Αλεξάντρ Αντόνοφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλεξάντρ Αντόνοφ
Αλεξάντρ Αντόνοφ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1888
Μόσχα, Αυτοκρατορική Ρωσία
Θάνατος24 Ιουνίου 1922
Σιμπρία, Κυβερνείο Ταμπόφ, Ρωσική ΣΟΣΔ
Αιτία θανάτουκατά την διάρκεια μάχης
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΕπικεφαλής της εξέγερσης του Ταμπόφ
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΡωσική επανάσταση του 1905 και Εξέγερση του Ταμπόφ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Αντόνοφ (1888-24 Ιουνίου 1922, Ρωσικά: Алекса́ндр Степа́нович Анто́нов) ήταν μέλος του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος, και αργότερα έγινε ένας από τους ηγέτες της Εξέγερσης του Ταμπόφ κατά του Σοβιετικού καθεστώτος.

Βίος και πολιτικές πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στην Μόσχα, ο Αντόνοφ μεγάλωσε στην πολύ μικρότερη πόλη Κιρσανόβ. Αργότερα σπούδασε στο Βασιλικό Ινστιτούτο του Ταμπόβ (Realnoe Uchilische) μέχρι που αποβλήθηκε για επαναστατικές προκηρύξεις. Φοβόταν να επιστρέψει σπίτι μετά από αυτό και βρήκε δουλειά σαν μαθητευόμενος στο τοπικό εργοστάσιο κατασκευής τρένων.

Υπήρξε μέλος του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος από το 1904, όταν ήταν μόνο 16 ετών. Στους συνεργάτες του στο κόμμα περιλαμβάνονταν η περίφημη Μαρία Σπιριδόνοβα, ο Γιούρι Ποντμπέλσκι και διάφοροι άλλοι. Παίρνοντας παράδειγμα από τους προστατευόμενους του κόμματός του, συνέπραξε μαζί τους στις τρομοκρατικές τους ενέργειες, ενέργειες που περιλάμβαναν δολοφονίες, ληστείες, και άλλα είδη απαλλοτρίωσης. Σύντομα συνελήφθη και δικάστηκε για την ληστεία ενός ταχυδρομικού βαγονιού, το οποίο μετέφερε όλα τα είδη τιμαλφών. Ο Αντόνοφ δικάστηκε 20 χρόνια σε καταναγκαστικά έργα (Katorga), περνώντας τα στην αρχή στο φρούριο Σίσελμπουργκ και μετά στην φυλακή Βλαντιμίρσκι Σέντραλ.

Το μανιφέστο αμνηστίας της Ρωσικής Προσωρινής Κυβέρνησης τον απελευθέρωσε από την φυλακή. Επέστρεψε στο Κιρσανόβ με τρένο και συναντήθηκε και έγινε δεκτός πάλι από τους πρώην συναδέλφους του, τοπικά γνωστούς σαν κρασνομπαντόσνικι. Στην τοπική βιβλιοθήκη, τον δεξιώθηκαν σαν μεγάλο μάρτυρα για την υπόθεση της Επανάστασης. Στην αρχή επέστρεψε στο εργοστάσιο όπου άρχισε την καριέρα του, αλλά σύντομα εξελέγη στο αξίωμα του επικεφαλής της Πολιτοφυλακής (αστυνομία) του Κυβερνείου, προκατόχου της μιλίτσιγια. Με την βοήθεια των συναδέλφων του και της τοπικής διοίκησης, κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο, ο οποίος για ένα διάστημα αντιμετώπισε το υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας που αναπτυσσόταν στο Ταμπόφ. Παρέμεινε στο αξίωμά του και μετά το πραξικόπημα του 1918, έγινε ο πρώτος επικεφαλής της Πολιτοφυλακής του Κυβερνείου στο Σοβιετικό Ταμπόφ. Ο Αντόνοφ, επίσης, κατάφερε να αφοπλίσει τις Τσεχοσλοβακικές λεγεώνες που προκαλούσαν όλεθρο στον τοπικό πληθυσμό.

Βλέποντας όλο το χάος που προκλήθηκε από τους Μπολσεβίκους, ο Αντόνοφ παραιτήθηκε από το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα, ένα γεγονός που πήρε ευρεία δημοσιότητα και επικρίθηκε. Ζήτησε επίσης από την Εκτελεστική Επιτροπή (Διοίκηση) του Κυβερνείου να του δώσει την θέση του επικεφαλής της Περιφερειακής Πολιτοφυλακής (Uyezdnoy) στο Κιρσανόβ. Με την βοήθεια των εργατών και του περιφερειακού τμήματος της πολιτοφυλακής, πήρε την έγκριση να μεταφερθεί.

Εκεί διοργάνωσε και έγινε ένας από τους ηγέτες της Εξέγερσης του Ταμπόφ κατά του Σοβιετικού καθεστώτος. Στις 24 Ιουνίου 1922, παγιδεύτηκε από ένα απόσπασμα της Τσεκά κοντά στο χωριό Σιμπρία, κοντά στο Μπορισογκλέμπσκ, όπου σκοτώθηκε σε μάχη με την Τσεκά μαζί με τον αδελφό του Ντμίτρι. Έγγραφα αναφέρουν ότι πάλεψε μέχρι τέλους, μην αφήνοντας ποτέ κάτω το όπλο του. Ο Αντόνοφ τάφηκε στο Ταμπόφ, μαζί με τα άλλα μέλη της ομάδας του και τον αδελφό του Ντμίτρι, κοντά στα τείχη της ανδρικής μονής της Παναγίας του Καζάν την πέμπτη ημέρα του θανάτου του.