Δολοφονία του Γκαστόν Καλμέτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στις 16 Μαρτίου 1914 ο διευθυντής της εφημερίδος Φιγκαρό Γκαστόν Καλμέτ δολοφονείται από τη σύζυγο του Ζοζέφ Καγιώ, Ανριέτ Καγιώ, υπουργού των Οικονομικών της Γαλλίας.

Η δολοφονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Μαρτίου 1914 η Ζοζέφ Καγιώ επισκέφθηκε τα γραφεία της εφημερίδος Φιγκαρό και δολοφόνησε, αφού έριξε πέντε σφαίρες και πετυχαίνοντάς τον τελικά με την τελευταία βολή, τον διευθυντή της εφημερίδος Γκαστόν Καλμέτ. Αμέσως ειδοποιήθηκε η αστυνομία από το προσωπικό της εφημερίδας, η οποία τη συνέλαβε και την οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα της Μονμάρτης. Λίγες ώρες μετά τη μεταφορά του στην κλινική ο Καλμέτ πέθανε. Στην κηδεία του,στην οποία παραβρέθηκαν δέκα χιλιάδες άτομα, σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών της μοναρχικής οργάνωσης Γαλλική Δράσις και αριστερών οπαδών.

Αίτια και αφορμές του εγκλήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εφημερίδα Φιγκαρό είχε ξεκινήσει εκστρατεία εναντίον του αρχηγού του γαλλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, τέως πρωθυπουργού και νυν-τότε-υπουργού οικονομικών, ό,τι μεταξύ άλλων όταν ήταν πρωθυπουργός ο Ζοζέφ Καγιώ είχε έλθει σε επαφές με τους Γερμανούς κατά τη Γαλλογερμανική κρίση του 1911 για το Μαρόκο, γνωστή ως Κρίση του Αγαδίρ. Παράλληλα κατηγορείτο από την ίδια εφημερίδα για παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη προκειμένου να πετύχει αναβολή της δίκης ενός απατεώνος, του Ροσέτ. Τέλος,τον κατηγορούσαν επειδή εκτός από υπουργός ήταν και παράλλα και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μιας τράπεζας. Την επίθεση αυτή ενορχήστρωναν οι πολιτικοί αντίπαλοι του Καγιώ: Μπαρτού, Μπριάν, Κλεμανσώ, με σκοπό την υπονόμευση της επανεκλογής του ως πρωθυπουργού. Η επίθεση της εφημερίδας έφτανε και σε ζητήματα της προσωπικής ζωής του Καγιώ όταν δημοσίευσε επιστολές του υπουργού στην πρώην σύζυγό του αλλά και σε μια ερωμένη του. Μάλιστα υποσχόταν ο Καλμέτ πως θα ακολουθούσε η δημοσίευση και άλλων επιστολών.

Πολιτικά επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρεις φορές υπέβαλε την παραίτησή του ο Καγιώ, τελικά την τέταρτη φορά την αποδέχθηκε ο πρόεδρος της Κυβέρνησης Ντουμέργκ. Στη Βουλή ακολούθησε εκατέρωθεν επιθέσεις από τους συμπολιτευόμενους και αντιπολιτευόμενους βουλευτές. Τελικά εξελέγη προανακριτική επιτροπή υπό την προεδρία του σοσιαλιστή Ζωρές οι εργασίες της οποίας δεν οδήγησαν πουθενά. Στις εκλογές που ακολούθησαν ο Καγιώ επανεξελέγη στη Βουλή. Ο αρχηγός του Ριζοσπαστικού Κόμματος υπέγραψε με τον αρχηγό του Σοσιαλιστικού Κόμματος συμφωνία συνεργασίας με τον όρο να αθωωθεί η σύζυγός του Καγιώ.

Η δίκη της Ανριέτ Καγιώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δίκη της δολοφόνου ορίστηκε για τις 20 Ιουλίου 1914. Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε πως δεν ήθελε να δολοφονήσει τον εκδότη της εφημερίδας αλλά να του αποσπάσει τις επιστολές που είχε στην κατοχή του ενώ η πράξη της δεν σχετιζόταν με τις πολιτικές υποθέσεις του συζύγου της. Στη δίκη προσκλήθηκε να καταθέσει και η πρώην σύζυγος του Καγιώ, Γκεντάν,η οποία υποβάθμισε το ζήτημα τονίζοντας την ερωτική διάσταση της υπόθεσης και όχι την πολιτική. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου μερολυπτώντας εμφανώς υπέρ της κατηγορουμένης, προκάλεσε αρνητικά σχόλια από τα άλλα μέλη της έδρας. Τελικά η απόφαση που εκδόθηκε στις 28 Ιουλίου του 1914 υπήρξε αθωωτική για την Ανριέτ Καγιώ.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Guido Adrom,«Η δολοφονία του διευθυντού του Φιγκαρό», Ιστορία Εικονογραφημένη, τ.χ.52 (Οκτώβριος 1972), σελ.48-55

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Edward Berenson, The Trial of Madame Caillaux [1]