Γαλακτοβάκιλλοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γαλακτοβάκιλλοι

Οι γαλακτοβάκιλλοι, είναι Gram+ βακτήρια, κατά κανόνα προαιρετικά αναερόβια. Ανήκουν στην ευρύτερη ομάδα των βακτηρίων που παράγουν γαλακτικό οξύ (Βακτήρια LAB). Το γαλακτικό οξύ παράγεται μέσω μιας αναερόβιας διαδικασίας μεταβολισμού της γλυκόζης τους που λέγεται γαλακτική ζύμωση. Στην ομάδα αυτή ανήκουν επίσης τα γένη: Lactococcus, Pediococcus, Levconstoc, Streptococcus, Enterococcus, Vagococcus, Melissococcus, Oenococcus, Tetragenococcus, Bifidobacterium, Propionibacterium.

Οι ομάδες των γαλακτοβάκιλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον μεταβολισμό τους διαιρούνται σε τρεις ομάδες:

  • Ομοιοζυμωτικοί: Βάκιλλοι που μετατρέπουν περισσότερο από το 85% της γλυκόζης τους σε γαλακτικό οξύ με αρχική ένωση την γλυκόζη.
  • Ετεροζυμωτικοί: Βάκιλλοι που μετατρέπουν λιγότερο από το 50% της γλυκόζης σε γαλακτικό οξύ και σε σημαντικά ποσά αιθανόλης, οξικού οξέος και CO2 .
  • Ετεροζυμωτικά είδη (λιγότερα γνωστά): Βάκιλλοι που παράγουν DL - γαλακτικό οξύ, οξικό οξύ και CO2.

Η κλινική και βιομηχανική σημασία των γαλακτοβάκιλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφορα μέλη των γαλακτοβακίλλων αφθονούν στη φυσιολογική χλωρίδα του ανθρώπου (γαστρεντερικό, ουροποιητικό, γεννητικό σύστημα) και συμβάλλουν σημαντικά στην ισορροπία της. Χρησιμοποιούνται ευρέως στην βιομηχανία τροφίμων και το ενδιαφέρον τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει εστιαστεί στις ευεργετικές τους ιδιότητες ως προβιοτικά. [1] Η ταυτοποίηση των γαλακτοβακίλλων γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις με μοριακές μεθόδους επειδή είναι δύσκολη με τις κλασικές μεθόδους. Η ευαισθησία τους στα αντιβιοτικά είναι ειδική για το είδος και ποικίλει σημαντικά. Κάποια είδη εμφανίζουν αντοχή στην βανκομυκίνη, ενώ τα περισσότερα είναι ευαίσθητα στην πενικιλλίνη. [2]

Οι ευεργετικές ιδιότητες των γαλακτοβάκιλλων για τον άνθρωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ουρογεννητικού συστήματος της γυναίκας. Ο ρόλος τους είναι η αποτροπή της εγκατάστασης παθογόνων βακτηρίων, εξαιτίας της παραγωγής γαλακτικού οξέος. Επίσης έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνίζονται άλλους μικροοργανισμούς ως προς την προσκόλληση στο κολπικό επιθήλιο.
  • Αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του γαστρεντερικού συστήματος. Παρεμποδίζουν την εισβολή παθογόνων μικροβίων μέσω του πεπτικού.
  • Χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων εξαιτίας των ζυμωτικών τους ικανοτήτων (πχ σαλάμι, γαλακτοκομικά, είδη ψωμιού, μπύρα, κρασί, ξινολάχανο, πίκλες κλπ)
  • Παρέχουν πιθανώς θεραπευτικές ικανότητες ως προβιοτικά. Ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, παράγουν πολύτιμα αντιοξειδωτικά, βελτιώνουν την απορρόφηση βιταμινών, αμινοξέων και μετάλλων, προλαμβάνουν τροφικές δηλητηριάσεις.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γαλακτοβάκιλλοι ανήκουν στο φύλο firmicutes στην τάξη Lactobacilales και την οικογένεια Lactobacillaceae. Στο γένος Lactobacillus έχουν περιγραφεί πάνω από 125 είδη. [3]

Μικροβιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γαλακτοβάκιλλοι, είναι Gram+ θετικά βακτήρια, μη σπορογόνα, με τα περισσότερα είδη τους να είναι ακίνητα, ενώ πιο σπάνια είδη έχουν τη δυνατότητα να κινούνται με την βοήθεια βλεφαρίδων. Συχνά εμφανίζονται σαν επιμήκη και λεπτά βακτηρίδια ίσια ή με μικρή κάμψη και ποικίλα στο μήκος και το πλάτος τους. Μπορεί όμως να εμφανιστούν και με κοκκοειδή μορφή ή ως κορύνες. Διατάσσονται σε μακριές αλυσίδες βακτηριδίων ή νήματα. Η χρώση τους κατά Gram εξαρτάται από το θρεπτικό υλικό ανάπτυξης.

  1. Η ανάπτυξή τους σε υγρά θρεπτικά υλικά δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για την μορφολογία τους.
  2. Η ανάπτυξη σε στερεά υλικά μπορεί να οδηγήσει σε ψευδή αποτελέσματα λόγω του ότι η μορφή τους μπορεί να είναι κοκκοειδής.

Φυσικές - Χημικές ιδιότητες γαλακτοβακίλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φυσικές-χημικές ιδιότητες των γαλακτοβάκιλλων είναι:

  • Προαιρετικά αναερόβια βακτήρια.
  • Επιτελούν την γαλακτική ζύμωση (διάσπαση της γλυκόζης και άλλων σακχάρων σε γαλακτικό οξύ).
  • Εμφανίζουν πολύπλοκες διατροφικές απαιτήσεις.
  • Κάποια είδη έχουν μεγάλη αντοχή σε H2O2 (οξυζενέ).
  • Δεν παράγουν καταλάση, οξειδάση, νιτρικά, ινδόλη και H2S.
  • Δεν ρευστοποιούν την ζελατίνη.
  • Το κυτταρικό τους τοίχωμα αποτελείται από ένα παχύ στρώμα πεπτιδογλυκάνης και τειχοϊκά οξέα κολλημένα στην μεμβράνη.
  • Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης τους είναι 30 - 40 οC και ορισμένα είδη είναι θερμόφιλα.
  • Το ιδανικό pΗ για την ανάπτυξή τους είναι 5,5 - 5,8.
  • Έχουν την ικανότητα να παράγουν πρωτεΐνες με μικροβιοκτόνες ιδιότητες που λέγονται βακτηριοσίνες.

Μεταβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γαλακτοβάκιλλοι καλλιεργούνται σε γάλα, μέσω των ακόλουθων διεργασιών4,7.

  • Proteolicis: Διάσπαση πρωτεϊνών σε πιο εύκολα απορροφήσιμα συστατικά.
  • Λιπόλυση: Διάσπαση των σύνθετων λιπών σε πιο εύκολα απορροφήσιμα συστατικά.
  • Μεταβολισμού λακτόζης: Διάσπαση της λακτόζης προς γαλακτικό οξύ.

Αρνητικοί παράγοντες ανάπτυξης γαλακτοβάκιλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικές σπερματοκτόνες και αντισυλληπτικές κρέμες μπορεί να σκοτώσουν την φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου (πχ γαλακτοβάκιλλοι), με αποτέλεσμα την πιθανή εμφάνιση βακτηριακής κολπικής μόλυνσης. [4]

Συνθήκες ανάπτυξης γαλακτοβακίλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γαλακτοβάκιλλοι επιβιώνουν σε συνθήκες πεπτικού συστήματος οι οποίες περιλαμβάνουν:

  • Χαμηλό pH του στομάχου (επιβιώνουν σε pH στομάχου ίσο με 3).
  • Παρουσία πρωτεολυτικών ενζύμων.
  • Παρουσία χολικών αλάτων.
  • Επιβίωση παρουσίας παγκρεατίνης στο περιβάλλον του λεπτού εντέρου (pH = 8). [5]

Εξέταση κολπικού υγρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαντικότερη εξέταση σε γυναικολογικές παθήσεις, η οποία σχετίζεται με την ανίχνευση των γαλακτοβακίλλων και άλλων παθογόνων μικροβίων, είναι αυτή του κολπικού υγρού η οποία περιλαμβάνει:

  1. Άμεσο παρασκεύασμα.
  2. Καλλιέργεια κολπικού υγρού.
  3. Χρώση Gram (ανιχνεύονται Gram + βακτήρια και φυσιολογική χλωρίδα κόλπου).
  4. Έλεγχος μυκοπλασμάτων. [6]

Η παθογόνος δράση των γαλακτοβακίλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα θεωρείται ότι έχουν χαμηλή λοιμογόνο δράση, μπορούν όμως να προκαλέσουν λοιμώξεις σε ειδικές ομάδες ασθενών (πχ. HIV, καρκίνος, μεταμόσχευση, σακχαρώδης διαβήτης). Οι συχνότερες λοιμώξεις από γαλακτοβάκιλλους είναι η βακτηριαιμία και η ενδοκαρδίτιδα με ή χωρίς βακτηριαιμία, ενώ σπανιότερα μπορεί να προκαλέσουν αποστήματα ήπατος και σπλήνα, περιτονίτιδα, ουρολοιμώξεις, χοριοαμνιονίτιδα, νεογνική μηνιγγίτιδα, ενδομητρίτιδα, πνευμονία και σηπτική αρθρίτιδα . Χαρακτηριστικό παράδειγμα γαλακτοβακίλλων που αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ανθρώπου είναι οι γαλακτοβάκιλλοι doderiayn (απ’ το γυναικολόγο που το ανακάλυψε το 1982). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει βακτήρια που παράγουν γαλακτικό οξύ και εμποδίζουν με αυτόν τον τρόπο την αύξηση των παθογόνων βακτηρίων. Αν και η παθογονικότητά τους θεωρείται χαμηλή, σπάνια απομονώνονται από κλινικά δείγματα. Οι συχνότερες λοιμώξεις από γαλακτοβακίλλους είναι η βακτηριαιμία και η ενδοκαρδίτιδα, με ή χωρίς βακτηριαιμία, ενώ σπανιότερα έχουν αναφερθεί αποστήματα και άλλες εντοπισμένες λοιμώξεις.

Εργαστηριακή διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπτύσσονται σε αιματούχο άγαρ και μετά από 24 ώρες δημιουργούν μικρές αποικίες 2-5 mm κυρτές και λείες με σαφή όρια. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αιμόλυση και γκριζάρισμα του θρεπτικού υλικού. Τα περισσότερα είδη της εντερικής χλωρίδας αναπτύσσονται καλύτερα σε αναερόβιες συνθήκες, ενώ τα είδη που χρησιμοποιούνται στην βιομηχανία αναπτύσσονται σε μικροαερόφιλες ή αερόβιες συνθήκες. Το άριστο pH ανάπτυξης στη καλλιέργεια είναι 5,4. Για την μελέτη γαλακτοβακίλλων της φυσιολογικής χλωρίδας έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν διάφορα θρεπικά υλικά όπως Rodosa άγαρ και MRS άγαρ που περιέχει μαλτόζη.

Χημικές δοκιμασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παραγωγή H2O2.
  • Καταλάση, οξειδάση (-) αρνητικές.
  • Αντοχή στη βανκομυκίνη (αντιβιοτικό) για κάποια είδη.
  • Παραγωγή αερίου από τη διάσπαση της γλυκόζης σε MRS ζωμό.
  • Υδρόλυση αργινίνης.
  • Δοκιμασία ζύμωσης με χρήση ταινιών API50CH.
  • Αυτοματοποιημένα συστήματα.

Μοριακοί μέθοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στηρίζονται στην ανίχνευση γαλακτοβακίλλων και την ταυτοποίησή τους στους διάφορους τύπους στελεχών. Έχουν περιγραφεί μέθοδοι που βασίζονται στην PLR και Realtime PCR. [7]

Ευαισθησία στα αντιβιοτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περισσότερα είδη είναι συνήθως ευαίσθητα στην πενικιλλίνη και στις κεφαλοσπορίνες. Παρ’ όλα αυτά οι γαλακτοβάκιλλοι είναι ευαίσθητοι σε μακρολίδες, κλινδαμυκίνη, τετρακυκλίνες και χλωραμφενικόλη.

Αντίδραση κατάλασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στόχος:

  1. Διαπίστωση παρουσίας του ενζύμου καταλάσης σε ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς.
  2. Ανίχνευση αερίου Ο2 που παράγεται από την διάσπαση Η2Ο2 (οξυζενέ - φυσαλίδες).
  3. Παρατήρηση της επίδρασης της θερμοκρασίας και του pΗ στην δράση ενζύμου.

Οι γαλακτοβάκιλλοι δίνουν αρνητική την αντίδραση της καταλάσης στο εργαστήριο μετά την μεταφορά σε αντικειμενοφόρο πλάκα με κρίκο αποικίας μικροβίων και μία σταγόνα αντιδραστηρίου.

  • Αντοχή στην βανκομυκίνη: Με αυτή την δοκιμασία ελέγχεται η θνησιμότητα των γαλακτοβακίλλων γύρω από δισκία αντιβιοτικών (βανκομυκίνη).
  • ΜRS ζωμός και παραγωγή αερίου: Μ’ αυτή την δοκιμασία ελέγχεται η παραγωγή αερίου από τη διάσπαση γλυκόζης σε ειδικά υλικά (πχ MRS ζωμός).
  • Δοκιμασία ζύμωσης: Με αυτή την τεχνική ελέγχουμε την παραγωγή γαλακτικού οξέως μετά από την διάσπαση σακχάρου.
  • Οι γαλακτοβάκιλλοι δίνουν αρνητική την δοκιμασία οξείδωσης μετά την εμπότιση απορροφητικού χαρτιού με διάλυμα 1% ειδικού αντιδραστηρίου και την μεταφορά σε αυτά μιας αποικίας μικροβίων.

Ανίχνευση γαλακτοβακίλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιείται το BDLBS άγαρ στο οποίο ενοφθαλμίζεται δείγμα υλικού το οποίο χρησιμοποιείται για μελέτες σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνια διάρροια και φέρουν χλωρίδα γαλακτοβάκιλλων σε δείγμα κοπράνων. Στο άγαρ αυτό οι γαλακτοβάκιλλοι εμφανίζονται σαν λευκές αποικίες. Στα τρυβλία, αυτές οι αποικίες μπορούν να μετρηθούν ποσοτικά. Μειωμένη παρουσία γαλακτοβακίλλων στην φυσιολογική χλωρίδα μπορεί να υποδηλώνει κάποια μικροβιακή λοίμωξη. Σε δείγματα κοπράνων ή κολπικά δείγματα υγιών ατόμων οι γαλακτοβάκιλλοι υπάρχουν σε αυξημένο αριθμό.

Χρήσεις Προβιοτικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παραγωγή αντιμικροβιακών ουσιών (βακτηριοσίνες, οργανικά οξέα).
  • Ανταγωνισμός με παθογόνα μικρόβια (θέσεις πρόσδεσης, θρεπτικά συστατικά).
  • Συμβολή στην ομαλή λειτουργία του εντέρου (αποτελούν μέρος της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου).
  • Ρύθμιση ανοσοποιητικού συστήματος.[8]

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γαλακτοβάκιλλοι είναι οι κύριες προβιοτικές ομάδες στο ανώτερο και κατώτερο τμήμα των εντέρων και πολλές φορές χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς.[9]

Lactobacillus acidophilus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Προλαμβάνει και θεραπεύει την διάρροια.
  • Αποκαθιστά την φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου που έχει καταστραφεί από αντιβιοτικά.
  • Προλαμβάνει τις μυκητιάσεις του ουροποιητικού συστήματος, κυρίως στις γυναίκες.
  • Βελτιώνει την πέψη.
  • Ενισχύει την άμυνα του ανοσοποιητικού. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι μπορεί να βοηθά στον καρκίνο παχέος εντέρου.

Lactobacillus Bulgarious[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μελέτες δείχνουν ότι παράγει μια ιντερφερόνη που βοηθά στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων, όπως η έντονη διάρροια.
  • Χρησιμοποιείται στην ζύμωση του φυσικού γιαουρτιού.
  • Παράγουν γαλακτικό οξύ χρησιμοποιώντας την γλυκόζη.

Lactobacillus paracasei[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρησιμοποιείται συχνά για καλλιέργεια γάλακτος.
  • Αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας στο στόμα και το πεπτικό σύστημα.
  • Εμποδίζει την ανάπτυξη παθογόνων και σηπτικών βακτηρίων στο έντερο.
  • Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα (κυτταρική ανοσία).
  • Αποσυνθέτει τους υδατάνθρακες.
  • Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα με ενεργοποίηση των ΝΚ κυττάρων.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γερμενής Α. Ιατρική Ανοσολογία. Εκδόσεις Παπαζήση 2000, Αθήνα, ISBN 960-02-1397-6
  2. Longmore M, Wilkinson I, Turmezei T, Cheung K. Oxford Handbook of Clinical Medicine, Oxford University Press Inc., New York 2007, ISBN 978-0-19-856837-7
  3. Thompson W, McInnes R, Willard F. Genetics in Medicine 5th edition, W. B. Saunders Company, Philadelphia 1991, ISBN 960-524-136-6
  4. Bruce W, Reid G. Intravaginal instillation of lactobacilli for prevention of recurrent urinary tract infections. Can J Microbiol. 1988;34:339–343
  5. Fuller R. Probiotics: an overview. In: Gibson S A W, editor; Gibson S A W, editor. Human health: the contribution of microorganisms. New York, N.Y: Springer-Verlag; 1994. pp. 63–73
  6. Bruce A W, Reid G, McGroarty A, Taylor M, Preston C. Preliminary study on the prevention of recurrent urinary tract infections in ten adult women using intravaginal lactobacilli. Int Urogynecol J. 1992;3:22–25
  7. Ecological Role of Lactobacilli in the Gastrointestinal Tract: Implications for Fundamental and Biomedical Research, Appl. Environ. Microbiol. August 2008 74:4985-4996
  8. Casas A, Dobrogosz J. Lactobacillus reuteri: overview of a new probiotic for humans and animals. Microecol Ther. 1997;26:221–231
  9. Perdigon G, Alvarez S, Pesce de Ruiz Holgado A. Immunoadjuvant activity of oral Lactobacillus casei: influence of dose on the secretory immune response and protective capacity in intestinal infections. J Dairy Res. 1991;58:485–496