Αντιπηκτικό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

1.Αντιπηκτικό τόσο στη Φυσική όσο και στη Χημεία ονομάζεται η ουσία εκείνη που χαμηλώνει το σημείο πήξης άλλης ουσίας όταν αναμειχθεί. Κατά κανόνα το σημείο πήξης ενός υγρού χαμηλώνει μετά τη διάλυση κάποιας ουσίας σ΄ αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το χειμώνα, οι οδηγοί των αυτοκινήτων προσθέτουν κάποιο αντιπηκτικό στο ψυγείο της μηχανής, (όπως αιθανοδιόλη 1,2) προκειμένου να μη παγώσει το νερό.
2. Ο όρος αντιπηκτικό χρησιμοποιείται στην Ιατρική με την έννοια του σκευάσματος που χορηγείται για την θεραπεία φλεβικών θρόμβων,πνευμονικής εμβολής, εμφραγμάτων καθώς και για την συντηρητική αγωγή ασθενών με προσθετικές βαλβίδες. (Παράγωγα της δικουμαρόλης, ηπαρίνη, στρεπτοκινάση).
3. Στο Μικροβιολογικό-Αιματολογικό Εργαστήριο με τον όρο αντιπηκτική, (anticoagulant), νοείται ουσία που παρεμποδίζει την In vitro συγκόληση ή την πήξη των αιμοσφαιρίων. Η πήξη του αίματος αποτελεί ζωτική αντίδραση αντιμετώπισης βλάβης του κυκλοφορικού συστήματος που αποτελεί ένα από τα στάδια διαδικασίας και που εξαρτάται κυρίως από την παρουσία ιόντων ασβεστίου. Έτσι η ελάττωση αυτής της τάσης του αίματος επιτυγχάνεται με κατάλληλες χημικές ουσίες που αφαιρούν το ασβέστιο, (EDTA, trisodium citrate, Wintrobe, Ηπαρίνη). Οι αντιπηκτικές αυτές ουσίες χρησιμοποιούνται κυρίως από υπηρεσίες αιμοδοσίας για την αποθήκευση αίματος. Σημειώνεται ότι πολλά παράσιτα αιμομυζιτικά, π.χ. κουνούπια, εκκρίνουν αντιπηκτική ουσία στο αίμα του ξενιστή προκειμένου έτσι να μεταφέρουν αίμα στο πεπτικό τους σύστημα.