Εμβόλια παρωτίτιδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα εμβόλια παρωτίτιδας προλαμβάνουν επιτυχώς την παρωτίτιδα. Όταν χορηγούνται στην πλειοψηφία, μειώνουν τις επιπλοκές σε επίπεδο πληθυσμού. [1] Η αποτελεσματικότητά τους εκτιμάται σε 85%, όταν το 90% του πληθυσμού είναι εμβολιασμένο.[2] Για μακροχρόνια πρόληψη απαιτούνται δύο δόσεις. Η χορήγηση της πρώτης δόσης συνιστάται στην ηλικία των 12-18 μηνών. Η δεύτερη δόση συνήθως χορηγείται στην ηλικία των 2-6 ετών.[1] Η χρήση μετά την έκθεση στον ιό σε εκείνους που δεν είναι ήδη άνοσοι μπορεί να είναι χρήσιμη.[3]

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εμβόλια κατά της παρωτίτιδας είναι πολύ ασφαλή και έχουν γενικά ήπιες παρενέργειες.[1][3] Ενδέχεται να προκαλέσουν ήπιο πόνο και οίδημα στο σημείο έγχυσης, καθώς επίσης ήπιο πυρετό. Σημαντικές παρενέργειες είναι σπάνιες.[1] Δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να συσχετίζουν το εμβόλιο με επιπλοκές, όπως για παράδειγμα νευρολογικές επιπτώσεις.[3] Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται σε εγκύους ή σε άτομα με σοβαρή ανοσοκαταστολή.[1] Υπάρχουν πενιχρά αποτελέσματα από την εξέταση παιδιών από μητέρες που είχαν εμβολιαστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα οποία όμως δεν έχουν τεκμηριωθεί.[1][3] Παρόλο που το εμβόλιο έχει αναπτυχθεί στα κύτταρα εμβρύων κότας, μπορεί να χορηγηθεί σε άτομα με αλλεργία στο αυγό.[3]

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εμβόλιο περιλαμβάνεται στα προγράμματα εμβολιασμού των περισσότερων χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου και πολλών του αναπτυσσόμενου κόσμου συνήθως σε συνδυασμό με το εμβόλιο ιλαράς και το εμβόλιο ερυθράς, γνωστό ως το τριπλό εμβόλιο MMR.[1] Ένα σκεύασμα σε συνδυασμό των τριών προηγούμενων και του εμβολίου ανεμοβλογιάς, γνωστό ως MMRV, είναι επίσης διαθέσιμο.[3] Το 2005, 110 χώρες παρείχαν το εμβόλιο σ’ αυτήν τη μορφή. Σε περιοχές όπου έχει διεξαχθεί εκτεταμένος εμβολιασμός, έχει διαπιστωθεί μια μείωση του επιπέδου της ασθένειας μεγαλύτερη από 90%. Έχουν χορηγηθεί περίπου μισό δισεκατομμύριο δόσεις ενός συγκεκριμένου τύπου του εμβολίου.[1]

Ιστορία, κοινωνία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα εμβόλιο παρωτίτιδας εγκρίθηκε πρώτη φορά το 1948, αλλά είχε μόνο βραχυπρόθεσμη αποτελεσματικότητα.[3] Βελτιωμένα εμβόλια διατέθηκαν στην αγορά τη δεκαετία του 1960. Ενώ το πρώτο εμβόλιο ήταν αδρανοποιημένο, τα μεταγενέστερα παρασκευάσματα είναι ζώντα στελέχη του ιού σε εξασθενημένη μορφή.[1] Περιλαμβάνεται στον Πρότυπο Κατάλογο Βασικών Φαρμάκων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έναν κατάλογο των σημαντικότερων φαρμακευτικών ουσιών που χρειάζονται σε ένα βασικό σύστημα υγείας.[4] Από το 2007 υπάρχουν διάφοροι τύποι του εμβολίου προς χρήση.[1]

Δείτε ακόμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 «Mumps virus vaccines.». Weekly epidemiological record 82 (7): 49-60. 16 Feb 2007. PMID 17304707. http://www.who.int/wer/2007/wer8207.pdf?ua=1. 
  2. Hviid A, Rubin S, Mühlemann K (March 2008). «Mumps». The Lancet 371 (9616): 932–44. doi:10.1016/S0140-6736(08)60419-5. PMID 18342688. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 Atkinson, William (Μαΐου 2012). Mumps Epidemiology and Prevention of Vaccine-Preventable Diseases (12 έκδοση). Public Health Foundation. σελίδες Chapter 14. ISBN 9780983263135. 
  4. «WHO Model List of EssentialMedicines» (PDF). World Health Organization. Οκτωβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 22 Απριλίου 2014. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mumps vaccine της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).