Αντιπαραθετικό σύστημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αντιπαραθετικό σύστημα ή κατηγορητικό σύστημα ονομάζεται το δικονομικό σύστημα όπου δύο αντίδικοι εκπροσωπούν αντίθετες θέσεις ενώπιον αμερόληπτου προσώπου ή ομάδας ανθρώπων, συνήθως ενόρκων ή δικαστή, το οποίο επιχειρεί να προσδιορίσει την αλήθεια και να κρίνει την υπόθεση αφού ακούσει τις δύο πλευρές. [1] [2] [3] Έρχεται σε αντίθεση με το ανακριτικό ή εξεταστικό σύστημα όπου οι δικαστές διερευνούν οι ίδιοι την υπόθεση, εξετάζοντας και ανακρίνοντας τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο.

Το αντιπαραθετικό σύστημα έχει την γένεσή του στο δικονομικό σύστημα των Αρχαίων Αθηνών ενώ σήμερα χρησιμοποιείται για ποινικές δίκες στις χώρες του κοινού δικαίου, ενώ το ανακριτικό χρησιμοποιείται σε αυτές του ρωμαϊκού δικαίου.

Βασικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια ποινική αντιπαραθετική δίκη, οι δύο αντίδικοι είναι ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος προσπαθεί να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, και ο εισαγγελέας ή συνήγορος πολιτικής αγωγής, ο οποίος προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ένοχος. Εάν οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε μία συμβιβαστική λύση, για παράδειγμα την παραδοχή ενοχής του κατηγορούμενου με αντάλλαγμα ελαφρύτερη ποινή, την καταθέτουν από κοινού στο δικαστήριο και η υπόθεση κλείνει χωρίς δίκη.

Σε αντίθετη περίπτωση, η κάθε πλευρά παρουσιάζει μάρτυρες και στοιχεία υπέρ της θέσεώς της και ανακρίνει κατ' αντιμωλία τους μάρτυρες της άλλης πλευράς. Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να καταθέσει παρά μόνον εφόσον επιλέξει ο ίδιος να κληθεί ως μάρτυρας υπεράσπισης από τον συνήγορό του. Σε τέτοια περίπτωση όμως υποβάλλεται κανονικά σε ανάκριση κατ' αντιμωλία από τον εισαγγελέα όπως κάθε άλλος μάρτυρας υπεράσπισης και ενδέχεται να καταδικαστεί για ψευδορκία αν καταθέσει ψευδώς.

Ο δικαστής λειτουργεί ως ουδέτερος διαιτητής μεταξύ των δύο αντιδίκων και ούτε καλεί μάρτυρες ούτε παραθέτει στοιχεία ο ίδιος ούτε ανακρίνει τον κατηγορούμενο, τους μάρτυρες ή τους δικηγόρους. Στο τέλος της δίκης, οι ένορκοι ή/και ο δικαστής, έχοντας ακούσει τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, αποφαίνονται για την υπόθεση. Στα συστήματα αγγλοσαξονικού δικαίου, οι ένορκοι συνήθως αποφασίζουν για το αν ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή ένοχος και, σε περίπτωση που κρίνουν ότι είναι ένοχος, ο δικαστής, κατόπιν περαιτέρω αγόρευσης των συνηγόρων, αποφαίνεται για την ποινή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hale, Sandra Beatriz (Ιουλίου 2004). The Discourse of Court Interpreting: Discourse Practices of the Law, the Witness and the Interpreter. John Benjamins. σελ. 31. ISBN 978-1-58811-517-1. 
  2. Richards, Edward P.; Katharine C. Rathbun (15 Αυγούστου 1999). Medical Care Law. Jones & Bartlett. σελ. 6. ISBN 978-0-8342-1603-7. 
  3. Care, Jennifer Corrin (12 Ιανουαρίου 2004). Civil Procedure and Courts in the South Pacific. Routledge Cavendish. σελ. 3. ISBN 978-1-85941-719-5.