Εκπαίδευση ενηλίκων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, η ταχύτατη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, η κατεύθυνση και η ανταγωνιστικότητα σε επίπεδο εκπαίδευσης, η αναγκαία μετάβαση από την Κοινωνία της Πληροφορίας στην Κοινωνία της Γνώσης καθιστούν την ανάγκη της δια βίου μάθησης.

Δεν είναι πλέον μόνο τα παιδιά που υφίσταται αγωγή αλλά και οι ενήλικες, άνδρες και γυναίκες. Η εκπαίδευση ενηλίκων προσδοκά την καλλιέργεια γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων απαραίτητων στο σύγχρονο εργαζόμενο πολίτη. Η εκπαίδευση αυτή πρωτίστως αναδεικνύει και στηρίζεται σε χαρακτηριστικά των ενηλίκων, όπως η εμπειρία τους σε διάφορους κοινωνικούς ρόλους και οι ιδιότητες που κατέχουν( π.χ. πνευματική καλλιέργεια, ιδιότητα γονέα κ.α.). Σε αυτό το πλαίσιο η εκπαίδευση ενηλίκων αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα που σχετίζονται με ενήλικους.

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκπαίδευση ενηλίκων εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της Δια βίου εκπαίδευσης και μάθησης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Συμβάλλει στην κατανόηση των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών και στην προσαρμογή των ανθρώπων στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της κοινωνίας της γνώσης, καθώς και στην κατάρτιση των ατόμων στον εργασιακό τους τομέα, στον εμπλουτισμό της προσωπικής τους ζωής και στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας.

Σε οποιαδήποτε ανάλυση των όρων "εκπαίδευση ενηλίκων" και "εκπαίδευση για ενηλίκους", ο όρος του ενηλίκου είναι σημαντικά δύσκολος να οριστεί, καθώς υπάρχουν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες για το τι μπορεί να είναι "ενήλικος". Πολλοί σπεύδουν να συνδέουν την έννοια ενήλικος με την ηλικία. Όμως δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ηλικία που να προσδιορίζει τον ενήλικο.[1] Σύμφωνα με την UNESCO (1976), "ενήλικοι είναι εκείνοι που θεωρούνται ενήλικοι απ’ την κοινωνία στην οποία ζουν".[2] Επιπλέον, στην προσπάθεια να οριστεί η έννοια του ενήλικου ορισμένοι μελετητές ανάδειξαν την έννοια της ενηλικιότητας. Σύμφωνα με τον Knowles, η ενηλικιότητα σχετίζεται με το γεγονός ότι και η επίγνωση των ίδιων των ατόμων για τον εαυτό τους και η αντίληψη των άλλων γι’ αυτά τους αποδίδει το χαρακτηρισμό της ενηλικιότητας μέσα στην ίδια την κοινωνία τους. Επομένως, η εκπαίδευση για ενηλίκους αναφέρεται σε εκείνες τις μαθησιακές διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν άνθρωποι, που έχουν κατορθώσει να φτάσουν στην κατάσταση του ενήλικου.[2]

Παραπέρα, ένας άλλος όρος που χρησιμοποιείται είναι ο όρος "εκπαίδευση για ενήλικους". Αυτός μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε εκπαιδευτική διαδικασία όπου εμπλέκονται ενήλικοι, τόσο σε γενικό επίπεδο όσο και σε επαγγελματικό. Η ορολογία αυτή υποδηλώνει επίσης ότι η εκπαίδευση δεν ολοκληρώνεται σε κανένα στάδιο της ζωής και ότι η εκπαίδευση για ενηλίκους μπορεί πράγματι να ξεκινάει κατά την περίοδο της αρχικής εκπαίδευσης και, για κάποιους ανθρώπους, να συνεχίζεται σε πεδία μετά την υποχρεωτική εκπαίδευση.[3]

Χαρακτηριστικά εκπαίδευσης ενηλίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκπαίδευση ενηλίκων διαφοροποιείται σημαντικά από την τυπική εκπαίδευση, γιατί αναφέρεται σε ενήλικα άτομα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ανάγκες. Σύμφωνα με τον Alan Rogers [4], τα γενικά χαρακτηριστικά των ενήλικων εκπαιδευομένων είναι τα εξής:

  • Οι συμμετέχοντες είναι εξ ορισμού ενήλικοι.
  • Βρίσκονται σε εξελισσόμενη διεργασία ανάπτυξης, όχι στο ξεκίνημα μιας διεργασίας
  • Φέρνουν μαζί τους ένα σύνολο εμπειριών και αξιών.
  • Έρχονται στην εκπαίδευση με δεδομένες προθέσεις.
  • Έρχονται με προσδοκίες όσον αφορά τη μαθησιακή διεργασία.
  • Έχουν ανταγωνιστικά ενδιαφέροντα.
  • Έχουν διαμορφώσει ήδη τα δικά τους μοντέλα μάθησης.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έχουν σημαντική επίδραση στον τρόπο οργάνωσης των προγραμμάτων εκπαίδευσης των ενηλίκων και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Βεργίδη (2005), η ιδέα της εκπαίδευσης ενηλίκων ανάγεται στον Πλάτωνα και στην πολιτική θέσμιση της αρχαίας ελληνικής πόλης. Αρκετούς αιώνες αργότερα, συγκεκριμένα τον 19ο αιώνα, δραστηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων αναπτύσσονται στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη και δημιουργούνται θεσμοί που οργανώνονται συστηματικά, δημιουργώντας παράλληλα και την κατάλληλη υποδομή. Ουσιαστικός προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ο ρόλος του εργατικού κινήματος.

Η εκπαίδευση ενηλίκων συνδέεται με τις εκάστοτε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Οι φορείς εκπαίδευσης ενηλίκων και οι δραστηριότητες τους αναπτύσσονται στα πλαίσια των κοινωνικοοικονομικών, πολιτισμικών και πολιτικών συνθηκών, που δημιουργούν ιστορικές δυνατότητες και περιορισμούς στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή εκπαιδευτικών πολιτικών. Η ανάγκη οργάνωσης της εκπαίδευσης των ενηλίκων προέκυψε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, την άνοδο της αστικής τάξης στην εξουσία τον 18ο αιώνα, τη διάλυση των συντεχνιών και τη συνεπακόλουθη αποδιοργάνωση του συστήματος της μαθητείας.[5]

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα, δραστηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων, κυρίως μαθήματα αλφαβητισμού, άρχισαν να οργανώνονται προς τα τέλη του 19ου αιώνα από διάφορους μορφωτικούς συλλόγους. Παράλληλα, τα ανερχόμενα αστικά στρώματα ίδρυσαν συλλογικούς φορείς, που οργάνωσαν μαθήματα κατάρτισης για εργαζομένους.[5] Από τις αρχές του 20ου αιώνα το εργατικό κίνημα πήρε πρωτοβουλίες για τη μόρφωση των εργατών, ενώ τα Επιμελητήρια της Αθήνας και του Πειραιά ίδρυσαν νυχτερινά τεχνικά σχολεία. Την περίοδο εκείνη εμφανίζονται πρωτοβουλίες μορφωτικών συλλόγων και επαγγελματικών ενώσεων καθώς επίσης και προγράμματα αλφαβητισμού. Προέκυψε ανάγκη αντιμετώπισης αναλφαβητισμού, κοινωνικής ενσωμάτωσης, ηθικής διαπαιδαγώγησης, ανάπτυξης βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής.

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το ελληνικό κράτος ίδρυσε νυχτερινές σχολές για τον αλφαβητισμό ενηλίκων, στα πλαίσια μιας ευρύτερης προσπάθειας για την αφομοίωση των ξενόφωνων και κυρίως των μειονοτήτων που παρέμειναν στην Ελλάδα μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών. Τότε έχουμε και δραστηριότητες συμπληρωματικής κατάρτισης. Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου και του Εμφυλίου, άρχισε η προσπάθεια δημιουργίας ενός δικτύου εκπαίδευσης ενηλίκων, κυρίως με πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σε διεθνές επίπεδο, αλλά και στην Ελλάδα, οργανώθηκαν εκστρατείες για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού. Τα προγράμματα αλφαβητισμού και βασικής παιδείας που εφαρμόστηκαν σταδιακά επεκτάθηκαν, συνδυάστηκαν και εμπλουτίστηκαν με βασικές γνώσεις επαγγελματικής και κοινωνικής κατάρτισης. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, στη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ιδρύθηκαν διάφοροι φορείς εκπαίδευσης ενηλίκων που απευθύνονταν σε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών πληθυσμών- στόχων: η Υπηρεσία Λαϊκής Επιμόρφωσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για τους αναλφάβητους, τα Κέντρα Γεωργικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Γεωργίας για τους αγρότες, ο Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού για τους εργάτες, ο Ελληνικός Οργανισμός Μικρών Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας για τους βιοτέχνες και το Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας για το επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Παράλληλα με τους φορείς αυτούς, δραστηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων οργανώνονται από πλειάδα φορέων, όπως ο Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας, η Χριστιανική Ένωση Νέων, ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός κ.α.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι παγκόσμιες πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις άλλαξαν τελείως το τοπίο στην εκπαίδευση ενηλίκων. Το «Λευκό βιβλίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο Διδασκαλία και Μάθηση- Προς την κοινωνία της γνώσης», που εκπονήθηκε το 1995, αποτέλεσε το πλαίσιο αναφοράς για την ανακήρυξη του 1996 «Ευρωπαϊκού έτους δια βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης», με σκοπό την ευρεία συζήτηση με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, τους εκπαιδευτικούς, τις επιχειρήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους κ.α. Τα επόμενα χρόνια η δια βίου εκπαίδευση και μάθηση εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση και καθιερώθηκε ως βασική διάσταση της ευρωπαϊκής πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας το 2000.

Η προσαρμογή της εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις προδιαγραφές του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου είχαν και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Το αναμφισβήτητο αποτέλεσμα αυτής της προσαρμογής ήταν η ριζική αναθέσμισή της. Οι κρατικοί φορείς εκπαίδευσης ενηλίκων στην καλύτερη περίπτωση διαφοροποιήθηκαν και αναδιοργανώθηκαν, και στη χειρότερη καταργήθηκαν. Αντίθετα, αναπτύχθηκε ο ιδιωτικός τομέας εκπαίδευσης ενηλίκων.

Αποτέλεσμα της εξέλιξης της εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα τις τελευταίες δυο δεκαετίες ήταν η σύνδεσή της με τη δια βίου μάθηση και η ψήφιση ενός νέου θεσμικού πλαισίου.

Μορφές εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον νόμο 3879/2010 (Ανάπτυξη της δια βίου μάθησης και λοιπές διατάξεις), και συγκεκριμένα το άρθρο 2, η εκπαίδευση ενηλίκων στην Ελλάδα αποτελείται από την τυπική, την μη τυπική εκπαίδευση και την άτυπη μάθηση[6].

Τυπική εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι η εκπαίδευση όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα και παρέχεται στο πλαίσιο του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και πραγματοποιείται στο σχολείο και στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Σύμφωνα με το υπουργείο, οδηγεί στην «απόκτηση πιστοποιητικών αναγνωρισμένων σε εθνικό επίπεδο από τις δημόσιες αρχές και αποτελεί μέρος της διαβαθμισμένης εκπαιδευτικής κλίμακας». Στην τυπική εκπαίδευση εντάσσεται και η γενική τυπική εκπαίδευση ενηλίκων. Αφορά ένα ιεραρχικά δομημένο και χρονικά διαβαθμισμένο σύστημα από την πρωτοβάθμια έως το πανεπιστήμιο.

Μη τυπική εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκπαίδευση που παρέχεται σε «οργανωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση πιστοποιητικών αναγνωρισμένων σε εθνικό επίπεδο».[6] Για παράδειγμα, μη τυπική εκπαίδευση θεωρούνται τα μαθήματα σε φροντιστήρια (για ξένες γλώσσες, χειρισμό Η/Υ), τα μαθήματα σε ωδεία και σχολές χορού, η παρακολούθηση προγραμμάτων ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης κ.ά. Είναι με λίγα λόγια κάθε οργανωμένη δραστηριότητα έξω από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα και έχει συγκεκριμένο στόχο και ακροατήριο.

Άτυπη μάθηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άτυπη μάθηση αποτελούν οι μαθησιακές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκτός οργανωμένου εκπαιδευτικού πλαισίου, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, στο πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου ή επαγγελματικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Η άτυπη μάθηση περιλαμβάνει τις κάθε είδους δραστηριότητες αυτομόρφωσης, όπως η αυτομόρφωση με έντυπο υλικό ή μέσω διαδικτύου ή με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ποικίλων εκπαιδευτικών υποδομών, καθώς και τις γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτά το άτομο από την επαγγελματική του εμπειρία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jarvis, 2003
  2. 2,0 2,1 Jarvis, 2003 σελ. 53
  3. Jarvis, 2003, σελ.54
  4. Rogers, 1999 σελ. 92
  5. 5,0 5,1 Βεργίδης, 2005
  6. 6,0 6,1 http://www.kek.uth.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=60:2010-09-30-07-54-58&catid=38:2010-09-21-16-08-20&Itemid=29

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βεργίδης, Δ., & Πρόκου, Ε., 2005, Στοιχεία κοινωνικό-οικονομικής Λειτουργίας και θεσμικού πλαισίου, ΕΑΠ, τομ. Α’, Πάτρα.
  • Jarvis Peter, (2003), Συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση, θεωρία και πράξη, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Μανιάτη, Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Καραλής Θανάσης (2008), Εκπαίδευση Ενηλίκων και Δια βίου Μάθηση: Απόπειρα χαρτογράφησης των ερευνητικών τάσεων
  • Μουζάκης Χαράλαμπος (2006), Η εκπαίδευση Ενηλίκων στην Ελλάδα, (ΙΔΕΚΕ).
  • Rogers Alan, (1999), Η εκπαίδευση ενηλίκων, Μετάφραση: Μαρία Κ. Παπαδοπούλου, Μαρία Τόμπρου, Αθήνα: Μεταίχμιο.
  • http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=5017
  • http://reviews.in.gr/greece/education/article/?aid=123105641