Γενοκτονία των Χερέρο και των Νάμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πίνακας του Ρίτσαρντ Κνότελ που απεικονίζει σκηνή μάχης μεταξύ Γερμανών και γηγενών

Η γενοκτονία των Χερέρο και των Νάμα είναι ομαδικό έγκλημα που διαπράχθηκε στη Ναμίμπια κατά τη διάρκεια της κατοχής της από τη Γερμανία η οποία την είχε περιλάβει στις κτήσεις της σαν προτεκτοράτο, υπό την επωνυμία Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική. Η γενοκτονία ξεκίνησε το 1904, διήρκεσε επί τουλάχιστον μια δεκαετία και ήταν η πρώτη στα παγκόσμια χρονικά. Οδήγησε στο σφαγιασμό εκατοντάδων χιλιάδων γηγενών των φυλών Χερέρο και Νάμα, ενώ πάρα πολλοί ακόμη ιθαγενείς πέθαναν από ασιτία, δίψα, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια και άλλες στερήσεις που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Το επίσημο Γερμανικό κράτος αναγνώρισε, ύστερα από διεθνείς πιέσεις, τη γενοκτονία ζητώντας συγνώμη από τους απογόνους των θυμάτων, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει οποιουδήποτε είδους αποζημίωση. Έκθεση για το συμβάν οργάνωσε, στα τέλη του 2016, το Μουσείο Εβραϊκού Ολοκαυτώματος του Παρισιού.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις αρχές της προ-τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα στη Ναμίμπια είχαν ξεσπάσει συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων φυλών με αφορμή τη διεκδίκηση των βοσκοτόπων για τα κοπάδια τους. Με αφορμή αυτή την αντιπαλότητα οι αποικιακές γερμανικές αρχές αποφάσισαν να παρέμβουν υπέρ των ήδη εγκατεστημένων εκεί συμπατριωτών τους, που θεωρήθηκε ότι απειλούνταν από τις διαμάχες των ντόπιων. Η Γερμανική κυβέρνηση έδρασε ταχύτατα, ανακηρύσσοντας, στα 1884 τη χώρα ως «Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική» και ενσωματώνοντάς τη στο αποικιακό της δίκτυο. Πρώτος αποικιακός διοικητής τοποθετήθηκε ο Χάινριχ Γκέρινγκ, πατέρας του μετέπειτα ηγέτη των Ναζί και καταδικασμένου σαν εγκληματία πολέμου, Χέρμαν Γκέρινγκ.

Εξέγερση και καταστολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γερμανοί άποικοι, που ήδη φέρονταν με περιφρονητικό τρόπο στους ντόπιους αλλά ενισχυμένοι πλέον από την επίσημη κάλυψη του αποικιακού καθεστώτος, επιδόθηκαν σε μια ευρεία επιχείρηση εκδίωξης των γηγενών από τις εστίες και την καλλιεργήσιμη γη, προκειμένου να οικειοποιηθούν οι ίδιοι τις περιουσίες και τις γαίες τους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την εξέγερση στα 1904, αρχικά της φυλής των Χερέρο, που με ηγέτη το φύλαρχο Καμαχαρέρο και το γιο του, Σάμουελ Μαχερέρο προσπάθησαν να αντιδράσουν. Η απάντηση των γερμανικών αρχών υπήρξε σκληρότατη, αφού επιστρατεύθηκαν κάθε είδους θηριωδίες (λεηλασίες, φόνοι, βιασμοί, εκτοπίσεις, εμπρησμοί και κατασχέσεις) με στόχο την κάμψη του ηθικού των επαναστατών. Επιπλέον, στη χώρα στάλθηκε ο, διαβόητος για τη σκληρότητά του σε προηγούμενες περιπτώσεις (όπως η εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα ή στο Τόγκο) στρατηγός Λούθερ φον Τρόθα (Lothar von Trotha) με την εντολή να καταπνίξει την επανάσταση με κάθε τρόπο. Αυτός, συνοψίζοντας την τακτική του στη φράση «Κάθε Χερέρο, είτε φέρει όπλο είτε όχι, πρέπει να εκτελείται» (χειρόγραφη διαταγή του ίδιου, αρχείο έκθεσης του Μουσείου Ολοκαυτώματος του Παρισιού) έδωσε το έναυσμα για την ανηλεή σφαγή που ακολούθησε. Όσοι ιθαγενείς κατάφεραν να ξεφύγουν από τον κλοιό των αποικιακών στρατευμάτων, στις 11 Αυγούστου του 1904 διέφυγαν προς την έρημο Καλαχάρι όπου εκατοντάδες βρήκαν το θάνατο από δηλητηρίαση (καθώς οι γερμανοί διώκτες τους μόλυναν τα λιγοστά πηγάδια που υπήρχαν), αφυδάτωση, πείνα και ηλίαση. Αρκετοί ακόμη σφάχτηκαν από τα γερμανικά τμήματα που τους καταδίωκαν επί εβδομάδες.

Όσοι ιθαγενείς των δυο φυλών (καθώς εν-συνεχεία οι γερμανοί επιτέθηκαν και στους Νάμα που είχαν υποστηρίξει την εξέγερση των Χερέρο) αιχμαλωτίσθηκαν, στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, με άθλιες συνθήκες κράτησης, όπου υποβάλλονταν καθημερινά σε νέα μαρτύρια. Επιπρόσθετα, γιατροί που υπηρετούσαν σε αυτά, προχώρησαν σε μελέτες, πειράματα (στειρώσεις γυναικών, εξέταση κρανίων, μετρήσεις οστών κλπ) και ενδελεχή έρευνα των σωμάτων όσων πέθαιναν, με σκοπό να αποδείξουν τη φυλετική κατωτερότητα των κατοίκων της Ναμπίμπια, ώστε να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει εις βάρος τους. Παράλληλα, κατέγραφαν διεξοδικά τους «θανάτους από εξάντληση» όπως τους χαρακτήριζαν. Οι μόνοι που εκδήλωσαν κάποια αντίδραση στις θηριωδίες ήταν γερμανοί ιεραπόστολοι, που κινητοποίησαν και τη γερμανική κοινή γνώμη.

Απόηχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γενοκτονία τερματίσθηκε με την έναρξη του Α΄Π.Π., όταν η Νότια Αφρική εισέβαλε στη Ναμπίμπια εκδιώκοντας τους Γερμανούς και εγκαθιδρύοντας το γνωστό στη συνέχεια, ρατσιστικό καθεστώς (Άπαρτχαϊντ). Μέχρι τότε, το 80% των Χερέρο και το 50% των Νάμα είχε εξοντωθεί. Οι βρετανικές αρχές εξέτασαν τα συμβάντα και κατέληξαν το 1918 σε μια έκθεση για τη γενοκτονία, η οποία όμως αποσιωπήθηκε από όλες τις νικήτριες δυνάμεις, για να μη θιγεί το αποικιοκρατικό κατεστημένο. Πολλά χρόνια μετά (1990) οι απόγονοι των θυμάτων κατάφεραν να προβούν σε διεθνή διαμαρτυρία απαιτώντας αναγνώριση της σφαγής και αποζημιώσεις. Η Γερμανία απάντησε με υποκριτικό τρόπο (μετονομασία μιας οδού στο Μόναχο, επιστροφή κρανίων στους συγγενείς και επισκέψεις αξιωματούχων στη Ναμίμπια) χωρίς να δεσμευτεί επ’ ουδενί για την καταβολή εκ μέρους της, χρηματικής αποκατάστασης.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βασίλης Παπακριβόπουλος, στο περιοδικό δρόμου Σχεδία, τεύχος 46, Μάρτιος 2017, σσ. 42-45, άρθρο με τίτλο: «Η άγνωστη γενοκτονία»

Εξωτερικός σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]