Αναθεωρητικό δικαστήριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αναθεωρητικό Δικαστήριο καλείται το δευτεροβάθμιο στρατιωτικό δικαστήριο, το οποίο δικάζει είτε ως δικαστήριο ουσίας σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων στρατιωτικών δικαστηρίων (στρατοδικείων, αεροδικείων και ναυτοδικείων), είτε ως ακυρωτικό δικαστήριο, όταν δικάζει το ένδικο μέσο της αναθεωρήσεως.

Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατιωτική δικαιοσύνη στην Ελλάδα οργανώθηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοελληνικού Κράτους. Συγκεκριμένα ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας διαβλέποντας αφενός την επιτακτική ανάγκη στρατιωτικού ποινικού κώδικα για τα υπό οργάνωση στρατεύματα της χώρας και αφετέρου διαπιστώνοντας ότι η πρωτογενής παρασκευή ενός σχετικού νομοθετήματος ήταν δυσχερής , εξέδωσε το υπ’αριθμ. ΙΗ΄ Ψήφισμα  της 21ης Δεκεμβρίου 1828 με το οποίο εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο γαλλικός Στρατιωτικός Κώδικας (νόμος της 9ης Οκτωβρίου 1797). Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής, ιδρύθηκε στο Ναύπλιο το πρώτο Διαρκές Στρατοδικείο, το οποίο μέχρι το 1860 αποτελούσε το μοναδικό οργανωμένο φορέα απονομής της στρατιωτικής δικαιοσύνης, λειτουργώντας ταυτόχρονα και ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το όνομα Διαρκές Αναθεωρητικό Στρατοδικείο του Στρατού . Από την περίοδο εκείνη σώζονται τα αρχεία των αποφάσεων των ετών 1848-1860 το σύνολο των οποίων ήταν 101. Σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της στρατιωτικής δικαιοσύνης αποτελεί η 19η Μαΐου του έτους 1860, όταν με το νόμο ΦπΒ' "Περί της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας" (ΣΠΝ)  και συγκεκριμένα τα άρθρα 24 επ., προβλέφθηκε για πρώτη φορά η ίδρυση ενός αυτοτελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με έδρα την Αθήνα και για όλη την επικράτεια. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο συνετίθετο από ένα υποστράτηγο ως Πρόεδρο, τέσσερις ανώτερους αξιωματικούς και συγκεκριμένα ένα συνταγματάρχη, έναν αντισυνταγματάρχη και δύο ταγματάρχες ως δικαστές, άπαντες προερχόμενοι από τα διάφορα όπλα του στρατού ξηράς, ενώ στις συνεδριάσεις συμμετείχε ο Βασιλικός Επίτροπος, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα Εισαγγελέα, καθώς και ένας γραμματέας. Πρώτος  Πρόεδρος ορίστηκε ο υποστράτηγος Ευστράτιος Πίσσας (1797-1885), μετέπειτα υπασπιστής του Γεωργίου Α' και πρώτος Βασιλικός Επίτροπος ο αντισυνταγματάρχης Πέτρος Γεννατάς (1808-1878), μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών επί κυβερνήσεως Χαριλάου Τρικούπη. Η πρώτη συνεδρίαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου πραγματοποιήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1860 στην αίθουσα του κτιρίου που αποτελούσε την έδρα του και βρισκόταν επί της οδού Ερμού. Η ανωτέρω πρόβλεψη περί υπάρξεως ενός Αναθεωρητικού Δικαστηρίου αφορούσε στην απονομή της στρατιωτικής δικαιοσύνης εν καιρώ ειρήνης. Ωστόσο ο αυτός νόμος περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για τη στρατιωτική δικαιοσύνη εν καιρώ εκστρατείας, αποκλεισμού ή πολιορκίας. Συγκεκριμένα, για την πρώτη περίπτωση, προβλέπεται ότι ο γενικός αρχηγός του στρατεύματος καθώς και οι αρχηγοί κάθε επιμέρους στρατιωτικού σώματος είχαν τη δυνατότητα να συστήσουν δύο Στρατοδικεία και ένα Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και για τη δεύτερη περίπτωση, με τη διαφορά ότι η αυτή εξουσία απονεμόταν στον εκάστοτε διοικητή του αποκλεισμένου ή πολιορκούμενου φρουρίου, με την προϋπόθεση ότι δεν λειτουργούσαν στην περιφέρειά του Στρατιωτικά Δικαστήρια.

Ήδη με βάση τις ρυθμίσεις των άρθρων 57 και 58 του νομοθετήματος του 1860, αν και οι λόγοι ακυρώσεως των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων στρατοδικείων ήταν στην ουσία τους αναιρετικοί (κακή σύνθεση, αναρμοδιότητα του δικάσαντος στρατοδικείου, εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή του ποινικού νόμου, παράλειψη ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, παράλειψη απόφανσης επί αιτήματος του κατηγορουμένου ή του βασιλικού επιτρόπου), η αρμοδιότητα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκτεινόταν εν τοις πράγμασι και στην κατ’ ουσίαν επανεξέταση της υπόθεσης, δεδομένου ότι ο νόμος δεν προέβλεπε την αναπομπή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση. Η διττή αυτή λειτουργία του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ως αναιρετικό δικαστήριο και ως δικαστήριο της ουσίας διατρέχει όλη την ιστορία του οργάνου καθότι πέραν της αίτησης αναθεώρησης προβλέπεται και η άσκηση έφεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων στρατιωτικών δικαστηρίων. Ωστόσο, η εξαρχής υπαγωγή της αναιρετικής κρίσης των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου στην αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου σαφώς περιόρισε τη σημασία της αίτησης αναθεώρησης και ανέδειξε τη σημασία της έφεσης ως ενδίκου μέσου. Με το άρθρο 37 του π.δ. 21/2002 (Κανονισμός λειτουργίας στρατιωτικών δικαστηρίων) ορίζεται πλέον σαφώς ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο είναι το ανώτατο στρατιωτικό δικαστήριο και λειτουργεί ως δευτεροβάθμιο και ως ακυρωτικό.

Η φυσιογνωμία του Δικαστηρίου διατηρήθηκε και με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα που κυρώθηκε με τον Α.Ν. 2803/1941. Με βάση τον νόμο αυτόν το δικαστήριο συνετίθετο από τον Πρόεδρο, τέσσερα μόνιμα μέλη και τον γραμματεά, ενώ χρέη εισαγγελέα τελούσε ο βασιλικός επίτροπος. Στο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από την γερμανική κατοχή  προβλέφθηκε η σύσταση του Ειδικού Στρατοδικείου Εγκληματιών Πολέμου του οποίου τις συνεδριάσεις διήυθυνε ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Στο εδώλιο του δικαστηρίου αυτού βρέθηκαν ως κατηγορούμενοι περιβόητοι εγκληματίες πολέμου, ιδίως Γερμανοί, όπως ο Friedrich Schubert, ο οποίος εκτελέστηκε όντας υπεύθυνος για το θάνατο 246 Ελλήνων στην Κρήτη και στα Γιαννιτσά, και ο Max Merten, ο οποίος  ήταν υπεύθυνος για το θάνατο 680 Ελλήνων, το βασανισμό και δολοφονία 9.000 Εβραίων και την εκτόπιση 40.000 εκ των τελευταίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στη δίκη του Merten, στην σύνθεση του οποίου προήδρευε ο Πρόεδρος του Αναθεωρητικού δικαστηρίου Κοκορέτσας Ιωάννης ενώ χρέη Βασιλικού Επιτρόπου τελούσε ο Βασιλάκης Ιωάννης, η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε ποτέ, καθώς με νομοσχέδιο της Κυβέρνησης Καραμανλή ορίστηκε ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται απόφασις τις δικαστηρίου, πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης». Με αφορμή αυτή την κρίσιμη ιστορική αναφορά, πρέπει επιπροσθέτως να αναφερθεί ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, όπως άλλωστε και τα Στρατοδικεία της Επικράτειας, έγινε το θέατρο διεξαγωγής πολλών και σημαντικών δικών. Αξίζει να αναφερθεί η δίκη των βασανιστών της Χούντας (Ε.Α.Τ.-Ε.Σ.Α.), η έφεση της οποίας εκδικάστηκε από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (αρ.απ. 169/1976) και στην οποία προήδρευε ο Πλευράκης Εμμανουήλ (Αναθεωρητής Β'). Μεταξύ των καταδικασθέντων ήταν οι Θεοφιλογιαννάκος Θεόδωρος (διοικητής ΕΑΤ-ΕΣΑ), Χατζηζήσης Νικόλαος, Τσάλας Γεώργιος, και  Σπανός  Αναστάσιος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία του θεσμού παρουσιάζει η διαχρονική εξέλιξη του τρόπου επιλογής του δυναμικού και στελέχωσης του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην αρχή της λειτουργίας του το Δικαστήριο στελεχωνόταν από ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς των όπλων. Έτσι ως μέλη του δικαστηρίου χρημάτισαν ένδοξοι αξιωματικοί του Στρατού όπως ο Κωνσταντίνος Σμολένσκυ και ο Νικόλαος Ζορμπάς. Στη συνέχεια με τον Ν. 484/1914 υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα πλήρωσης των θέσεων των μελών του δικαστηρίου μέσω της σύστασης του Σώματος Στρατιωτικής Δικαιοσύνης. Με τον Ν. 643/1914 ορίστηκε ότι το Αναθεωρητικό Δικαστήριο θα συγκροτείτο από έναν Αρεοπαγίτη ως Πρόεδρο, δύο εφέτες και δύο στρατιωτικούς δικαστικούς συμβούλους α΄ τάξεων, οι οποίοι θα επιλέγονταν εκ των εφετών, αντιεισαγγελέων εφετών και ανώτερων δικαστικών υπαλλήλων. Σημείο καμπής αποτελεί η ίδρυση, την 6η Ιουνίου 1970, της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) μέσω της εξέλιξης της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (ΣΙΣ) και της προσθήκης στα ήδη υφιστάμενα υγειονομικά τμήματα τριών νέων τμημάτων μεταξύ των οποίων και του Δικαστικού. Οι μαθητές του Τμήματος Δικαστικού μαζί με εκείνους του Στρατολογικού Τμήματος παρακολουθούσαν τα νομικά μαθήματα στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με τον τρόπο αυτόν οι απόφοιτοι του Δικαστικού Τμήματος της ΣΣΑΣ αποφοιτούσαν με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού (βοηθός δικαστικού συμβούλου Γ'΄) και με την εξέλιξή τους στον βαθμό του ταξιάρχου (Αναθεωρητής Γ΄) ορίζονταν μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Ριζική αλλαγή του συστήματος στελέχωσης του Δικαστικού Σώματος των ΕΔ επήλθε με τον Ν. 2304/1995 (Κώδικας Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων) δεδομένου ότι πλέον προβλέπεται η διενέργεια έκτακτου διαγωνισμού και η επιλογή δεν γίνεται μεταξύ των αποφοίτων της ΣΣΑΣ. Στη δεδομένη χρονική συγκυρία όλα τα μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και της Εισαγγελίας είναι απόφοιτοι του Δικαστικού Τμήματος της ΣΣΑΣ.

Στο βάθος αυτών των σχεδόν πενήντα ετών οι αλλαγές που έγιναν στη λειτουργία και στελέχωση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ήταν μείζονος σημασίας, καθότι η πορεία αυτή οδήγησε με σταθερά αλλά αποφασιστικά βήματα στη δημιουργία ενός νομικά άρτια καταρτισμένου και επαγγελματικού Δικαστικού Σώματος με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία και πλήρη συνείδηση της αποστολής του. Με άλλες λέξεις η πορεία αυτή οδήγησε στη δημιουργία ενός αμιγώς δικαστικού οργάνου και ολοκλήρωσε την ‘‘δικαστηριοποίηση‘‘ της στρατιωτικής δικαιοσύνης απαλλάσσοντάς την από τα κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Κομβικής σημασίας ήταν και η κατοχύρωση, με τον νόμο του 1995, της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών της στρατιωτικής δικαιοσύνης.

Τόπος λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λειτουργεί κατά κανόνα στην Αθήνα σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 1 δ΄ του νέου Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (που κυρώθηκε με το Νόμο 2287/1995), μπορεί όμως να χωριστεί σε τμήματα, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας. Σήμερα το Αναθεωρητικό Δικαστήριο είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα, σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση (Εθνικής Άμυνας),Δ.454.2/298093/Σχ.739/31.8.1995, «Χωρισμός του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου σε Τμήματα» (ΦΕΚ Β΄ 777/11.9.1995), το Α΄ και το Β΄ Τμήμα. Επίσης με το Προεδρικό Διάταγμα 420/1995 (ΦΕΚ Α΄ 242/22.11.1995) ορίστηκε ότι το Β΄Τμήμα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου μπορεί να συνεδριάζει κατά τόπο συνεδριάσεως, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ με το Προεδρικό Διάταγμα 340/1997 (ΦΕΚ Α΄ 232/21.11.1997) επεκτάθηκε, εκτός από τη Θεσσαλονίκη, και στη Ξάνθη.

Η έδρα του δικαστηρίου είναι από το έτος 1969 το Δικαστικό Μέγαρο του Στρατοδικείου στο Στρατόπεδο Γαζή στου Ρουφ, μετά την μετεγκατάστασή του από την ιστορική του έδρα που βρισκόταν στο Δικαστικό Μέγαρο της οδού Ακαδημίας.

Συγκρότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο συγκροτείται αποκλειστικά από μέλη του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων που φέρουν τον βαθμό του Αναθεωρητή, σε αντίθεση με τα πρωτοβάθμια στρατιωτικά δικαστήρια (στρατοδικεία, αεροδικεία και ναυτοδικεία), τα οποία συγκροτούνται από μέλη του Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατιωτικούς Δικαστές), αλλά και από Στρατοδίκες, δηλαδή, μόνιμους Αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων (από το βαθμό του Λοχαγού -και αντιστοίχων- και πάνω), οι οποίοι επιλέγονται με κλήρωση για να συμμετέχουν στη σύνθεση των στρατιωτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 172 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Ν.2287/1995). Η αναλογία συμμετοχής Στρατιωτικών Δικαστών-Στρατοδικών στη σύνθεση των πρωτοβάθμιων στρατιωτικών δικαστηρίων είναι τρεις στρατιωτικοί δικαστές-δύο στρατοδίκες (για τα πενταμελή) και δύο στρατιωτικοί δικαστές-ένας στρατοδίκης (για τα τριμελή στρατιωτικά δικαστήρια).

Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο απαρτίζεται από έναν αντιστράτηγο ως Πρόεδρο με τον βαθμό του Αναθεωρητή Α΄, τρεις υποστράτηγους ως αντιπροέδρους με τον βαθμό του Αναθεωρητή Β΄, και πέντε ταξιάρχους ως μέλη με τον βαθμό του Αναθεωρητή Γ΄. Ο Εισαγγελέας φέρει τον βαθμό του Αναθεωρητή Α΄ (αντιστρατήγου) και επικουρείται από δύο αντιεισαγγελείς με τον βαθμό του Αναθεωρητή Γ΄ (ταξίαρχου).

Δυνατότητα αναίρεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα εξάλλου με το άρθρο 167 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Ν. 2287/1995), η ποινική δικαιοσύνη στο στρατό απονέμεται από τα στρατιωτικά δικαστήρια και τον Άρειο Πάγο, καθώς εναντίον των αποφάσεων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν δικάζει ως δικαστήριο ουσίας σε δεύτερο βαθμό, μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, η οποία εκδικάζεται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου (167 ΣΠΚ) «οι στρατιωτικοί δικαστές και οι αναθεωρητές περιβάλλονται με εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας», ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού οι αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων θα πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το άρθρο 187 ΣΠΚ το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δικάζει με τριμελή ή πενταμελή σύνθεση στην οποία μετέχουν ο πρόεδρος και ο ανάλογος αριθμός αναθεωρητών. Στις συνεδριάσεις ενώπιον του ακροατηρίου παρίσταται ο εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, καθώς και ο δικαστικός γραμματέας του δικαστηρίου, ενώ το δικαστικό συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου συντίθεται από τον Πρόεδρο και δύο αναθεωρητές.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ε. Ανανιάδης, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδιξ, Αθήναι, 1951.
  • Ε. Γιαρένης, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Θεωρία-Εφαρμογή, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2005.
  • Γ. Δυοβουνιώτου, Στρατιωτική και Ναυτική Ποινική Νομοθεσία, εκδ. Γ. Φέξη, Αθήναι, 1901.
  • Κ. Μπίρης, Αι Αθήναι 1830-1966, εκδ. Μέλισσα, 1995.
  • Ε. Οικονομίδης, Εγχειρίδιον της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας, Αθήναι, 1925.
  • Α. Παπαδαμάκης, Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014.
  • Του ιδίου, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας και συναφή νομοθετήματα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006.
  • Ι. Παπαδιαμαντοπούλου, Περί της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας, Αθήναι, 1903.
  • Μ. Τουρτόγλου, περί της ποινικής δικαιοσύνης επί Τουρκοκρατίας και μετ’ αυτήν μέχρι και του Καποδιστρίου, Αθήναι, 1972.
  • Τ. Φιλιππίδης, Ποινική Νομοθεσία κατά την Εθνεγερσίαν, Θεσσαλονίκη, 1974.
  • Διαδικτυακός τόπος της Ενώσεως Δικαστικών Λειτουργών Στρατιωτικής Δικαιοσύνης

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχείο Αποφάσεων Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Α΄ και Β΄ Τμήματος).
  • "Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας" και Αποφάσεις όπως αναφέρονται στο κείμενο.