Εμφύλιος Πόλεμος του Ελ Σαλβαδόρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εμφύλιος Πόλεμος του Ελ Σαλβαδόρ
Τμήμα της Λατινοαμερικανικής κρίσης
ERP combatants Perquín 1990 55.jpg
Αντάρτες του "Λαϊκού Επαναστατικού Στρατού" (ERP), συνιστώσας του FMLN
Χρονολογία 1979–1992
Τόπος Ελ Σαλβαδόρ
Έκβαση Συμφωνία Ειρήνης του Τσαπουλτεπέκ
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
9.850 (1980)
39.000-51.150 (1985)
63.000-70.000 (1992)
12.000-15.000 (1984)
6.000-15.000 (1985)
8.000-10.000 (1992)
Απολογισμός
7.000 νεκροί
20.000 νεκροί
70.000-80.000 (σύνολο νεκρών), 8.000 αγνοούμενοι, 550.000 εκτοπισμένοι στο εσωτερικό της χώρας και 500.000 πρόσφυγες σε άλλες χώρες

Ο Εμφύλιος Πόλεμος του Ελ Σαλβαδόρ (1979-1992) ήταν η εμφύλια σύγκρουση στο Ελ Σαλβαδόρ μεταξύ της στρατιωτικής κυβέρνησης και του "Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί" (FMLN), έναν συνασπισμό 5 αριστερών ανταρτικών ομάδων. Ένα πραξικόπημα στις 15 Οκτωβρίου 1979 οδήγησε στις δολοφονίες διαδηλωτών από την κυβέρνηση καθώς και σε υπερασπστές της τελευταίας από τους αντάρτες, γεγονός που θεωρήθηκε ως το σημείο καμπής για τον εμφύλιο πόλεμο.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1980, οι αριστερές πολιτικές οργανώσεις ενώθηκαν σχηματίζοντας το "Συντονιστικό των Επαναστατημένων Μαζών" (CRM). Λίγους μήνες αργότερα, οι αριστερές ανταρτικές ένοπλες οργανώσεις ενώθηκαν σχηματίζοντας το "Ενιαίο Επαναστατικό Διευθυντήριο" (DRU), το οποίο μετονομάστηκε σε "Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί" (FMLN) μετά τη συγχώνευσή του με το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ελ Σαλβαδόρ τον Οκτώβριο του 1980. Ο εμφύλιος πόλεμος διήρκεσε περισσότερο από 12 χρόνια και σημαδεύτηκε από ακρότητες και από τις δύο πλευρές. Περιελάμβανε την σκόπιμη τρομοκράτηση και στοχοποίηση των πολιτών από "ομάδες θανάτου", τη βίαιη στρατολόγηση παιδιών-στρατιωτών, καθώς και άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κυρίως από τις κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά και σε μικρότερη κλίμακα και από τους αντάρτες.

Ένας άγνωστος αριθμός ανθρώπων εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, και αναφορές του Ο.Η.Ε. αναφέρουν ότι περισσότεροι από 75.000 σκοτώθηκαν. Οι Η.Π.Α. συνεισέφεραν στη σύγκρουση παρέχοντας μεγάλες ποσότητες στρατιωτικής βοήθειας στη στρατιωτική κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ κατά τη διάρκεια της προεδρίας των Κάρτερ και Ρήγκαν.

Το 1990, ο Ο.Η.Ε. ξεκίνησε ειρηνευτικές συνομιλίες και στις 16 Ιανουαρίου 1992, με την Συμφωνία Ειρήνης του Τσαπουλτεπέκ, που υπογράφτηκε στην Πόλη του Μεξικού, έληξε επίσημα η σύγκρουση.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ελ Σαλβαδόρ είναι η δεύτερη μικρότερη χώρα στην Κεντρική Αμερική μετά το Μπελίζ. Όπως σε πολλά κράτη της Λατινικής Αμερικής, η ιστορία του Ελ Σάβαδόρ χαρακτηρίζεται από χαρακτηριστική κοινωνικοοικονομική ανισότητα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο καφές έγινε πηγή σημαντικού εισοδήματος για τη χώρα, συνεισφέροντας στο 95% του Α.Ε.Π. της. Παρόλα αυτά το εισόδημα αυτό περιορίζεται μόνο στο 2% του πληθυσμού, διχάζοντας τους ανθρώπους μεταξύ μιας μικρής ισχυρής ελίτ και μιας φτωχοποιημένης πλειοψηφίας. Οι κοινωνικοοικονομικές εντάσεις μεγάλωσαν στη δεκαετία του '20, και από μια πτώση στις τιμές του καφέ μετά το Κραχ του '29. το 1932 το Κεντροαμερικανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα σχηματίστηκε και οδήγησε σε εξέγερση των χωρικών και των ιθαγενών πολιτών εναντίον της κυβέρνησης. Η τελευταία την κατέστειλε βίαια σε αυτή που έμεινε γνωστή ως "Η Σφαγή" (La Matanza), με τον στρατό να εξολοθρεύει 10.000 με 40.000 Ινδιάνους της χώρας. Ο Φαραμπούντο Μαρτί, αρχηγός της εξέγερσης, τελικώς συνελήφθη και θανατώθηκε, με τη θέση του Στρατού στο πολιτικό εποικοδόμημα της χώρας να ισχυροποιείται σημαντικά. Η σφαγή συνετέλεσε επίσης στο να ενδυναμώσει τα αισθήματα ισχυρής αποδοκιμασίας και εχθρότητας μεταξύ του πληθυσμού κατά της κυβέρνησης, και της στρατιωτικής και γαιοκτήμονικης ελίτ.

Στις 14 Ιουλίου του 1969 μια στρατιωτική σύγκρουση ξεκίνησε μετά του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας για διαμάχες στο μεταναστευτικό ρεύμα μετά τις μεταρρυθμισεις της Ονδούρας στη γη. Η σύγκρουση, γνωστή ως "Πόλεμος του Ποδοσφαίρου", διήρκεσε μόλις 4 ημέρες, προκάλεσε όμως σημαντικά μακροχρόνια δυσάρεστα αποτελέσματα στη σαλβαδοριανή κοινωνία. Το εμπόριο μεταξύ των δύο κρατών σταμάτησε, προκαλώντας τρομακτική οικονομική ζημιά και στα δύο κράτη. Περίπου 300.000 Σαλβαδοριανοί αναγκάστηκαν να εκτοπιστούν εξαιτίας της σύγκρουσης, οι περισσότεροι εξορίστηκαν απο την Ονδούρα. Σε πολλές περιπτώσεις η κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Ο "Πόλεμος του Ποδοσφαίρου" ενδυνάμωσε επίσης τη δύναμη του στρατού στο Ελ Σαλβαδόρ, οδηγώντας σε εκτεταμένη διαφθορά. Τα χρόνια που ακολούθησαν τον πόλεμο, η κυβέρνηση αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες και αγόρασε όπλα από χώρες όπως το Ισραήλ, η Βραζιλία, η Δυτική Γερμανία και οι Η.Π.Α., σε μια προσπάθεια να εκσυγχρονίσει τον σαλβαδοριανό στρατό.

Το 1973 η κρίση του πετρελαίου οδήγησε στην αύξηση των τιμών και μείωσε το γεωργικό απόθεμα. Αυτό χειροτέρεψε την υπάρχουσα κοινωνικοοικονομική ανισότητα στη χώρα, οδηγώντας σε αυξημένη ανταρσία. Σε ανταπόκριση, ο πρόεδρος Αρτούρο Αρμάντο Μολίνα εισήγαγε μια σειρά μεταρρυθμίσεων στη γη, επιθυμώντας την αναδιανομή της μεγάλης γαιοκτησίας στους χωρικούς. Οι μεταρρυθμίσεις απέτυχαν, εξαιτίας της αντίδρασης της ελίτ των γαιοκτημόνων, ενδυναμώνοντας την εξαπλούμενη δυσαρέσκεια ενάντια στην κυβέρνηση.

Στις 20 Φεβρουρίου 1977, ο στρατηγός Ουμπέρτο Ρομέρο, από το "Κόμμα Εθνικής Συμφιλίωσης" (PCN), επικράτησε του "Επαναστατικού Κόμματος Δημοκρατικής Ενοποίησης" σε εκλογές που σημαδεύτηκαν από νοθεία και βία από τις παραστρατιωτικές ομάδες της κυβέρνησης, όπως η διαβόητη "Όρντεν" (ORDEN, "Τάξη" στα ισπανικά), που τρομοκρατούσε τους ψηφοφόρους με μασέτες. Η περίοδος μεταξύ των εκλογών και της τελετής ορκωμοσίας του Προέδρου Ρομέρο την 1η Ιουλίου 1977 χαρακτηρίστηκε από μαζικές διαμαρτυρίες από το λαϊκό κίνημα, που αντιμετωπίστηκαν με κρατική καταστολή. Στις 28 Φεβρουαρίου 1977, πλήθος διαδηλωτών συγκεντρώθηκε στο κέντρο της Πόλης του Ελ Σαλβαδόρ για να διαμαρτυρηθεί για την εκλογική νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας άνοιξαν πυρ, οδηγώντας σε σφαγή καθώς αδιάκριτα σκότωσαν διαδηλωτές και διερχομένους. Οι εκτιμήσεις για το σύνολο των νεκρών πολιτών κάνουν λόγο για 200 έως 1.500 άτομα. Ο Πρόεδρος Μολίνα κατηγόρησε τους διαδηλωτές ως όργανα κομμουνιστών άλλων χωρών, και άμεσα εξόρισε έναν αριθμό κορυφαίων μελών του κόμματος "Ηνωμένη Εθνική Αντιπολίτευση" (UNO) από τη χώρα.

Η καταστολή συνεχίστηκε μετά την ορκωμοσία του Προέδρου Ρομέρο, οπότε η νέακυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας και ανέστειλε πολιτικές ελευθερίες. Στην ύπαιθρο, η αγροτική ελίτ οργανώθηκε και χρηματοδότησε "ομάδες θανάτου", όπως τη διαβόητη "Ένοπλες Δυνάμεις του Ρεγαλάδο" (FAR) υπό την ηγεσία του Έκτορ Ρεγαλάδο, γαιοκτήμονα και οδοντίατρου. Ενώ οι "ομάδες θανάτου" ήταν αρχικώς αυτόνομες από τον Σαλβαδοριανό Στρατό και αποτελούντο από πολίτες (π.χ. οι FAR είχαν προκύψει από μια ομάδα Προσκόπων), σύντομα ανέλαβε την καθοδήγησή τους η στρατιωτική μυστική υπηρεσία "Ανσεσάλ" (ANSESAL), υπό τη διεύθυνση του ταγματάρχη Ρομπέρτο Ντ' Ωμπουισόν, με αποτέλεσμα οι συγκεκριμένες ομάδες να αποτελέσουν κρίσιμο και σημαντικό τμήμα του κρατικού μηχανισμού καταστολής, δολοφονώντας χιλιάδες συνδικαλιστές, ακτιβιστές, φοιτητές, μαθητές, καθηγητές και δασκάλους ύποπτους για υποστήριξη προς την Αριστερά. Η "Χριστιανική Νομική Υποστήριξη" (Socorro Jurídico Cristiano), ένα γραφείο νομικής βοήθειας μέσα στην Καθολική Αρχιεπισκοπή του Ελ Σαλβαδόρ και η σημαντικότερη ομάδα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, ανέφερε την εκτέλεση 687 πολιτών από τις κυβερνητικές δυνάμεις το 1978. Το 1979, ο αριθμός των καταγεγραμμένων εκτελέσεων ανέβηκε στις 1.796. Η καταστολή οδήγησε πολλούς στην Καθολική Εκκλησία να αποκηρύξουν την κυβέρνηση, η οποία αντέδρασε με καταστολή του Κλήρου.

Πραξικόπημα, καταστολή και εξέγερση: 1979-1981[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τις εντάσεις να διογκώνονται και τη χώρα στα όρια της ανταρσίας, η στρατιωτική κυβέρνηση (JRG) ανέτρεψε τον Πρόεδρο της χώρας, τον στρατηγό Ουμπέρτο Ρομέρο με πραξικόπημα στις 15 Οκτωβρίου 1979. Οι Η.Π.Α. είδαν το πραξικόπημα ως ευτυχές γεγονός, δεδομένης της πρόσφατης ανατροπής του καθεστώτος Σομόζα στη Νικαράγουα, και προσέφεραν στη χούντα μεγάλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια: το 1980 μόνο, οι Η.Π.Α. διένειμαν 5,7 εκατομμύρια δολάρια στο Στρατό του Ελ Σαλβαδόρ, ώστε να προλάβουν με κάθε κόστος μια "άλλη Νικαράγουα". Επιθυμούσα να οικοδομήσει μια λαϊκή εικόνα, η χούντα εφήρμοσε μια μεταρρύθμιση στη γη, που περιόριζε τη δυνατότητα κατοχής γης στα εκατό εκτάρια μάξιμουμ, εθνικοποίησε τις τράπεζες, το εμπόριο του καφέ, και τις βιομηχανίες ζάχαρης, προγραμματίζοντας εκλογές για τον Φεβρουάριο το 1982, ενώ αφόπλισε και διέλυσε την παραστρατιωτική ιδιωτική "ομάδα θανάτου" ORDEN την 6η Νοεμβρίου 1979. Παρόλα αυτά, τα μέτρα συνάντησαν ισχυρή αντίσταση από τη στρατιωτική ελίτ και την ελίτ των πλουτοκρατών, που πέτυχαν στην πραγματικότητα να αναβάλουν την εφαρμογή τους. Αυτό πυροδότησε αυξημένες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις από την Αριστερά, που απαίτσησε από την κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις ανησυχίες των περιθωριοποιημένων.

Στις 3 Ιανουαρίου 1980 και τα τρία πολιτικά μέλη της χούντας παραιτήθηκαν, μαζί με 10 από τους 11 υπουργούς της. Στις 22 Ιανουαρίου 1980, η Σαλβαδοριανή Εθνική Φρουρά (μία εκ των τριών σωμάτων ασφαλείας της χώρας, με καθήκοντα προστασίας κυρίως των μεγάλων αγροκτημάτων της υπαίθρου) επιτέθηκε σε μια μαζική ειρηνική διαδήλωση, σκοτώνοντας περίπου 50 άτονα και τραυματίζοντας εκατοντάδες. Στις 6 Φεβρουαρίου, ο πρέσβης των Η.Π.Α. Φρανκ Ντιβάιν ενημέρωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι η Άκρα Δεξιά εξοπλιζόταν και ετοιμαζόταν για μια αντιπαράθεση στην οποία περίμενε ξεκάθαρα τη συμμαχία της στρατιωτικής κυβέρνησης. Ο Χοσέ Ναπολεόν Ντουάρτε έγινε μέλος της χούντας λίγο αργότερα, στις 9 Μαρτίου 1980, γεγονός που οδήγησε σε μια εντατικοποίηση των δραστηριοτήτων των "ομάδων θανάτου" και της κυβερνητικής καταστολής.

Τον Φεβρουάριο του 1980 ο Αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο δημοσίευσε μια "ανοιχτή" επιστολή του στον Πρόεδρο των Η.Π.Α. Τζίμι Κάρτερ, στο οποίο τον παρακαλούσενα ν' αναστείλει το εν εξελίξει πρόγραμμα στρατιωτικής βοήθειας στο καθεστώς του Ελ Σαλβαδόρ. Συμβούλευσε τον Κάρτερ ότι "η πολιτική δύναμη είναι στα χέρια των στρατιωτικών δυνάμεων. Γνωρίζουν μόνο πώς να καταστέλλουν το λαό και να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της σαλβαδοριανής ολιγαρχίας." Ο Ρομέρο προειδοποιούσε ότι η αμερικανική βοήθεια απλώς θα "όξυνε την έλλειψη δικαιοσύνης και την καταστολή των οργανώσεων του λαού που επανειλημμένα αγωνίζοντο να κερδίσουν το σεβασμό για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα." Στις 24 Μαρτίου 1980, ο Αρχιεπίσκοπος δολοφονήθηκε την ώρα της Θείας Λειτουργίας, την επομένη μέρα μετά το διάγγελμά του με το οποίο καλούσε τους Σαλβαδοριανούς στρατιώτες και τις δυνάμεις ασφαλείας να μην υπακούουν στις κυβερνητικές διαταγές να σκοτώνουν πολίτες. Ο Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ δήλωσε ότι επρόκειτο για μια "σοκαριστική και εξωφρενική πράξη". Σητν κηδεία του Ρομέρο μια εβδομάδα μετά, κυβερνητικοί ελεύθεροι σκοπευτές στο Εθνικό Παλάτι και στην περίμετρο της πλατείας Χεράρδο Μπάρριος, πυροβόλησαν 42 συμμετέχοντες.

Στις 7 Μαΐου 1980, ο πρώην ταγματάρχης του Σαλβαδοριανού Στρατού, Ρομπέρτο Ντ΄ Ωμπουισόν, συνελήφθη σε μια φάρμα μαζί με μια ομάδα πολιτών και στρατιωτών. Οι επιδρομείς βρήκαν έγγραφα που συνέδεαν αυτόν και τους άλλους συλληφθέντες πολίτες ως οργανωτές και χρηματοδότες των "ομάδων θανάτου" που εκτέλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο Ρομέρο, και ως συνωμότες για πραξικόπημα εναντίον της χούντας (JRG). Η σύλληψή τους προκάλεσε τρομοκρατικές απειλές από δεξιές ομάδες, οι οποίες μαζί με καθεστωτικές πιέσεις ανάγκασαν τη χούντα να ελευθερώσει τον Ντ' Ωμπουισόν. Το 1993, έρευνα του Ο.Η.Ε. επιβεβαίωσε ότι ο Ντ' Ωμπουισόν είχε διατάξει την εκτέλεση του Αρχιεπισκόπου Ρομέρο.