Θωμάς Λιακουνάκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Θωμάς Λιακουνάκος είναι Έλληνας επιχειρηματίας.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Αποφοίτησε από το Οικονομικό Γυμνάσιο του Πειραιά, ενώ παρακολούθησε και το πρόγραμμα OPM στο Harvard Business School.[1]

Δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στο χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υγείας ως ιδιοκτήτης της Euromedica, στο χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οικονομική εφημερίδα Κέρδος, στο χώρο της οικιστικής ανάπτυξης με την εταιρεία ΑΧΟΝ DEVELOPMENT και στο χώρο του χρηματιστηρίου με την εταιρεία ΑΧΟΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΙΡΙΑΚΗ.[1]

Αμφιλεγόμενες είναι οι δραστηριότητές του που αφορούν το εμπόριο όπλων[εκκρεμεί παραπομπή], ως επίσημος εκπρόσωπος και σύμβουλος διεθνών εταιρειών κατασκευής αμυντικού εξοπλισμού, για την προώθηση και πώληση των οπλικών συστημάτων τους στο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος αρνείται τον χαρακτηρισμό «έμπορος όπλων» και υποστηρίζει ότι «το εμπόριο όπλων είναι παράνομο[εκκρεμεί παραπομπή]. Απλώς αντιπροσωπεύουμε ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες και έχουμε μια καλή συνεργασία με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας».[2] Οι εταιρείες συμφερόντων του Θ. Λιακουνάκου για την αντιπροσώπευση τέτοιων εταιρειών οπλικών συστημάτων εκτιμάται ότι έχουν αποσπάσει εξοπλιστικά προγράμματα άνω των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ.[2]

Ο Θωμάς Λιακουνάκος αναδείχθηκε στο πεδίο των εξοπλισμών αρχικά λόγω της υποστήριξης του προσωπικού του φίλου Ευάγγελου Αβέρωφ, που ήταν υπουργός Εθνικής Άμυνας από το 1974 ως το 1981, ενώ αργότερα έγινε στενός φίλος και συνεργάτης του Μιλτιάδη Έβερτ, με τον οποίο μάλιστα έγιναν και κουμπάροι.[2][3] Ο Έβερτ το 1996 επέβαλε την τοποθέτηση του Λιακουνάκου στο Διοικητικό Συμβούλιο της εφημερίδας Ελεύθερος Τύπος, προκαλώντας εσωκομματική κρίση στη Νέα Δημοκρατία.[3]

Παρ'όλα αυτά, αν και πολιτικά υποστηρικτής της Νέας Δημοκρατίας, ο Λιακουνάκος είχε αρκετές επαφές και με το ΠΑΣΟΚ, καθώς οι πιο κερδοφόρες δουλειές του έγιναν την πενταετία που υπουργός Εθνικής Άμυνας ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος.[2]

ΣΚΑΝΔΑΛΟ SONAK – Λιακουνάκος !

Το Δημόσιο πλήρωσε 43 εκατ. ευρώ για οπλικό σύστημα που δεν παρέλαβε ποτέ!

Πρόκειται για την προμήθεια παρεμβολέων και 11 κέντρων ακροάσεων, σύστημα για το οποίο και δόθηκε προκαταβολή στην εταιρεία SONAK του Θωμά

Λιακουνάκου.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα ηλεκτρονικού πολέμου είχε ως στόχο να προκαλεί σαμποτάζ στις επικοινωνίες του εχθρού ή να παρεμβάλλεται σε

αυτές.

Η συνολική αξία της σύμβασης ήταν 72 εκατομμύρια ευρώ χωρίς ΦΠΑ και οξύμωρο αποτέλεσε αρχικά το γεγονός ότι καταβλήθηκε ως προκαταβολή το

ποσό των 35 εκατομμυρίων ευρώ.

Η προκαταβολή ελέγχεται ποινικά, καθώς δεν επιτρέπεται να ξεπερνά το 40% της συνολικής αξίας.

Η σύμβαση αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε και μάλιστα παραμένει σε ισχύ, χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να έχει προμηθευτεί απολύτως τίποτα.

Το δεύτερο οξύμωρο είναι ότι το 2007 η υπόθεση οδηγήθηκε σε διαιτησία και λόγω των αποφάσεων του τότε Γενικού Γραμματέα του Υπ. Εθνικής Aμυνας, οι οποίες κατά τους εισαγγελείς έδεναν «χειροπόδαρα» το Ελληνικό Δημόσιο, κατέληξε σε δικαίωση της εταιρείας, αναγνωρίζοντας αποκλειστική υπαιτιότητα στη μη εκτέλεση της σύμβασης στο κράτος. Καταλόγισε δε πρόστιμο 3 εκατομμυρίων στο Δημόσιο και διέταξε την επιστροφή των εγγυητικών επιστολών της εταιρείας, καθώς και να κρατήσει την προκαταβολή.

Η διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης είχε ξεκινήσει το 2012 με παραγγελία της τότε προϊσταμένης της εισαγγελίας πρωτοδικών της Αθήνας κ. Ελένης Ράικου.

Ειδικότερα, οι διώξεις αφορούν στα αδικήματα της απιστίας σε συνδυασμό με το νόμο περί καταχραστών του Δημοσίου, της ηθικής αυτουργίας και της άμεσης συνέργειας στο αδίκημα αυτό.

Οι διώξεις στρέφονται εκτός του Θ. Λιακουνάκου και κατά δύο πρώην γενικών γραμματέων του υπουργείο Εθνικής Άμυνας, τον Γεώργιο Κολίρη και τον Ευάγγελο Βασιλάκο, ενός διευθυντικού στελέχους της SONAK αλλά και κατά 15 στρατιωτικών που συμμετείχαν σε επιτροπές, οι οποίες εισηγήθηκαν και τις σχετικές αποφάσεις.

Ο Λιακουνάκος μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος με την καταβολή εγγύησης 300.000 ευρώ και τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, μέχρι να διεξαχθεί η δίκη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]