Α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP, Alpha-Fetal Protein) ή α-φετοπρωτεΐνη (αναφερόμενη και ως α-1-φετοπρωτεΐνη ή α-φετοσφαιρίνη) είναι μία πρωτεΐνη, που στους ανθρώπους κωδικοποιείται από το AFP γονίδιο. Το γονίδιο αυτό ανευρίσκεται στο μακρύ σκέλος του χρωμοσώματος 4 (4q25). Η AFP είναι μία κύρια πρωτεΐνη του πλάσματος, που παράγεται από το λεκιθικό σάκο, το ήπαρ και τη γαστρεντερική οδό κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης και θεωρείται ότι αποτελεί την εμβρυϊκή μορφή της αλβουμίνης του ορού. Ανήκει σε μία υπερομάδα πρωτεϊνών που περιλαμβάνει την αλβουμίνη και την πρωτεΐνη που συνδέεται με τη βιταμίνη D. Το μόριο της, προσδένεται με το χαλκό, το νικέλιο, τα λιπαρά οξέα και τη χολερυθρίνη, ενώ εντοπίζεται σε μονομερείς, διμερείς, καθώς και τριμερείς μορφές.[1][2]

Η δομή της αFP[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η AFP είναι μία γλυκοπρωτεΐνη μονής αλυσίδας, με μοριακό βάρος περίπου 70.000 dalton και αποτελείται από 591 αμινοξέα και ένα υδατανθρακικό μόριο.

Λειτουργικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η AFP είναι η πιο πολυάριθμη πρωτεΐνη του πλάσματος των ανθρώπινων εμβρύων. Τα επίπεδά της στο πλάσμα μειώνονται απότομα μετά τη γέννηση, τα οποία όμως αρχίζουν να υποχωρούν προγεννητικά από το τέλος του πρώτου τριμήνου κύησης. Η πρωτεΐνη φτάνει στα φυσιολογικά ενήλικα επίπεδά της στην ηλικία των 8 με 12 μηνών. Η λειτουργικότητα της AFP στους ενήλικες είναι άγνωστη. Ωστόσο, στα έμβρυα των τρωκτικών προσδένεται με την οιστραδιόλη, προς αποφυγή μεταφοράς της δια μέσου του πλακούντα. Ο κύριος σκοπός αυτής της λειτουργίας είναι ο περιορισμός μετατροπής των θηλυκών εμβρύων σε αρσενικά. Εφόσον η ανθρώπινη AFP δεν προσδένεται με τα οιστρογόνα, η λειτουργικότητά της στα αντίστοιχα έμβρυα είναι λιγότερο ξεκάθαρη.

Επίπεδα ορού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μητρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις έγκυες γυναίκες, τα επίπεδα της εμβρυϊκής AFP μπορούν να προσδιοριστούν από τα ούρα. Η AFP απομακρύνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους νεφρούς, γι αυτό και τα επίπεδά της στα ούρα μπορούν να αντικατοπτρίσουν εκείνα του εμβρυϊκού ορού. Αντιθέτως, τα επίπεδα της MSAFP (AFP ορού μητέρας) είναι αρκετά χαμηλότερα, αλλά συνεχίζουν να αυξάνονται έως περίπου την 32η εβδομάδα. Θεωρείται ότι αυτό συμβαίνει διότι η μητέρα δεν αξιοποιεί την AFP και γι αυτό την απομακρύνει από τον οργανισμό της, χωρίς πρόβλημα.

Νεογνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φυσιολογικές τιμές της AFP στους ενήλικες και τα παιδιά στα περισσότερα εργαστήρια έχουν οριστεί έως <50, <10 ή <5 ng/mL. Στη γέννηση, τα φυσιολογικά νεογνά έχουν 10.000 (ή και περισσότερο) φορές μεγαλύτερα επίπεδα, τα οποία υποχωρούν στα φυσιολογικά κατά το πρώτο έτος ζωής. Σε αυτή τη φάση, το φυσιολογικό εύρος τιμών της AFP μεταβάλλεται περίπου κατά 100 φορές. Η ορθή εκτίμηση των παθολογικών επιπέδων AFP στα νεογνά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη φυσιολογική διακύμανση. Πολύ υψηλά επίπεδα της AFP μπορούν να είναι επιρρεπή στο φαινόμενο της προζώνης, με αποτέλεσμα υπαρκτά υψηλά επίπεδα να παρουσιάζονται σημαντικά χαμηλότερα, σε σχέση με τα πραγματικά. Αυτό είναι σημαντικό για την ανάλυση μιας σειράς δοκιμασιών για τους AFP-καρκινικούς δείκτες π.χ. σε ένα μεταθεραπευτικό πλαίσιο παρακολούθησης διασωθέντων από καρκίνο, όπου ο ρυθμός μείωσης της AFP έχει διαγνωστική αξία.

Κλινική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η AFP υπολογίζεται στις έγκυες γυναίκες, μέσα από την ανάλυση μητρικού αίματος ή αμνιακού υγρού, ως δείκτης ανάπτυξης εμβρυϊκών ανωμαλιών. Κατά κύριο λόγο, η AFP είναι αυξημένη στα ανοικτά NTD (ελλείμματα νωτιαίου σωλήνα) και στην ομφαλοκήλη, ενώ είναι μειωμένη στο σύνδρομο Down. Άλλες αιτίες αυξημένης MSAFP περιλαμβάνουν την πολλαπλή εγκυμοσύνη και κάποιες σπάνιες, μη νευρολογικές εμβρυϊκές ανωμαλίες (π.χ. οισοφαγική ή δωδεκαδακτυλική ατρησία, βλάβες στο κοιλιακό τοίχωμα, νεφρικές ανωμαλίες). Η αύξηση της AFP χρησιμοποιείται ως παράγοντας στη διάγνωση της ataxia telangiectasia (A-T). Η AFP μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως βιομάρτυρας για την ανίχνευση μιας υποομάδας όγκων σε μη-έγκυες γυναίκες, άντρες και παιδιά. Ένα επίπεδο άνω των 500 ng/mL της AFP μπορεί να είναι ενδεικτικό για ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα και μεταστατικό καρκίνο του ήπατος. Η AFP κατέχει επίσης σημαντικό ρόλο ως δείκτης καρκίνου στο παιδικό ηπατοβλάστωμα, στους όγκους των γεννητικών κυττάρων (όγκοι λεκιθικού ασκού, εμβρυϊκό καρκίνωμα), στον καρκίνο των όρχεων και των ωοθηκών, του στομάχου, του παγκρέατος, του χοληδόχου πόρου και των βρόγχων. Η μέτρηση της AFP στον ορό, σε συνδυασμό με την hCG (χοριακή γοναδοτροπίνη) του ορού, είναι ένα καθιερωμένο σχήμα για παρακολούθηση ασθενών με μη σεμινωματώδη καρκίνο των όρχεων. Επιπλέον, η παρακολούθηση του ρυθμού κάθαρσης της AFP από τον ορό, μετά από θεραπεία, είναι ένας δείκτης της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Αντίστροφα, είναι δυνατή η παρακολούθηση του ρυθμού αύξησης του προοδευτικού καρκίνου με διαδοχική μέτρηση της συγκέντρωσης της AFP στον ορό σε συνάρτηση με το χρόνο. Η διαδοχικές μετρήσεις της AFP αποτελούν χρήσιμες εξετάσεις για την παρακολούθηση της θεραπείας του μη σεμινωματώδους καρκίνου των όρχεων. Αξιοσημείωτη είναι η χρησιμότητα της AFP στον προγεννητικό έλεγχο (δισχιδής ράχη, ανεγκεφαλία, ατρησία οισοφάγου, σύνδρομο Down), αποτελεί δε μία από τις τρεις παραμέτρους του Α-τεστ (AFP, hCG και ελεύθερη οιστριόλη). Ένα πεπτίδιο που προέρχεται από την AFP και αναφέρεται ως AFPep, υποστηρίζεται ότι κατέχει αντικαρκινικές ιδιότητες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άγγελος Παπαϊωάννου & Παναγιώτης Πλαγεράς, ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π.Χ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-489-189-4
  2. GEOFFREY BECKETT, SIMON WALKER, PETER RAE & PETER ASHBY, Lecture Notes : Κλινική Βιοχημεία, 7η έκδοση, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε., Αθήνα 2010, ISBN 978-960-394-688-5