Ηλεκτρονικά απόβλητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ηλεκτρονικά απόβλητα, γνωστά και ως e-waste, είναι τα απόβλητα που προκύπτουν από τις ηλεκτρονικές και ηλεκτρικές συσκευές. Τα ηλεκτρονικά απόβλητα, αν δεν διαχειριστούν κατάλληλα, αποτελούν κίνδυνο για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία και αποτελούν ένα παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Κάθε χρόνο παράγονται περίπου 40 εκατομμύρια τόνοι ηλεκτρονικών αποβλήτων σε παγκόσμιο επίπεδο.[1] Οι ηλεκτρικές συσκευές περιέχουν συστατικά όπως χαλκό, χρυσό, άργυρο, μόλυβδο, υδράργυρο και πλαστικό. Κάποια από τα οποία μπορούν να ανακτηθούν με τις κατάλληλες διαδικασίες ανακύκλωσης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τα επικίνδυνα συστατικά.[2]

Τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με τα ηλεκτρονικά απόβλητα μπορεί να οφείλονται στην άμεση επαφή με στοιχεία όπως ο μόλυβδος, το κάδμιο, οι βρωμιούχοι επιβραδυντές φλόγας και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια. Επίσης, η εισπνοή τοξικών αναθυμιάσεων αλλά και εισχώρηση των χημικών στοιχείων στην τροφική αλυσίδα μέσω της ρύπανσης του εδάφους και του νερού είναι πιθανές αιτίες για διάφορα ιατρικά προβλήματα. Τα παιδιά είναι πιο ευάλωτα στους κινδύνους υγείας που σχετίζονται με ηλεκτρονικά απόβλητα λόγω της απορρόφησης μεγαλύτερου ποσού τοξικών ρύπων αναλογικά με το μέγεθός τους.[3]

Χωματερές ηλεκτρονικών αποβλήτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 50%-80% των ηλεκτρονικών αποβλήτων από όλον τον κόσμο καταλήγουν σε χωματερές ανεπίσημης «ανακύκλωσης» σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν και οι Φιλιππίνες, όπου κάτοικοι των περιοχών επιβιώνουν αποσυναρμολογώντας και καίγοντας τα απόβλητα ώστε να ανακτηθούν τα συστατικά τους (μέταλλα όπως χαλκός και χρυσός) και να μεταπωληθούν. Οι ρύποι που προκύπτουν από αυτές τις διαδικασίες είναι επιζήμιοι για την υγεία και το περιβάλλον.[1][4] Γνωστά παραδείγματα τέτοιων χωματερών αποτελούν η πόλη Guiyu στην Κίνα και το Agbogbloshie στην Γκάνα. Η υγεία των παιδιών που μεγαλώνουν σε τέτοιες περιοχές βρίσκεται σε ιδιαίτερο κίνδυνο.[3]

Σύμβαση Basel[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύμβαση της Basel (Βασιλείας) για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, είναι διεθνής σύμβαση που εγκρίθηκε το 1989 στη βάση διαπραγμάτευσης υπό την αιγίδα του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον. Η σύμβαση ρυθμίζει τη διασυνοριακή διακίνηση επικίνδυνων και λοιπών αποβλήτων και απαιτεί από τα μέρη να διασφαλίζουν την περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση και διάθεση τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υπογράψει τη σύμβαση που τέθηκε σε εφαρμογή από το 1994.[5] Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, η εξαγωγή ηλεκτρονικών αποβλήτων προς αναπτυσσόμενες χώρες συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό παράνομα.[6][7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 McAllister, Lucy (Απρίλιος 2013). «The Human and Environmental Effects of E- Waste, Population Reference Bureau». www.researchgate.net (στα Αγγλικά). 
  2. «What Can We Do About the Growing E-waste Problem?». State of the Planet (στα Αγγλικά). 27 Αυγούστου 2018. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2020. 
  3. 3,0 3,1 «Electronic waste». WHO. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2020. 
  4. Elaine, Baker; Emmauelle, Bournay. «Vital Waste Graphics, GRIDArendal, UNEP, DEWA Europe». cld.bz. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2020. 
  5. «EUR-Lex - l28043 - EN - EUR-Lex». eur-lex.europa.eu. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2020. 
  6. Winsiewska, Aleksandra (10 Ιανουαρίου 2020). «What happens to your old laptop? The growing problem of e-waste» (PDF). Basel Action Network (στα Αγγλικά). 
  7. «EU exporting more waste, including hazardous waste — European Environment Agency». www.eea.europa.eu (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2020.