Αλδολάση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η αλδολάση (ALD ή ALS) è ένα γλυκολυτικό ένζυμο που καταλύει την μετατροπή της 1 φωσφορικής φρουκτόζης σε δύο μόρια triosi (gliceraldeide- 3-φωσφορική διυδροξυακετόνη και το φωσφορικό) στην τέταρτη αντίδραση της γλυκόλυσης (η μεταβολική οδός που παράγει ενέργεια από γλυκόζη). Aπό βιοχημικής άποψης, η αλδολάση είναι σημαντική στο μεταβολισμό της φρουκτόζης.

Έχει τρεις ισομορφές:

1) την Αλδολάση Α που βρίσκεται στους μυς και σε άλλους ιστούς η οποία διασπά διασπά μόνο 1,6-δΡ φρουκτόζη

2) την Αλδολάση Β που βρίσκεται στο ήπαρ και διασπά εκτός από 1,6-δΡ φρουκτόζη και την 1-Ρ φρουκτόζη (αλλά έχει μεγαλύτερη συγγένεια με την 1,6-δΡ φρουκτόζη)

3)Την Αλδολάση C πιυ βρίσκεται στον εγκέφαλο και διασπά μόνο 1,6-δΡ φρουκτόζη

Παθοφυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αλδολάση Β καταλύει τη μετατροπή της διφωσφορικής φρουκτόζης σε φωσφορική διϋδροξυακετόνη και σε φωσφορική γλυκεραλδεΰδη. Η αλδολάση ανευρίσκεται σ’ όλους τους ιστούς του σώματος. Είναι απαραίτητη για τη γλυκόλυση στους μύς ως «οδός ταχείας απάντησης» για την παραγωγή τριφωσφορικής αδενοσίνης (ΑΤΡ) ανεξάρτητα από την παροχή οξυγόνου στους ιστούς. Η ανάλυση αυτή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται γιατί έχει αντικατασταθεί από την CPK [1] . Yψηλά επίπεδα αλδολάσης ανευρίσκονται σε ασθενείς με προϊούσα [Μυϊκές δυστροφίες|μυϊκή δυστροφία] (Duchenne). Χαμηλότερες τιμές παρατηρούνται σε άλλες νόσους των μυών, ενώ τα επίπεδα αλδολάσης είναι φυσιολογικά σε [πολιομυελίτιδα], [Πολλαπλή σκλήρυνση|σκλήρυνση κατά πλάκας] και βαριά ψευδοπαραλυτική μυασθένεια.

Δείγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορός που συλλέγεται σε συνήθη σωληνάρια δειγματοληψίας ή σε σωληνάρια που περιέχουν γέλη διαχωρισμού χωρίς αιμόλυση και έντονη λιπαιμοκότητα. Αποχωρίζεται τον ορό από το θρόμβο ή τα κύτταρα εντός 45 λεπτών και συντηρείται σε πλαστικό σωληνάριο.

Φυσιολογικές τιμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικες: 2-8 ΙU/L

Παιδιά: 2-16 IU/L

  1. Κρεατινική Κινάση:Ένζυμο που βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στους σκελετικούς μύς, στην καρδιά και πολύ μικρότερες στον εγκεφαλικό ιστό