Παλαιστίνης. Διάφοροι ερευνητές θεωρούν τον καθένα από αυτούς ως ευρετή τού είδους. Ο Ν. Τωμαδάκης τάσσεται μάλλον υπέρ τού Ανδρέα Κρήτης (απεβ. 740), διότι στους Κανόνες του υπάρχει η β΄ ωδή, κάθε ωδή έχει ακανόνιστο αριθμό τροπαρίων και δεν υπάρχει ακροστιχίδα. Θεωρούσε ότι οι μετέπειτα ποιητές τυποποίησαν τον Κανόνα, όμως και οι τρεις υμνογράφοι είναι σύγχρονοι. Ο Σ. Ευστρατιάδης, πίστευε αρχικά ότι ήταν ο Ανδρέας Κρήτης, ως ο παραγωγικότερος ποιητής ειρμών, μετά όμως έκλινε υπέρ τού Ιωάννη τού Δαμασκηνού. Ο Ε. Wellez διατύπωσε την άποψη ότι η μονή τού Αγ. Σάββα της Ιερουσαλήμ ήταν η πρώτη μεγάλη σχολή κανονογράφων και οι πρώτοι διδάσκαλοι τού είδους είναι οι μοναχοί της Ιωάννης ο Δαμασκηνός και Κοσμάς ο Μελωδός (ο πατέρας τού πρώτου υιοθέτησε τον δεύτερο). Ο Θ. Δετοράκης πιστεύει ότι είναι ο τρίτος (σε εργασία του το 1979) ένεκα της κάποιας συγγένειας των Κανόνων του με τα Κοντάκια.

Η ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη έχει πολλές έννοιες: α) χάρακας, το εργαλείο με το οποίο χαράσσουμε ευθείες γραμμές· β) πρότυπο, που πρέπει να μιμηθούμε· γ) κατάλογος, επίσημο ή έγκυρο βιβλίο, νόμιμο, πχ ο Κανόνας της Π. Διαθήκης, κανονικό βιβλίο, κανονικός κληρικός· δ) η τιμωρία, το επιτίμιο στους παραβάτες των Εντολών τού Θεού και των Νόμων της Εκκλησίας, πχ Κανονικό Δίκαιο· ε) το νέο υμνογραφικό είδος που διαδέχθηκε το Κοντάκιο. Με την έννοια αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Θεοφάνης ο Γραπτός (απεβ. 843). Ίσως διότι με βάση (κανόνα) τους ειρμούς, φτιάχνονται τα τροπάρια ή λόγω της αρχαίας ακολουθίας Κανών, στην οποία αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο. Ο Ιωάννης Ζωναράς αναφέρει ότι λέγεται έτσι, διότι οι ειρμοί στηρίζονται στις βιβλικές ωδές: "όθεν Κανών λέγεται ως τεταγμένον τού μέτρου εν ταύταις δη ταις (εννέα) ωδές)".

Η δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένα σύστημα σύντομων τροπαρίων, που διατάσσονται σε εννέα ομάδες, τις ωδές. Το πρώτο τροπάριο κάθε ωδής λέγεται ειρμός και είναι το ποιητικό και μουσικό πρότυπο (κανόνας) για τα υπόλοιπα τροπάρια της ωδής, που ακολουθούν τον τρόπο (μέλος) του. Ο λόγιος Θεοδόσιος ο Γραμματικός (8ος-9ος αι.) μας έδωσε τον τρόπο σύνθεσης τού κανόνα: "εάν τις θέλη ποιήσαι Κανόνα, πρώτον δει μελίσαι τον ειρμόν, είτα επαγαγείν τα τροπάρια ισοσυλλαβούντα και ομοτονούντα τω ειρμώ και τον σκοπόν αποσώζοντα". Συμπεραίνουμε ότι οι πρώτοι ποιητές ήταν και μελωδοί, δηλ. έγραφαν και το μέλος. Η σύνδεση των τοπαρίων τού Κανόνα είναι εξωτερική: με την ακροστιχίδα (αν υπάρχει) και με το εφύμνιο (χρησιμοποιείται σπάνια). Έτσι υπάρχει μεγάλη ελευθερία· σε σχέση με τη μονοτονία τού παλαιού Κοντακίου, ο Κανόνας παρουσιάζει μεγάλη ποιητική και μουσική ποικιλία. Αυτός είναι ο λόγος που επιβλήθηκε και εκτόπισε γρήγορα το Κοντάκιο.

Η μελοποίηση των ειρμών των περισσότερων Κανόνων καταγράφεται σε ιδιαίτερο βιβλίο, το Ειρμολόγιον, με πιο πρόσφατο αυτό τού Σωφρόνιου Ευστρατιάδη (1932).

Το θέμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα των τροπαρίων είναι βέβαια το θέμα της εορτής, ενώ το θέμα των ειρμών είναι αυτό της ωδής της Βίβλου:

α΄ ωδή: η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας· τού Μωυσή
β΄ ωδή: ο Μωυσής παραδίδει τις πλάκες τού Νόμου
γ΄ ωδή: η στείρα Άννα η προφήτιδα συλλαμβάνει τον Σαμουήλ, τον μετέπειτα κριτή
δ΄ ωδή: η προσευχή τού Αββακούμ
ε΄ ωδή: η προσευχή τού προφήτη Ησαΐα μετά το όραμά του
ς΄ ωδή: η προσευχή τού προφήτη Ιωνά εντός τού κήτους
ζ΄ ωδή: ο ύμνος των Τριών παίδων όταν όδευαν προς την Κάμινο
η΄ ωδή: ο ύμνος των Τριών παίδων εντός της Καμίνου
θ΄ ωδή: η προσευχή της Θεοτόκου κατά την συνάντησή της με την Ελισάβετ και η προσευχή τού Ζαχαρία (γονείς τού Ιωάννη τού Προδρόμου).

Οι ποιητές προσπαθούν συχνά να συνδέσουν τα δύο θέματα και παρά τα προκαθορισμένα πλαίσια το επιτυγχάνουν με ευφυή τρόπο, πχ ο Κοσμάς ο Μελωδός στον Κανόνα τού Μ. Σαββάτου αναφέρει, ότι οι παίδες (απόγονοι) αυτών που σώθηκαν (με τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας) έκρυψαν στη γη (θανάτωσαν) αυτόν (τον Χριστό) που έκρυψε τον διώκτη τους τύραννο (φαραώ) υπό το κύμα της θάλασσας:

Κύματι θαλάσσης, Τον κρύψαντα πάλαι
διώκτην τύραννον, υπό γην έκρυψαν
των σεσωσμένων οι παίδες· αλλ' ημείς ως αι νεάνιδες
τω Κυρίω άσωμεν· ενδόξως γαρ δεδόξασται.

Ο Ανδρέας Κρήτης χρησιμοποιεί την β΄ ωδή, σύντομα όμως επικράτησε να μην χρησιμοποιείται, ίσως για το πένθιμο τού περιεχομένου της: ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μελωδός δεν την χρησιμοποιούν.

Ακροστιχίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σταθερό αυτό γνώρισμα των Κοντακίων, συναντάται μερικές φορές στους Κανόνες: ο Ανδρέας Κρήτης δεν τη χρισιμοποιεί, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός τη χρησιμοποιεί σπάνια και ο Κοσμάς ο Μελωδός πάντα. Οι μεταγενέστεροι τη συνηθίζουν. Η πεζή ακορστιχίδα των Κοντακίων είναι στους Κανόνες έμμετρη, προσωδιακή. Αποτελεί ένα ιαμβικό τρίμετρο, που συχνά επεκτείνεται με το όνομα τού υμνογράφου ή δακτυλικό εξάμετρο ή δύο στίχους ή λογοπαίγνιο. Πχ οι ακροστιχίδες:

Βάπτισμα ρύψις γηγενών αμαρτάδος: (ιαμβική Κοσμά τού Μελωδού) από τον Κανόνα των Θεοφανείων
Ω Χριστέ, της γης τον κλόνον (κλονισμό, σεισμό) παύσον τάχος· Ιωσήφ: (ιαμβική ακροστιχίδα με το όνομα τού Ιωσήφ τού υμνογράφου)
Χριστός ενί σκοπιή σέλας άπλετον είδεος ήκε: (δακτυλική τού ιδίου) από τον Κανόνα της Μεταμορφώσεως
Των σων επαίνων ω Πλάτων μέλπω πλάτος: (με ομόηχες λέξεις, Θεοφάνους) από τον Κανόνα στον όσιο Πλάτωνα, 18 Νοεμβρίου.

Στους ασματικούς Κανόνες η ακροστιχίδα αποτελείται από το πρώτο γράμμα των τροπαρίων, ενώ στους ιαμβικούς Κανόνες σχηματίζεται από το πρώτο γράμμα τού κάθε στίχου των τροπαρίων, έτσι προκύπτει πιο εκτενής. Πχ η

Ευεπίης μελέεσιν εφύμνια ταύτα λιγαίνει
υία θεού, μερόπων είνεκα τικτόμενον
εν χθονί και λύοντα πολύστονα πήματα κόσμου·
αλλ' άνα, ρητήρας ρύεο τώνδε πόνων.

Το εφύμνιο, η έκταση και το Θεοτοκίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης σταθερό γνώρισμα των Κοντακίων, το εφύμνιο σχεδόν αγνοείται από τον Ανδρέα Κρήτης και τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στους μεταγενέστερους μόλις διαφαίνεται, μάλλον συμπτωματικά παρά σκόπιμα. Είναι στοιχείο εντελώς δευτερεύον.

Η έκταση τού Κανόνα στον Ανδρέα Κρήτης είναι μεγάλη: ο Μέγας Κανών έχει 250 τροπάρια και είναι ο μεγαλύτερος Κανόνας που υπάρχει· η έλλειψη ακροστιχίδας τού δίνει ελευθερία σύνθεσης. Γενικά οι Κανόνες έχουν 3-5 τροπάρια σε κάθε ωδή και είναι μικρότεροι των Κοντακίων.

Συνηθίζεται το τελευταίο τροπάριο κάθε ωδής να αναφέρεται στη Θεοτόκο και έτσι ονομάζεται Θεοτοκίον. Στους Κανόνες των Παθών, αναφέρεται στη Σταύρωση και τη Θεοτόκο και το τροπάριο λέγεται Σταυροθεοτοκίον. Πολλές φορές τα πρώτα γράμματα των Θεοτοκίων σχηματίζουν το όνομα τού υμνογράφου.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την άποψη τού περιεχομένου οι Κανόνες διακρίνονται σε:

  • δεσποτικούς. Αναφέρονται από τη Γέννηση ως την Ανάληψη τού Χριστού. Είναι οι αρχαιότεροι Κανόνες.
  • θεομητορικούς.
  • Αγιολογικούς.
  • Περιστασιακούς: ικετήριοι, παρακλητικοί, δοξολογικοί, ευχαριστήριοι, κλπ που ψάλλονται σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως τού Ευχελαίου, της Εξομολογήσεως, Εις ψυχορραγούντα, για τον σεισμό τού 740 (Ιωσήφ τού υμνογράφου, με ακροστιχίδα "Ω Χριστέ της γης τον κλόνον παύσον τάχος").

Από την άποψη της μορφής είναι:

  • ασματικοί. Γράφονται σε γλώσσα κοινή -όχι όμως δημώδη- και σε ρυθμοτονικά μέτρα.
  • ιαμβικοί. Γράφονται σε γλώσσα αρχαία ποιητική και σε μέτρο ιαμβικό τρίμετρο (προσωδιακό). Στη λειτουργική χρήση της Εκκλησίας έχουμε τρείς ιαμβικούς, των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων και της Πεντηκοστής, όλοι έργα τού Ιωάννη τού Δαμασκηνού.

Διαφορές με το Κοντάκιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από εξωτερικές (μορφολογικές) διαφορές υπάρχουν στη γλώσσα, το ύφος, το μέλος, κά.

Το Κοντάκιο είναι σε γλώσσα απλή, σχεδόν δημώδης. Όμως ο Κανόνας έχει γλώσσα λόγια: από την κοινή εκκλησιαστική ως την αρχαΐζουσα ποιητική, όπως συμβαίνει στους ιαμβικούς Κανόνες με την απρόσιτη γλώσσα τους. Ο Ανδρέας Κρήτης, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Γερμανός Α΄ χρησιμοποιούν λόγια γλώσσα χωρίς πολλές ακρότητες και αρχαϊσμούς, ενώ ο Κοσμάς ο Μελωδός είναι συντηρητικός, αρχαιόπληκτος.

Το ύφος τού Κοντακίου είναι διηγηματικό, συναξαριακό. Όμως με τον Κανόνα περνά στην υμνογραφία το δόγμα, η καθαρή θεολογία. Αυτό δεν πειθαρχεί πάντα στην ποίηση, καθώς το δόγμα δεν επιτρέπει παραβάσεις. Πολλές φορές εκείνο που διατηρεί την ποίηση είναι το μέλος. Ωστόσο δεν είναι όλο το περιεχόμενο των Κανόνων δογματικό· οι αληθινοί ποιητές βρίσκουν τρόπους να λυρισμού. Στους δοξολογικούς και στους παρακλητικούς Κανόνες οι υμνογράφοι, αγγίζοντας τα αιώνια προβλήματα τού ανθρώπου να λυτρωθεί, εκφράζονται με καθαρή ποίηση. Το Κοντάκιο είναι συχνά διαλογικό, που τού προσδίδει δραματική ένταση· αλλά με τον Κανόνα η υμνογραφία επανέρχεται στις βιβλικές πηγές της, στο συγκινησιακό κλίμα της αρχαϊκής ανατολικής ποίησης.

Η πιο σημαντική διαφορά των δύο ειδών είναι στο μέλος (μουσική). Το Κοντάκιο έχει μεγάλη έκταση και επιτρέπει έναν Ήχο για το προοίμιο και έναν για τους οίκους, που ψάλλονται σύμφωνα με τον πρώτο, ομοιόμορφα· είναι μονότονο. Αντίθετα ο Κανόνας επιτρέπει στον ίδιο Ήχο μουσικές παραλλαγές, τόσες όσες οι ωδές. Στη μουσική αυτή ποικιλία, που δημιουργεί ευχάριστο κλίμα και δεν κουράζει, οφείλει ο Κανόνας τη επικράτησή του και τη μόνιμη χρήση του στη λατρεία.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]