Αρμάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τη λέξη αρμάτα χαρακτηρίζεται γενικά ο εξοπλισμός κάθε πράγματος, ιδιαίτερα όμως αποδίδεται στο γυναικείο στολισμό, δηλαδή στα ρούχα και τα στολίδια (πόρπες, κοσμήματα κ.λπ.) που φορούν οι γυναίκες. Εξ αυτού και η ελληνική παροιμία: "η αρμάτα βγάζει νιάτα", δηλαδή ο πλούσιος και ωραίος στολισμός σε μια γυναίκα την κάνει πολύ νεότερη. Παλαιότερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας αρμάτα λεγόταν και τα διάφορα ειδικά ενδύματα "προικιά" που έφεραν κυρίως οι νύμφες "η αρμάτα της νύμφης".

Ιστορικά, επίσημα τον όρο αυτόν έφερε η Αντιόχεια (η Αρμάτα) πιθανόν από τον πλούσιο στολισμό και εξοπλισμό που είχε η πόλη. Η λέξη προήλθε αναδρομικά από το ρήμα "αρματώνομαι" - "αρματωμένος" που σημαίνει αυτός που φέρει πλούσια στολή (ρουχισμό και οπλισμό) έτοιμος για μάχη.

  • Παρά ταύτα η όλη φερόμενη στολή μετά των επ΄ αυτής αρμάτων ονομάζεται σε αντιδιαστολή αρματωσιά.
  • Με το προσωνύμιο "Αρμάτα" φέρεται μικρή εκκλησία στο μυχό του παλαιού λιμένα των Σπετσών που είναι αφιερωμένη στην Παναγία τη λεγόμενη "Παναγία η Αρμάτα. Το προσωνύμιο αυτό σχετίζεται με τη Ναυμαχία των Σπετσών στις 8 Σεπτεμβρίου του 1822, όπου απεσύρθει η μεγάλη τουρκική αρμάδα χωρίς να πραγματοποιηθεί απόβαση, θεωρούμενη έτσι η Παναγία την ημέρα εκείνη (ανήμερα της εορτής της) "αρμάτα των Ελλήνων".