Ακυβέρνητο πλοίο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο ακυβέρνητο πλοίο χαρακτηρίζεται κάθε πλοίο που εξ οποιασδήποτε αιτίας αδυνατείται ο πλήρης έλεγχος των κινήσεών του.

Καταστάσεις που μπορεί να βρεθεί ένα πλοίο σε τέτοια αδυναμία οφείλονται κυρίως σε μηχανικές βλάβες, όπως σβήσιμο μηχανής λεγόμενο "μπλακ άουτ", απώλεια πηδαλίου και απώλεια ή θραύση έλικας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Κανονισμό Αποφυγής Συγκρούσεως (ΔΚΑΣ) τα πλοία που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση θεωρούνται "πλοία εν αδυναμία" ή "φευκτέα πλοία" που σημαίνει ότι χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής από άλλα πλοία που τα συναντούν στη πορεία τους και που θα πρέπει ν΄ απομακρύνονται αυτών.

Όταν ένα πλοίο καταστεί ακυβέρνητο αμέσως θα πρέπει να υψώσει τα ενδεικτικά σήματα της ακυβερνησίας, αν είναι μέρα, ή να κάνει αφή των αντίστοιχων φώτων ακυβερνησίας αν είναι νύκτα και να σβήσει τους φανούς ναυσιπλοΐας, σύμφωνα πάντα με τον διεθνή κανονισμό.

Τα δε πλοία που διέρχονται σε απόσταση, από ακυβέρνητο πλοίο, θα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή αν ζητείται βοήθεια προκειμένου να παράσχουν. Τα σήματα ακυβερνησίας από μόνα τους δεν αποτελούν σήματα κινδύνου.

Σε μικρά σκάφη, θαλαμηγά, ταχύπλοα κ.λπ. παρατηρείται ακυβερνησία και λόγω έλλειψης καυσίμων.

Άλυκτον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος άλυκτον είναι ναυτιλιακός δικαστικός όρος (της καθαρεύουσας) εκ του ρήματος αλύσκω = αποφεύγω κάτι.

Τον όρο αυτό, επειδή δεν υπήρχε άλλος καθιερωμένος αντίστοιχης ερμηνείας, αυτοσχεδίασε και μεταχειριζόταν το Εφετείο Αθηνών στις αποφάσεις του, την περίοδο (1891-1895), επί ναυτικής φύσεως ως προς τον «διεθνή κανονισμό προς αποφυγή συγκρούσεων» και συγκεκριμένα για τον χαρακτηρισμό του πλοίου εκείνου που έχει υψώσει (επάρει) σήμα διπλό ότι αδυνατεί χειρισμούς, άρα δεν είναι κύριο των κινήσεών του, και θα πρέπει τα παραπλέοντα πλοία να κρατηθούν μακράν αυτού, εκτός και αν κληθούν προς βοήθεια.

Επειδή όμως παρά την ακριβολογία του, ο όρος αυτός άλυκτον ήταν "δύσπεπτος", ο τότε Εφέτης Εμμ. Στυλ. Λυκούδης μεταχειρήσθηκε αντ΄ αυτού τον όρο φευκτέον (πλοίο) τον οποίο και εγκολπώθηκαν πρώτοι ο Γεώργιος και Δημήτριος Ρεδιάδης και αργότερα κι άλλοι ναυτικοί νομομαθείς του Πειραιά μέσω των οποίων και γενικεύθηκε η χρήση του.