Γεώργιος Βούλγαρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γεώργιος Βούλγαρης
Γέννηση 1769
Ύδρα
Θάνατος 1812
Αγκίστρι
Τέκνα Κυριακούλα Βούλγαρη

Ο Γεώργιος Βούλγαρης (μεταξύ 1758 και 1769-1812) ήταν αρχικοτζάμπασης (τοπάρχης, διοικητής) της Ύδρας κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικογένεια και χρονολογία γέννησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν γιος του Δημητρίου ή Δήμα Βούλγαρη και της Ελένης Γκίκα[1][2][3]. Σχετικά με το έτος της γέννησής του υπάρχει διχογνωμία: ο Αγαπητός[1] αναφέρει ως έτος γέννησης το 1766, ο Γούδας[3] το 1767 και ο Κριεζής[4] το 1769, ενώ ο Λιγνός θεωρεί αυτές τις εκτιμήσεις λανθασμένες στηριζόμενος στο γεγονός πως ο Βούλγαρης κατετάγη στο οθωμανικό ναυτικό το 1778 και αναφέρει ως έτος γέννησης το 1758 με βάση την αναφορά του Γεωργίου Κριεζή στο έργο του τελευταίου Ιστορία της νήσου Ύδρας πρό της Επαναστάσεως του 1821, σύμφωνα με την οποία ο Βούλγαρης πέθανε σε ηλικία 54 ετών[5]. Αδέλφια του ήταν ο επικεφαλής του στόλου της Ύδρας κατά την Ελληνική Επανάσταση Ιωάννης Βούλγαρης (1773-1823) και ο Φραγκίσκος Βούλγαρης (απεβίωσε το 1828) που ασχολήθηκε με τον πολιτικό τομέα της εξέγερσης[6].

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βούλγαρης δεν έτυχε κάποιας μόρφωσης και το 1778 κατετάγη ως μελάχης (ναύτης) στον οθωμανικό στόλο. Κατά τη θητεία του διακρίθηκε για τις ικανότητές του και αναδείχτηκε με τη σειρά επικεφαλής των Υδραίων ναυτών, πλοίαρχος πολεμικής μονάδας, σωματοφύλακας του καπουδάν πασά αλλά και πρώτος πλοίαρχος της οθωμανικής ναυαρχίδας[7][8]. Συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον του Οσμάν Πασβάνογλου - κατά την οποία έσωσε τον καπουδάν πασά Χουσεϊν από δολοφονική απόπειρα εναντίον του κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη και την εύνοιά του - και στην εκστρατεία κατά του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο[9][10]. Αργότερα του ανατέθηκε από τους Οθωμανούς η πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο, αποστολή που κατάφερε να εκπληρώσει σε ικανοποιητικό βαθμό[10][11]. Ως ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών του, του παραχωρήθηκε από την αδελφή του σουλτάνου, το νησί Αγκίστρι στον Σαρωνικό κόλπο[2].

Οι φιλικές του σχέσεις με τους Οθωμανούς αλλά και οι ταραχές που επικρατούσαν στην Ύδρα κατά τις αρχές του 19ου αιώνα οδήγησαν στον διορισμό του στη θέση του μπας κοτζάμπαση (διοικητή) του νησιού την 1η Δεκεμβρίου του 1802 με εντολή να επαναφέρει την ηρεμία στην Ύδρα και να πατάξει τα άτομα που προκαλούσαν τις ταραχές. Ο Βούλγαρης θεωρήθηκε ως το πιο κατάλληλο άτομο για αυτή τη θέση καθώς είχε ήδη 24 χρόνια επιτυχημένης υπηρεσίας στον οθωμανικό στόλο, απολάμβανε της εμπιστοσύνης των Οθωμανών αλλά και του σεβασμού της πλειοψηφίας των Υδραίων[7]. Εγκαταστάθηκε στην Ύδρα κατά τα τέλη Δεκεμβρίου του 1802 και γρήγορα έδωσε τέλος στις έριδες με μια σειρά μέτρων όπως ο διορισμός νέων προεστών, η σύσταση πολιτοφυλακής, η αμνηστία αλλά και η αυστηρή τιμωρία όσων δεν συμμορφώθηκαν με τις εντολές του. Παράλληλα διετέλεσε για ένα διάστημα και τοποτηρητής των Σπετσών και του Πόρου[12].

Τα επόμενα χρόνια ο Βούλγαρης συνέχισε και από τη θέση του διοικητή της Ύδρας τις εκστρατείες του εναντίον ντόπιων (κυρίως Μανιατών) αλλά και ξένων πειρατών που λυμαίνονταν το Αιγαίο ενώ είχε σημαντική συμβολή το 1803 στο διορισμό του Αντωνίου Γρηγοράκη στο αξίωμα του μπέη της Μάνης[13][14].

Το 1807, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806–1812, η φιλορωσική αντιπολίτευση της Ύδρας με επικεφαλής τους αδελφούς Κουντουριώτη, τον Αναστάσιο Κοκκίνη, τον Νικόλαο Γιακουμάκη Τσαμαδό κλπ έπειτα από προτροπή του Ρώσου ναυάρχου Ντμίτρι Σινιάβιν κήρυξε επανάσταση. Ο Βούλγαρης από την πλευρά του πρόβαλε μικρή αντίσταση και έπειτα αποσύρθηκε στην Αθήνα μη θέλοντας να κλιμακώσει τη σύγκρουση. Αργότερα ο ρωσικός στόλος αποχώρησε από το Αιγαίο με αποτέλεσμα οι Υδραίοι επαναστάτες να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το νησί. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη ο Βούλγαρης επέστρεψε στην Ύδρα τον Σεπτέμβριο του 1807, αναγκάστηκε όμως να την εγκαταλείψει ξανά λίγους μήνες αργότερα όταν οξύνθηκαν εκ νέου οι σχέσεις του με την αντιπολίτευση, οι ηγέτες της οποίας είχαν αμνηστευθεί από την Υψηλή Πύλη και είχαν επιστρέψει και αυτοί αφού πρώτα κατέβαλαν σημαντικά χρηματικά ποσά. Τελικά ο Βούλγαρης επανήλθε οριστικά στη θέση του στις 12 Ιουνίου του 1808 με υπόδειξη του καπουδάν πασά ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι βρήκαν καταφύγιο στα Κύθηρα[15]. Ενδιάμεσα απέτρεψε εκστρατεία του βαλή της Πελοποννήσου Βελή πασά με σκοπό την τιμωρία των εξεγερμένων φοβούμενος λεηλασία του νησιού από τις δυνάμεις του Αλβανού πασά[16].

Τελικά το 1811 οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον ανάγκασαν να τους αναγνωρίσει ρόλο στα ζητήματα της Ύδρας, η οποία πλέον θα διοικούταν από τριμελή επιτροπή που θα μεταβαλλόταν ανά τρίμηνο[2]. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Βούλγαρης αποσύρθηκε στο Αγκίστρι όπου απεβίωσε στις 23 Αυγούστου 1812 έπειτα από σύντομη αρρώστια[17][18]. Μετά το θάνατό του η οικογένειά του τέθηκε υπό την προστασία του καπουδάν πασά[2]. Στη διοίκηση του νησιού τον διαδέχτηκε ο Νικόλαος Κοκοβίλας, όμως η τοπική εξουσία βρισκόταν πλέον ουσιαστικά στα χέρια του Λάζαρου Κουντουριώτη[19].

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το γάμο του απέκτησε έξι παιδιά[2]. Τέκνα του ήταν μεταξύ άλλων ο μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Βούλγαρης, η κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας και σύζυγος του πρωθυπουργού Αντωνίου Κριεζή, Κυριακούλα[20] καθώς και οι Εμμανουήλ και Νικόλαος[6].

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βούλγαρης χάρη στις ικανότητές του, στην πολυετή και επιτυχημένη υπηρεσία του στον οθωμανικό στόλο αλλά και στην απόλυτη αφοσίωσή[21] του προς την Υψηλή Πύλη, την οποία απέδειξε πολλάκις (χαρακτηριζόμενος μάλιστα για αυτό το λόγο από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως τουρκολάτρης[22]) κατάφερε να κερδίσει την πλήρη εμπιστοσύνη της οθωμανικής εξουσίας. Παρά το γεγονός πως ο ίδιος διέθετε πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων της αυτοκρατορίας, δεν εξέφρασε ποτέ επιθυμία για περαιτέρω ανάδειξή του πέρα από τα στενά όρια της Ύδρας[2].

Με την ανάληψη της διοίκησης της Ύδρας, απάλλαξε το νησί από τις χρόνιες ταραχές που το μάστιζαν, συνέδραμε με δικά του έξοδα στην καταπολέμηση της λειψυδρίας, διέθεσε τον ετήσιο μισθό του σε αγαθοεργίες[23], αναδιοργάνωσε την κοινοτική διοίκηση και βελτίωσε την οικονομική κατάσταση του νησιού[24]. Αν και ο ίδιος ήταν αγράμματος εντούτοις μερίμνησε για την ίδρυση και τη σωστή λειτουργία σχολείου στην πόλη της Ύδρας[25].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Αγαπητού Σ. Αγαπητού, Οι ένδοξοι Έλληνες του 1821 ή οι πρωταγωνισταί της Ελλάδος, τ. Α', Εν Πάτραις, 1877, σ. 389.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Σύγχρονος Εγκυλοπαιδεία Ελευθερουδάκη, τόμος 5, σ. 458.
  3. 3,0 3,1 Αναστασίου Ν. Γούδα, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος ΣΤ', Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1874, σ. 87-88.
  4. Γεωργίου Δ. Κριεζή, Ιστορία της νήσου Ύδρας πρό της Επαναστάσεως του 1821, Πάτραι, 1860, σ. 94.
  5. Αντωνίου Λιγνού, Ιστορία της Νήσου Ύδρας, τόμος πρώτος, Αθήναι 1946, σ. 70.
  6. 6,0 6,1 Γούδα,1874, σ. 115.
  7. 7,0 7,1 Λιγνού, 1946, σ. 47-48.
  8. Γούδα, 1874, σ. 88.
  9. Λιγνού, 1946, σ. 48.
  10. 10,0 10,1 Γούδα,1874, σ. 89-91.
  11. Αγαπητού, 1877, σ. 390.
  12. Λιγνού,1946, σ. 49-55.
  13. Λιγνού,1946, σ. 56-59.
  14. Σύμφωνα με τον Γούδα, ο Βούλγαρης υπέδειξε ως αντικαταστάτη του Παναγιώτη Κουμουνδουράκη, που είχε πέσει στη δυσμένεια της Υψηλής Πύλης, τον Γρηγοράκη αντί του Πέτρου Μαυρομιχάλη, με το σκεπτικό πως ο δεύτερος δύσκολα θα γινόταν τυφλό όργανο των Οθωμανών (βλ. Γούδας, τ. στ', σ. 91).
  15. Λιγνού,1946, σ. 60-67.
  16. Γούδα,1874, σ. 102.
  17. Γούδα,1874, σ. 112.
  18. Λιγνού,1946, σ. 69.
  19. Λιγνού,1946, σ. 71.
  20. «Ενδυμασία από την Ύδρα που φορέθηκε από την Κυριακούλα Κριεζή». nhmuseum.gr. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. http://www.nhmuseum.gr/el/fakelos-syllogon/antikeimena/8736_el/. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2016. 
  21. Λιγνού,1946, σ.70.
  22. Γούδα,1874, σ. 101.
  23. Γούδας,1874, σ. 94-95.
  24. Λιγνού,1946, σ. 68.
  25. Γούδας,1874, σ. 97-98, 110-111.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγαπητού Σ. Αγαπητού, Οι ένδοξοι Έλληνες του 1821 ή οι πρωταγωνισταί της Ελλάδος, τ. Α', Εν Πάτραις, 1877.
  • Αναστασίου Ν. ΓούδαΒίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος ΣΤ', Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1874.
  • Γεωργίου Δ. Κριεζή, Ιστορία της νήσου Ύδρας πρό της Επαναστάσεως του 1821, Πάτραι, 1860.
  • Αντωνίου Λιγνού, Ιστορία της Νήσου Ύδρας, τόμος πρώτος, Αθήναι, 1946.