Αροδαφνούσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αροδαφνούσα είναι ένα από τα πολυτραγουδησμένα δημοτικά τραγούδια της Κύπρου το οποίο διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας από στόμα σε στόμα. Το τραγούδι πραγματεύεται το θέμα "έρωτας-θάνατος" και μπορεί να λεχθεί ότι διατηρεί στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Σύμφωνα με την παράδοση η Αροδαφνούσα ήταν μια πεντάμορφη χωριατοπούλα από το χωρίο Χούλου της Πάφου που θάμπωσε τον ρήγα με την ομορφιά της και την είχε ερωμένη. Από την Χούλου ο μύθος παίρνει την Αροδαφνούσα στο άλλο άκρο του νησιού, στο κάστρο της Καντάρας, στη Κερύνεια, όπου μια από τις Ρήγαινες της Κύπρου, η Ρήγαινα Ελεονώρα αιχμαλωτίζει την Αροδαφνούσα που ο Φράγκος Ρήγας της Κύπρου, Πέτρος, αγάπησε. Η Αροδαφνούσα έμεινε έγκυος, ακριβώς όταν ο Ρήγας έφευγε για να πολεμήσει στους Αγίους Τόπους. Η Ρήγαινα περίμενε έως ότου ο Ρήγας ήταν μακριά και ακίνδυνος, και κατόπι κλείδωσε την Αροδαφνούσα στο κάστρο για να λιμοκτονήσει και τελικά να την σκοτώσει. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Το μέτρο τούτο προσδίδει στο ποίημα μιαν ιδιαίτερη χάρη τόσο στην ευφωνία όσο και στη μελοποίηση. Ακόμη η ομοιοκαταληξία που χρησιμοποιεί ο λαϊκός ποιητής, συνταιριασμένη με τις σωστές στην κάθε περίπτωση λέξεις της κυπριακής διαλέκτου, κάνει το ποίημα ιδιαίτερα ελκυστικό.

Οι στίχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάπου στραφτεί κάπου βροντά,
κάπου χαλάζιν ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη.
Μήτε στραφτεί μήτε βροντά,
μήτε χαλάζιν ρίβκει,
μήτε Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναύρη,
μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζιαί δέρνει,
τζιαί δέρνει τζιαί σκοτώνει τες,
για να της μολοήσουν,
πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζιαί πκοιάν εν π’ αγκαλίζει.
Τζιαί πκοιάν βαλεί στ’ αγκάλια του την νύκταν τζιαί τζοιμίζει.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Αν σου το πω τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην,
τζ’ αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζιαί πίσω,
τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζιαί λέει:
- Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρεις αερφάες,
την μιαν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν
η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα,
τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ ανθθούσαν,
εππέφταν τ' άνθθη πάνω της τζιαί μυρωδκιοκοπούσαν.
Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα,
μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν.
Τζείνην εν π’ αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’ αγκαλίζει
τζείνην βάλει στ’ αγκάλια του, την νύκταν τζιαί πλαγίζει,
που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζιαί κονεύκει.
Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζιαί θυμώθην,
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει
τζιαί δια το της, της σκλάβας της, στ’ Αροδαφνούν να πάρει
χαπάρκα τζιαί μυνύνατα πεμπεί της για να πάει.
Τζ’ έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλλει την στ’ Αροδαφνούς τα σπίδκια,
τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πας Αροδαφνού, τζ’ ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν
Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ η ρήαινα σε θέλει
- Τζιαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει!
Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της;
τζιαί αν με θέλει για χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια,
αν ένι για το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια,
αν ένι για το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες,
τζ’ αν ένι για μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες.
Τζιαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζιαί λέει:
- Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ ότι αν θέλης πκιάσε.
Τζ’ επκιάσεν τ’ ανικτάριν της, τζιαί στο σεντούτζιν πάει,
τζ’ έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της
π’ αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’ αππέξω γρουσαφένα,
τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα,
καζακκάν ολόγρουσον φορεί, γρουσόν μαλαματένον,
ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος,
ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζιαι παίζει το τζιαί πάει.
Τζιαί βάλλει βάγιες που τ’ ομπρός, τζιαί βάγιες που τα πίσω,
τζιαί βάγιες που τα δκυο πλευρά τζιαί πέρνουν την τζιαί πάει,
τζ’ επολοήθην τζ’ είπεν τους, των βάγιων της, τζιαί λέει:
- Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν,
γιατί εν ενί θέλημαν θεού,
πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν.
Επήραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον.
Εβκέην έναν το σκαλίν, τζιαί σούστην τζ’ ελυίστην,
εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην,
τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη,
φωνάζει τζιαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη.
Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη:
- Είδα την τζιαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει!
- Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα.
- Καλός την πέρτικαν μου!
Καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας
- Εγιώ εν ήρτα ρήαινα, να φα να ξεφαντώσω,
παρά βουλήν μου έπεψες τζιαί ήρτεν να με πάρη.
Ρωτά την τζιαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας.
- Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω.
Τζιαί τζει χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζει να πάει
τζιαί πολοάτ’ Αροδαφνού τζιαί λέει τζιαί λαλεί της:
- Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν !
Η ρήαινα εν άκουσεν,
οι σκλάβες της που τουν τζεί χαμαί, τζείνες εν που τ' ακούσαν
τζ' επήαν εις την ρήαιναν τζιαί λέουν τζιαί λαλούν της:
- Tζιαί να’ ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν!
Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν,
το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν!
Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη
τζιαί δια το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη
Χαπάρκα τζιαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν
- Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’ η ρήαινα σε θέλει.
Τζιαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζιαί λέει:
- Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει!
- Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει.
Έμπην έσσω τζιαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της
τζιαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της,
μαυρίζει τζιαί το μήλον της, τζιαί πέζει το τζιαί πάει
τζιαί πολοήθην τζ’ είπεν τους τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Τζ’ ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν,
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν
τζιαί που σα πάω βάγιες μου, πού σ’ αποσσιαιρετώ σας
γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζιαί ξαναδώ σας.
Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζιαί κλίνη που τζοιμούμουν,
τζ’ αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν.
Τζ’ επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν,
το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον.
- Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ ίνταν το θελημάν σου;
Που την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει.
- Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει.
Τζιαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζιαί λέει:
- Tζιαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζιαί πκιάσ’με που το σσιέριν.
Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν.
Τζιαί βάλλει μιαν φωνήν μιτσσιάν τζιαί μιαν φωνήν μεάλην.
Τζ’ ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του,
πάνω στο φαν, πάνω στο πιείν, ο ρήας την ακούει:
- Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζιαί ούλλα τα λαούτα,
τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας,
Τζιαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον.
Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος
τζ’ ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια,
τζ’ ώστι να πουν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον.
Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην
Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα, Σαρατζηνοί με τρέχουν,
Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες.
Τζιαί πολοάται η ρήαινα τζιαι λέει τζιαί λαλεί του:
- Έπαρ’ μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην,
γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω.
Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’ τουν, τζ’ έσσω βρέθην,
θωρεί τζιαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην,
τζιαί πκιάννει τζιαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει.
Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ ηύρεν χρυσόν φηκάριν,
μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν,
στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην,
τζιαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην.
Τζ’ επκιάσαν τους τζ’ εθάψαν τους τζεί πάνω πον τα τζιόνια.
Τζιαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής λοάται,
τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’ εμέναν ως παλλά τε
Άλλη εκδοχή:
Κάτω στους πέντε ποταμούς κάτω σταις πέντε βρύσες, έσει τρεις κόρες όμορφες τρεις καμαροφρυδούσες. Την μιαν λαλούν την Αδορούν την άλλην Αδορούσαν, την τρίτην την καλλύττερην λαλούν την Ροδαφνούσαν. Τον μήναν που ‘γεννήθηκεν ούλλα τα δέντρ’ αθθούσαν, εππέφταν τ’ άθθη πάνω της τζ’ εμυρωθκιοκοπούσαν. Ροδοσταμμάν η Αδορού γλυκόν η Αδορούσα, μα το φιλίν του βασιλιά εν για την Ροδαφνούσαν. Κάπου ‘ν που ‘στράφτει τζαι βροντά κάπου χαλάζιν ρίφκει, κάπου ο Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’ αναείρει. Μηδ’ εν που ‘στράφτει με βροντά μηδέ χαλάζιν ρίφκει, η ρήαινα τες σκλάβες της ξαννοίει να της πούσιν, χαπάρκα τζαι μηνύματα της Ροδαφνούς να πάει. «Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ η ρήαινα σε θέλει». «Ίντα με θέλ’ η ρήαινα τζ’ ίνταν το μήνυμάν της; Αν ένι για το ζύμωμαν να πάρω τες σανίδες, τζ’ αν εν για το μαείρεμαν να πάρω τες κουτάλες, είδε τζ’ αν ένι για χόρον να πκιάσω τα μαντήλια». «Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’ ότι τζ’ αν θέλεις πκιάε». Έμπην έσσω τζ’ εφόρησεν ρούχα της φορεσιάς της, μήτε κοντά μήτε μακριά όσον της ελιτζιάς της. Αππέσω βάλλει πλουμιστά αππέξω γρουσαφένα, τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα. Ποδά κομμάτιν λασμαρίν αν μεν την πιάσ’ ο ήλιος, πο τζει μήλον στο σέριν της τζαι παίζει το τζαι πάει. Πκιάννει το τζείνον το στρατίν τζείνον το μονοπάτιν, το μονοπάτιν βκάλλει την στης ρήαινας τον πύρκον. Στέκεται δκιαλοΐζεται πώς να την σιαιρετήσει; «Τζαι να της πω μουσκοκαρκιά μουσκοκαρκιά ‘σιει κόγγλους, τζαι να της πω τρανταφυλλιά τρανταφυλλιά ‘σιει αγκάθκια, άτ’ ας την σαιρετίσουμεν σαν πρέπει σαν αξίζει». Εξέβην το ‘ναν το σκαλίν τζ’ εσούστην τζ’ ελυΐστην, εξέβην τ’ άλλον το σκαλίν τζ’ εψιντροκανατζίστην. «Ώρα καλή βασίλισσα τζαι ρή(γ)α θυ(γ)ατέρα, που λάμπεις πα’ στον θρόνο σου σαν άσπρη περιστέρα». Τζαι πολοάτ’ η ρήαινα μ’ ένα στόμαν γεμάτον: «Είδα σε τζ’ εσπαγιάστηκα τζ’ εκούμπησα στον τοίχο τζ’ έχασα τζαι τα λόγια μου που ‘σεν να σου συντύχω. Εγιώ ‘δα  σ’ εσπαγιάστηκα τζ’ ο ρήας πως να μείνει! έλα να πάμεν Ροδαφνού τζ’ αφταίννει το καμίνιν». «Δώσ’ μου δκυο ώρες ‘πομονήν τζαι δκυο καρτεροσύνην, να βάλω μίαν φωνήν μιτσίν τζαι μιαν φωνήν μιάλην, πέρκι μ’ ακούσ’ ο βασιλιάς τζ’ έρτει να με ποσπάσει». «Τζαι βάλε μιαν τζαι βάλε δκυο τζαι βάλε όσες θέλεις, ο βασιλιάς εν μακριά να ‘ρτεί να σε ποσπάσει». Πάνω στο φαν πάνω στο πκιειν ο βασιλιάς ακούει. «Μουλλώστε ούλα τα βκιολιά τζαι ούλα τα λαούτα, τούτ’ η φωνή που ‘ξέβηκεν εν της Αροδαφνούσας. Σκλάβοι φέρτε τον μαύρον μου τον πετροκαταλύτην, που καταλύει τα σίερα τζαι πίννει τον Αφρίτην». Τζ’ ώσπου να πει «έσετεν γειαν» έκοψεν σίλια μίλια, τζ’ ώσπου να πούσιν «στο καλόν» έκοψεν άλλα σίλια, τζαι με τα νέφη περπατά τζαι με τον ήλιον τρέσει, στην τρίτην την φτερνιστηρκάν στον πύρκον κατεβαίννει. «Έλ’ άννοιξε μου ρήαινα τζ’ έχω μιάλην βίαν». «’Επαρ’ μου λλίην ‘πομονήν όσον πολλύν μίαν ώραν». Κλωτσιάν της πόρτας έδωκεν μπαίνν’ έσσω καβαλλάρης, τζαι βρίσκει την Αροδαφνούν στο γαίμα τυλιμένην, τζαι βλέπει τζαι την ρήαιναν στα πεύτζια καθισμένην. Αρπάσσει την Αροδαφνούν στα πεύτζια την καθίσκει, τζ’ αρπάσσει τζαι την ρήαιναν στο γαίμαν την τυλίει. Την Ροδαφνούν εθάψαν την παπάδες και ‘γουμένοι, την ρηαινάν εφάαν την δκυο σσύλοι πεινασμένοι.