Βολίδα βυθομέτρησης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βόλιση από φρεγάτα, αρχές 19ου αιώνα.

Η Βολίδα βυθομέτρησης ή Βυθομετρική βολίδα, κοινώς «σκαντάγιο», (lead) είναι μεταλλικό συνήθως ορειχάλκινο όργανο που φέρεται στην άκρη λεπτού και ισχυρού σχοινιού, καλούμενο "βολιδόσχοινο" με το οποίο πραγματοποιούνται βυθομετρήσεις.

Η βυθομετρική βολίδα διακρίνεται σε τρία είδη:

  1. Στη «κοινή βολίδα λέμβου»,
  2. Στη «κοινή βολίδα πλοίου», και
  3. Στη «μηχανική βολίδα».

Η περιγραφή και ο τρόπος χρήσης της κάθε μιας των παραπάνω αναφέρονται στο άρθρο βυθομέτρηση.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόντιση και ανέλκυση της βολίδας βυθομέτρησης ονομάζεται βόλιση, ή βόλισμα. Ομοίως λέγονταν και η βυθομέτρηση ή βαθυμέτρηση που κυριολεκτικά είναι η λήψη των ενδείξεων του βολιδόσχοινου, άλλως βολιδοσκόπηση. Αυτός που επιχειρεί τη βόλιση ονομάζεται "βολιστής". Το δε ναυτικό πρόσταγμα που δίδονταν παλαιότερα για βόλιση από τον αξιωματικό ναυτιλίας - κατεύθυνσης στα ελληνικά πολεμικά πλοία ήταν βόλισον που γίνονταν από ειδική προς τούτο πτυσσόμενη πλευρική εξέδρα, την "εξέδρα βόλισης".

Εκφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βολιδοσκοπώ: ανιχνεύω το βάθος με βολίδα βυθομέτρησης, κατ΄ επέκταση ανιχνεύω διαθέσεις και σκέψεις άλλου.
  • Σκανταγιάρω: ομοίως, ανιχνεύω το μέγεθος του βάθους με σκαντάγιο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.15ος, σελ.42.