Γκαρνταρόμπα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μοντέρνα γκαρνταρόμπα, με συρόμενες πόρτες

Γκαρνταρόμπα (wardrobe, armoire), από την Ιταλική λέξη Guarda roba, σημαίνει κυριολεκτικά το σημείο ή δωμάτιο [1] στις κατοικίες, όπου φυλάμε και κρεμάμε τα ρούχα μας.[2] Ως μεταφορική έννοια σημαίνει «συλλογή φορεμάτων». Και όχι μόνο, αφού στο Μεσαίωνα, οι βασιλείς και αυτοκράτορες της εποχής[3] είχαν δωμάτια–γκαρνταρόμπες που εκτός των επίσημων ενδυμάτων τους, φύλασσαν και μέρος των κοσμημάτων και του πλούτου τους.

Ως έπιπλο, γκαρνταρόμπα σημαίνει το συνήθως ξύλινο έπιπλο το οποίο αποτελεί τον «αποθηκευτικό χώρο» των καλύτερων ενδυμάτων μας, τα οποία βρίσκονται συνήθως κρεμασμένα, στην κρεβατοκάμαρα. Η μορφολογία της γκαρνταρόμπας ποικίλει και είναι ανάλογη με το χώρο και τις διαστάσεις της, τη συγκεκριμένη θέση της, και τη ρυθμολογία της υπόλοιπης επίπλωσης της κατοικίας.

Ευρωπαϊκή πρωταρχική μορφή μιας αριστοκρατικής γκαρνταρόμπας με μεταλλικές συνδέσεις και μηχανισμό κλειδώματος

Ιστορικά, η πρώτη γκαρνταρόμπα ήταν ένα σεντούκι, δηλ. ένα ξύλινο συνήθως κιβώτιο, όπου εκεί μέσα, η άρχουσα τάξη και οι αριστοκράτες τοποθετούσαν τις επίσημες ενδυμασίες τους. Αργότερα, αυτό άλλαξε και γκαρνταρόμπα ονομάστηκε ένα «ολόκληρο δωμάτιο» το οποίο είχε κρεμάστρες περιφερειακά της τοιχοποιίας και εκεί τοποθετούσαν τα ενδύματα. Στη συνέχεια εντός του χώρου, τοποθετήθηκαν έπιπλα με ειδικά ντουλάπια ή ξύλινα συνήθως κιβώτια με αντίστοιχες κρεμάστρες. Γενικά, η γκαρνταρόμπα είχε μια διαχρονική εξέλιξη μέσα στο χρόνο[4], μέχρι τις σημερινές μοντέρνες συρόμενες γκαρνταρόμπες που φτιάχνονται συνήθως από συνθετικά υλικά, αλουμίνιο ή άλλες επενδύσεις.

Πρόσθετα, γκαρνταρόμπα ονομάζεται και το δωμάτιο εκείνο για τους ανθρώπους όπου μπορούν να αφήσουν - κρεμάσουν τα παλτά τους, μανδύες ή άλλα εξωτερικά ενδύματά τους, όταν εισέρχονται σε ένα κτίριο για εργασία, ή διασκέδαση - ψυχαγωγία, λ.χ. σε θέατρα ή κινηματογράφους ή ωδεία κ.ά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://www.etymonline.com/word/wardrobe
  2. Σιμωνέτης, Γιάννης Θ. (2001). Γλωσσάρι της Μαστοράντζας. Αθήνα: Εκδόσεις Ξύλο-Έπιπλο. σελ. 75. 
  3. https://www.britannica.com/topic/Wardrobe-English-government
  4. https://www.britannica.com/topic/wardrobe-furniture