Δομική ανομία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δομική ανομία είναι έννοια που χρησιμοποιεί ο κοινωνιολόγος Ρόμπερτ Μέρτον (Robert K. Merton) προκειμένου να περιγράψει και να εξηγήσει την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Ορίζοντάς την σε αδρές γραμμές, θα λέγαμε ότι πρόκειται για την ένταση που προκαλείται στο άτομο όταν οι παραδεδεγμένοι κανόνες συγκρούονται με την κοινωνική πραγματικότητα. Δανειζόμενος την έννοια αυτή από τον κοινωνιολόγο Εμίλ Ντιρκέμ, ο Μέρτον την επεκτείνει και της αποδίδει μεγαλύτερη πρακτική αξία απελευθερώνοντάς την από τα στενά όρια της μελέτης του κοινωνικού φαινομένου της αυτοκτονίας (La Suicide). Κατ' αυτόν το τρόπο, μάλιστα, εγκαινιάζει και τη μετάβαση από την κλασική στη μοντέρνα κοινωνιολογία. Αναπτύσσοντας, λοιπόν, τις θέσεις του περί ανομίας ο Μέρτον γίνεται ο εισηγητής μίας τυπολογικής προσέγγισης της εγκληματικής συμπεριφοράς, εκθέτοντας πέντε πιθανούς τρόπους αντίδρασης του κοινωνικού υποκειμένου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόμπερτ Κ. Μέρτον (Robert K Merton) ήταν κοινωνιολόγος, παιδαγωγός και αναγνωρισμένος με τον τίτλο του ακαδημαϊκού σε διεθνές επίπεδο για τη σύγχρονη έρευνα στην κοινωνιολογία και την κοινωνική πολιτική. Θεωρείται μάλιστα, λόγω της συμβολής του στη μελέτη σε επιστημονικό επίπεδο μεγάλων κοινωνικών παραγόντων, ιδρυτής της κοινωνιολογίας της επιστήμης

Γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια στις 5 Ιουλίου 1910, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Temple και έλαβε το διδακτορικό του τίτλο από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1936. Δέχτηκε μεγάλη επίδραση από τους: George E. Simpson, George Sarton, Pitirim Sorokin, Talcott Parsons και I. J. Henderson. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του Τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ενώ έλαβε εθνική και διεθνή αναγνώριση για τη συμβολή του στην κοινωνιολογική ανάλυση. Αντικείμενο των ενδιαφερόντων του ήταν η μελέτη θεμάτων κοινωνικοποίησης, η κοινωνική κανονικότητα και η παρέκκλιση, καθώς και η έννοια της πνευματικής ευελιξίας στην απάτη. Σημαντικά έργα του: Κοινωνική θεωρία και Κοινωνική Διάρθρωση(1949) και Η κοινωνιολογία της επιστήμης(1973). Κατέληξε στις 23 Φεβρουαρίου 2003, στη Νέα Υόρκη.

Κοινωνική δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ας ξεκινήσουμε κατ' αρχάς ορίζοντας μία άλλη θεμελιώδη έννοια που συναντάται ευρέως στο έργο του Αμερικανού κοινωνιολόγου, αυτή της κοινωνικής δομής. Κοινωνική δομή για τον Μέρτον είναι ένα πρότυπο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων που συντίθεται από μία βαθιά κρυμμένη διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας και περιορίζει ή διευκολύνει την επίδραση στην κοινωνική ζωή. Τα άτομα έχουν μία συγκεκριμένη θέση μέσα σε αυτό το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων και αυτή η θέση συνιστά το ιδιαίτερο status καθενός υποκειμένου. Το status έχει τρεις διαστάσεις:

  • η διάσταση των νορμών, των κανόνων δηλαδή που χαρακτηρίζουν το status.
  • η διάσταση των ευκαιριών(δικαιωμάτων), παραδείγματος χάρη οι ευκαιρίες ζωής, οι εναλλακτικές οδοί και οι διευκολύνσεις που έχει στη διάθεσή του το άτομο.
  • η διάσταση των ιδεών, παραδείγματος χάρη οι πεποιθήσεις, οι ιδέες ή τα πιστεύω του κοινωνικού υποκειμένου.

Ο συνδυασμός αυτών των διαστάσεων του status καθορίζει τη διαφορετική πρόσβαση κάθε μέλους της κοινωνίας ξεχωριστά σε αυτό που ορίσαμε παραπάνω ως κοινωνική δομή ή κοινωνικό κατασκεύασμα. Προβάλλοντας, λοιπόν, το status των ατόμων στη διάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας, εύλογα εξάγεται το συμπέρασμα πως και το κοινωνικό κατασκεύασμα με τη σειρά του αποτελείται από τις ίδιες διαστάσεις: α)νόρμες, β)ευκαιρίες και γ)ιδέες.

Οι τέσσερις εκδοχές της ανομίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις ιδέες που υποστήριζε θερμά ο Μέρτον ήταν πως οι εντάσεις, οι αντιθέσεις, οι διαμάχες και οι συγκρούσεις μέσα στο κοινωνικό κατασκεύασμα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Δεν μπορούσε να το φανταστεί ποτέ σε απόλυτη ισορροπία. Άλλωστε οι όροι που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τα κοινωνικά φαινόμενα είναι κατά κύριο λόγο συγκρουσιακοί-π.χ ανομία-. Δικαίως, λοιπόν, αποκαλείται θεωρητικός της σύγκρουσης. Ο Μέρτον, όπως άλλωστε αναφέρθηκε παραπάνω, έρχεται να διευρύνει την έννοια της ανομίας, της οποίας πρώτος εισηγητής υπήρξε ο Εμίλ Ντιρκέμ. Ο τελευταίος πίστευε ότι στις σύγχρονες κοινωνίες οι παραδοσιακοί κανόνες και πρότυπα ατονούν χωρίς να αντικαθίστανται από άλλους. Υποστήριζε, μάλιστα, ότι η ανομία υπάρχει όταν δεν υπάρχουν σαφή πρότυπα που να προσδιορίζουν τη συμπεριφορά σε μία συγκεκριμένη περιοχή της κοινωνικής ζωής. Σε αυτήν την περίπτωση, οι άνθρωποι αισθάνονται αποπροσανατολισμένοι και αγχώνονται. Έτσι, κατά τον Durkheim, η ανομία γίνεται ένας από τους παράγοντες που εξηγούν την αυτοκτονική τάση των ανθρώπων.

Στα πλαίσια της ανάλυσής του ο Μέρτον αναπτύσσει τέσσερις εκδοχές της ανομίας:

  • Ανομία 1: η ανομία ορίζεται ως μία ρήξη των κοινωνικών κανόνων που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου και κατ' επέκταση οδηγεί στη διασάλευση της κοινωνικής συνοχής. Η εμφάνιση της ανομίας συνεπάγεται την έκπτωση της σημασίας που αποδίδει το άτομο στους θεσμοθετημένους κανόνες και τις κοινωνικά συμβατές μορφές συμπεριφοράς. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα μέλη της ίδιας κοινωνίας να μη μοιράζονται την ίδια αίσθηση για το τί είναι σωστό και τί δεν είναι, τί πρέπει και τί δεν πρέπει.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου ανομίας όπου ακολουθούνται διαφορετικοί κανόνες κάτω από την ίδια εντολή είναι αυτό που συναντάμε στο χώρο της εκπαίδευσης. Τόσο το σχολείο όσο και το πανεπιστήμιο είναι δομές που υπηρετούν τον ίδιο θεσμό, αυτόν της εκπαίδευσης. Στόχος και των δύο είναι να μορφώσουν, να εκπαιδεύσουν... Όπως, λοιπόν, είναι φυσικό μοιράζονται πολλές κοινές αξίες και νόρμες, παράλληλα όμως διαφοροποιούνται και σε άλλες. Έτσι από τη μία στο σχολείο υπηρετείται η αξία της συμμόρφωσης, ενώ στο πανεπιστήμιο η αξία της πρωτοτυπίας. Επομένως, πράγματι αξίες που αναφέρονται στην ίδια εντολή είναι δυνατόν να συγκρούονται.

  • Ανομία 2: η δεύτερη εκδοχή της ανομίας αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα στις νόρμες και τις αξίες που ρυθμίζουν την ίδια μορφή συμπεριφοράς. Οι κανόνες-νόρμες μπορεί να είναι σύμφωνες με τις αξίες στην περίπτωση που η συμπεριφορά βοηθάει στην κατάκτηση του στόχου. Αντίθετα, οι κανόνες δε συμβαδίζουν με τις αξίες όταν η οριζόμενη συμπεριφορά δεν εξυπηρετεί στην επίτευξη των στόχων ή ακόμη χειρότερα παρεμποδίζει την επίτευξή τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμπεριφορά που εκδηλώνουν οι αθλητές σ' έναν αγώνα. Στόχος τους είναι η νίκη με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτή και όχι η νίκη μέσω κοινωνικά παραδεκτών διαδικασιών ή πιο απλά μέσω νομίμων μέσων. Μία επίσης υπερβολική μορφή αυτής της ασυμφωνίας είναι όταν οι αρχικοί στόχοι που θέτει το υποκείμενο παραβλέπονται(ή ακυρώνονται) ενώ η χρησιμοποίηση των σύμφωνων με το νόμο μέσων ανάγεται σε αυτοσκοπό του υποκειμένου και γίνεται εμμονή(π.χ οι γραφειοκράτες ή οι θρησκευτικά φανατισμένοι). Ως προς τα μέσα, τέλος, σε αυτήν την περίπτωση μπορούν να διαφοροποιηθούν οι τεχνικές αλλά όχι οι θεσμοί-κανόνες από τις οποίους εκπορεύονται.

  • Ανομία 3: η εκδοχή αυτή της ανομίας αναφέρεται στη διάσταση ανάμεσα στο θεσμικό κατασκεύασμα και στο κατασκεύασμα των ευκαιριών. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Μέρτον στην περιγραφή αυτού του είδους ανομίας: "Θεωρήσεις της ηθικής και της σκοπιμότητας σπάνια συμπίπτουν"(Μέρτον 1973:427). Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι η ανομία αυτή εμφανίζεται όταν υπάρχει δυσλειτουργικότητα ανάμεσα στους πολιτισμικούς κανόνες και στόχους και στις κοινωνικά κατασκευασμένες ικανότητες των μελών της κοινωνίας να δράσουν σε συμφωνία με αυτούς. Η πρόσβαση των ατόμων στη χρησιμοποίηση κοινωνικά συμβατών μέσων θα καθορίσει την πρόκληση ή μη της ανομίας.
  • Ανομία 4: η τέταρτη μορφή ανομίας γεννιέται μέσα από τη σχέση ανάμεσα στο κατασκεύασμα των νορμών και σ' αυτό των ιδεών. Μιλώντας για ιδέες αναφερόμαστε στις πεποιθήσεις του υποκειμένου για τις νόρμες και τις αξίες, τους ρόλους και τους θεσμούς. Έτσι, προκύπτουν δύο μορφές αντίδρασης:α)αυτοί που πραγματικά υιοθετούν συγκεκριμένα πιστεύω και β)αυτοί που δεν το κάνουν(αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα άτομα αυτά τηρούν τις δεδομένες αρχές μόνον όταν εκτίθενται δημόσια ή μετέχουν σε τελετές). Αυτό το είδος ανομίας, λοιπόν, εμφανίζεται καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων αρχίζει να αποξενώνεται από την κοινωνία, η οποία τους υπόσχεται στην αρχή αυτό που στη συνέχεια τους αρνείται στην πραγματικότητα. Τότε η παραίτηση από την υποταγή στην καθεστηκυία τάξη είναι αυτό που στο τέλος ονομάζουμε ανομία.

Η τυπολογία του Μέρτον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέρτον σημειώνει χαρακτηριστικά στο έργο του Social Structure and Anomie(1938): "συγκεκριμένες μορφές της κοινωνικής κατασκευής παράγουν τις συνθήκες εκείνες στις οποίες η παράβαση των κοινωνικών κανόνων αποτελεί μία φυσιολογική αντίδραση...Στόχος μία συνεκτική, συστηματική προσέγγιση της μελέτης των κοινωνικοπολιτισμικών πηγών της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς." Έχοντας ήδη εξηγήσει τις διαστάσεις του κοινωνικού κατασκευάσματος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συνδυασμός τους οδηγεί στην εκδήλωση συγκεκριμένων τύπων ανθρώπινης δράσης. Πρόκειται για πέντε πιθανές δράσεις ή προσαρμογές του υποκειμένου στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Πριν αναλύσουμε διεξοδικά αυτές τις αντιδράσεις, θα εστιάσουμε σε δύο κύρια στοιχεία του κοινωνικού κατασκευάσματος που θα μας βοηθήσουν να εξηγήσουμε στη συνέχεια και αυτές τις αντιδράσεις. Ο λόγος γίνεται για:

  • στόχους, σκοπούς και ενδιαφέροντα
  • αποδεκτούς τρόπους επιτυχίας αυτών των στόχων

Η έμφαση πάνω σε συγκεκριμένους στόχους μπορεί να ποικίλει ανεξάρτητα από το βαθμό της έμφασης στα κοινωνικά αποδεκτά μέσα. Αυτή είναι μία παραδοχή που καθιστά εναργέστερη την κατανόηση των διαφορετικών προσαρμογών του υποκειμένου.

Προσαρμογές:

  • Οι συμμορφούμενοι: το υποκείμενο υιοθετεί τις παραδεδεγμένες αξίες της κοινωνίας και τα συμβατικά μέσα πραγμάτωσης. Βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με το σύστημα. Η συμφωνία αυτή είναι η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφή συμπεριφοράς μέσα σε μία κοινωνία.
  • Οι καινοτόμοι: το υποκείμενο σέβεται και ακολουθεί τις παραδεκτές από την κοινωνία αξίες, χρησιμοποιεί όμως παράνομα ή μη νόμιμα μέσα για να τις πραγματώσει.Στην περίπτωση αυτή, οι ρυθμιστικοί κανόνες και οι ηθικές επιταγές δεν συμπίπτουν απαραίτητα με τα αποτελεσματικά μέσα και τις αποδοτικές νόρμες. Η κλοπή και η απάτη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του είδους προσαρμογής. Συγκεκριμένα, σε μία προσπάθεια ανάλυσης τέτοιων παρεκκλίσεων θα λέγαμε ότι η ίδια η κοινωνία ανάγοντας τη συσσώρευση πλούτου σε σύμβολο επιτυχίας συνηγορεί ενάντια στον αποτελεσματικό έλεγχο των θεσμικά επιτρεπτών μέσων απόκτησης αυτού του πλούτου. Έτσι η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη όταν η έμφαση στην επίτευξη του πολιτισμικά καθορισμένου στόχου-π.χ πλούτος- διαχωριστεί από την έμφαση που δίνεται στο θεσμικά ορθό τρόπο προσέγγισης του στόχου αυτού. Πιο συγκεκριμένα, "όταν ένα σύστημα αξιών εκθειάζει, σχεδόν πάνω από όλα, ορισμένα κοινά σημεία επιτυχίας για τον πληθυσμό στο σύνολό του ενώ παράλληλα η αυστηρότητα αυτού του κοινωνικού κατασκευάσματος περιορίζει ή εξαλείφει εντελώς την πρόσβαση στα παραδεκτά μέσα κατάκτησης αυτών των σημείων για ένα σημαντικό μέρος του ίδιου πληθυσμού, τότε η αντικοινωνική συμπεριφορά εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό."(R. K. Merton)

Η συμπεριφορά της πλειοψηφίας των αθλητών εντάσσεται σ' αυτήν την κατηγορία. Ο στόχος του αθλητή είναι η νίκη χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι η απόκτηση της θα γίνει με νόμιμες διαδικασίες. Τα μέσα μπορούν κατά την κρίση του υποκειμένου να είναι παράνομα αρκεί τεχνικά να είναι αποτελεσματικά. Εδώ οι θεσμοθετημένοι κανόνες είναι γνωστοί στους παραβάτες, ωστόσο η συναισθηματική υποστήριξη αυτών των κανόνων ακυρώνεται από την πολιτισμική υπερβολή στην επίτευξη του στόχου.

  • Οι τυπολάτρες: το υποκείμενο από τη μία λησμονεί τις παραδεκτές αξίες της κοινωνίας, από την άλλη πάλι συμμορφώνεται απόλυτα με τα συμβατικά μέσα πραγμάτωσής τους. Πρόκειται, δηλαδή, για μία υπακοή στη νομιμότητα χωρίς απαραίτητη πίστη σε κάποια θεωρία. Οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται ως μέσα μετατρέπονται σε αυτοσκοπό ενώ η εφαρμογή των κοινωνικά αποδεκτών μέσων γίνεται σχεδόν εμμονή για το άτομο. Στην περίπτωση αυτή, οι εναλλακτικές συμπεριφορές είναι περιορισμένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσαρμογής είναι η συμπεριφορά ενός γραφειοκράτη που εμφανίζεται απόλυτα προσηλωμένος στις λειτουργίες που του επιβάλλει το επάγγελμά του και αδιαφορεί ως προς οτιδήποτε βρίσκεται εκτός των θεσμοθετημένων καθηκόντων του.
  • Οι αναχωρητές: το υποκείμενο προβάλλει άρνηση τόσο ως προς τις αξίες-στόχους που θέτει η κοινωνία όσο και ως προς τα συμβατικά μέσα πραγμάτωσής τους. Στην περίπτωση αυτή, οι πολιτισμικοί στόχοι εξομοιώνονται με τα κοινωνικά παραδεκτά μέσα. Το άτομο αποτυγχάνει να κατακτήσει το στόχο με νόμιμο τρόπο ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να ακολουθήσει την παράνομη οδό εξαιτίας εσωτερικευμένων απαγορεύσεων. Ωστόσο, ο στόχος εξακολουθεί να υπάρχει. Η σύγκρουση λοιπόν που προκαλείται τότε λύνεται με άρνηση από το υποκείμενο και των δύο στοιχείων, και το στόχο δηλαδή και τα μέσα.

Τέτοιου τύπου συμπεριφορές εκδηλώνουν οι αλλοδαποί, οι εθισμένοι στα ναρκωτικά, οι ψυχωτικοί, οι αυτιστικοί και γενικά οι αυτοσυντηρούμενες κοινότητες. Πρόκειται για υποκείμενα που αδυνατώντας να διαχειριστούν τη σύγκρουση ενεργοποιούν την ηττοπάθεια, την αδιαφορία και την παραίτηση ως μηχανισμούς διαφυγής ώστε να αποδράσουν από τις απαιτήσεις της κοινωνίας.

  • Οι αντάρτες: το υποκείμενο δεν αποδέχεται τις αξίες και τα μέσα που έχουν καθιερωθεί από την κοινωνία, όμως δεν σταματά εκεί αφού στόχος του γίνεται η αντικατάστασή τους από νέα. Ο τύπος αυτός προσαρμογής εμφανίζεται όταν η χειραφέτηση από τους υψηλούς στόχους, εξαιτίας της ματαίωσης ή της περιθωριοποίησης, οδηγεί το άτομο στην προσπάθεια να παράγει μία καινούργια κοινωνική επιταγή.

Συνοψίζοντας, αξίζει να επισημανθεί ότι το ξεχωριστό για κάθε άτομο "υπόβαθρο" είναι αυτό που καθορίζει ποιον τύπο προσαρμογής θα υιοθετήσει το υποκείμενο. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στη θεωρία του Μέρτον για το έγκλημα θα ήταν μεγάλη αμέλεια αν δεν τονίζαμε, έστω και συντόμως, τη σχέση παρέκκλισης-κοινωνικής αλλαγής. Η παρέκκλιση μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική αλλαγή. Αυτό, όμως, δεν είναι απόλυτο. Δεν παράγουν όλες οι μορφές παρέκκλισης δομικές αλλαγές. Μάλιστα, ορισμένοι τύποι παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς είναι σταθεροί και αναπαράγουν τις υπάρχουσες δομές. Παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς είναι οι τυπολάτρες, οι αναχωρητές αλλά και κάποιες μορφές σκόπιμης παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς(π.χ κλέφτες). Με τη δράση τους προκαλούν την αποστροφή του κοινωνικού συνόλου και σε ορισμένες περιπτώσεις την ενεργοποίηση των κοινωνικών ποινών με αποτέλεσμα τελικά να ενδυναμώνουν την καθεστηκυία τάξη και τις αξίες βέβαια που τη χαρακτηρίζουν. Αντίθετα, μορφές συμπεριφοράς που επιφέρουν την κοινωνική δημιουργία είναι οι καινοτόμοι, οι αντάρτες καθώς και οι μη συμμορφούμενοι. Ωστόσο, κάθε μία από αυτές οδηγεί με διαφορετικό τρόπο στην κοινωνική αλλαγή.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία-Άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Besnard,P.(1987).L' anomie, ses usages et ses fonctions dans la discipline sociologique depuis Durkheim. Paris, Presses Universitaires de France.
  • Giddens,A.(2002).Κοινωνιολογία. Μετ.-Επιμ. Τσαούσης,Δ. Γ. Αθήνα, Gutenberg.
  • Merton,R. K.(1938). Social Structure and Anomie. American Sociological Review,vol.3,no.5,p.672-682. Retrieved from http://links.jstor.org
  • Mongardini,C. & Tabboni,S.(1998).Robert K. Merton & Contemporary Sociology. United States of America, Transaction Publishers: New Brunswick(U.S.A) and London(U.K).

Ηλεκτρονικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]