Αθανάσιος Μανέτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αθανάσιος Μανέτας
Μανέτας .jpg
Ο Αθανάσιος Μανέτας με τα παιδιά του Βασιλική και Κωνσταντίνο.
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Αθανάσιος Μανέτας (Ελληνικά)
Γέννηση1879
Τρίπολη
Θάνατος25  Μαρτίου 1942
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΕλληνικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμουσικός

Ο Αθανάσιος (Θανάσης) Μανέτας (1879–1942) ήταν επαγγελματίας μουσικός και επιφανής δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, εκ των διαπρεπών οργανοπαικτών της επονομαζόμενης «παλαιάς αθηναϊκής σχολής» και ο πρώτος που ηχογράφησε το εν λόγω μουσικό όργανο στον ελλαδικό χώρο (1931).[1][2]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το 1879. Από πολύ νωρίς απέκτησε στιβαρή μουσική κατάρτιση και εξελίχθηκε σε πρωτοπόρο ερμηνευτή. Κατά τη σταδιοδρομία του, ανέπτυξε πλούσιο και ευρύ ρεπερτόριο, που εκτεινόταν από το βαρύ ρεμπέτικο και τις περίφημες αθηναϊκές καντάδες, μέχρι τα κερκυραϊκά και κεφαλλονίτικα τραγούδια, αλλά και την ευρωπαϊκή μουσική της εποχής (βαλς, φοξ, τανγκό, καντρίλιες κ.λπ.)  

Νυμφεύθηκε την Ανδρονίκη Αλεξάνδρου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τη Βασιλική (1915–1985) και τον Κωνσταντίνο Μανέτα.

Μετά τη μετοικεσία του στην Αθήνα, η φήμη του εξαπλώθηκε. Διακρίθηκε για τον επαγγελματισμό του και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους συναδέλφους του, συνομηλίκους και νεότερους (Κερομύτης, Ζουριδάκης, Παπαϊωάνου, Βαμβακάρης, Τζόβενος, Ζαμπέτας κ.ά.) καθώς και από το ευρύ κοινό. Χάρη στο ταλέντο και την εργατικότητά του, αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερα αμοιβόμενους μουσικούς της γενιάς του[2] και κατόρθωσε να βιοπορίζεται κατ' αποκλειστικότητα από την τέχνη του. Μπόρεσε έτσι να φροντίσει για τη διαπαιδαγώγηση και τη μόρφωση των παιδών του. Γινόταν μάλιστα δεκτός, πιθανότατα ως μέλος κομπανίας, ακόμη και σε σπίτια της αστικής τάξης.[2]

Κλασικές θεωρούνται οι τρεις σωζόμενες ηχογραφήσεις του.

Απεβίωσε στην Αθήνα, μεσούσης της Κατοχής, στις 25 Μαρτίου 1942, σε ηλικία 63 ετών.

Τεχνοτροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με μαρτυρία του Γιώργου Ζαμπέτα, που θεωρούσε τον Μανέτα «μεγάλη μορφή»,[3] κατασκευαστής του μπουζουκιού του ήταν ο σπουδαίος Υδραίος μάστορας Μανώλης Κοπελιάδης[4] (1852–1934). Το μπουζούκι αυτό ήταν τετράχορδο, πιθανώς όμως να επρόκειτο για συνδυασμό τριπλών χορδών, κυρίως στην περιοχή της μπουργκάνας και της μεσαίας. Κατά τον Μάρκο Βαμβακάρη, ο Μανέτας ήταν από τους πρώτους που έκανε χρήση του κουρδίσματος ρε-λα-ρε, του λεγόμενου «ιταλικού» ή «ευρωπαϊκού», που είναι πλέον ο καθιερωμένος τρόπος κουρδίσματος του τρίχορδου μπουζουκιού.[5] Ανήκει στους «παλιούς δασκάλους» του μπουζουκιού, άσκησε μεγάλη επιρροή στα μουσικά δρώμενα της εποχής του και απετέλεσε πρότυπο και σημείο αναφοράς για πολλούς νεότερους. Η αθηναϊκή σχολή του μπουζουκιού, της οποίας ο Μανέτας υπήρξε μακράν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος, διακρίνεται για μια τεχνοτροπία εκτέλεσης που απηχεί σαφείς επιρροές από τη φιλοσοφία του μαντολίνου και της ευρωπαϊκής μουσικής.[6] Οι ηχογραφήσεις του ωστόσο τον αναδεικνύουν και ως ένα βαθύ γνώστη του ρεμπέτικου ύφους, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές μαρτυρίες για το εύρος του ρεπερτορίου του.

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τρεις σωζόμενες ηχογραφήσεις του Αθανάσιου Μανέτα συνιστούν πολύτιμα ντοκουμέντα όσον αφορά στον τρόπο παιξίματος του μπουζουκιού κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Κατά τον συγγραφέα και ερευνητή Σταύρο Κουρούση, «πρόκειται για συγκλονιστικές και μνημειώδεις ερμηνείες ύφους οι οποίες κυκλοφόρησαν σε ελάχιστα αντίτυπα στην εποχή τους [...] Η λαογραφική αξία τους είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για κάποια από τα ελάχιστα ντοκουμέντα εκτέλεσης του ρεμπέτικου του 19ου αιώνα με μπουζούκι».[7]

Πρόκειται για αδέσποτα ζεϊμπέκικα. Τσίμπαλο παίζει ο διάσημος Γιάννης Λειβαδίτης (1879–1972). Τραγουδά ένας τραγουδιστής με το ψευδώνυμο «Σπαχάνης», αγνώστων λοιπών στοιχείων. Το μπουζούκι κρατά ρόλο συνοδείας.[7]

Διασκευή δημοφιλέστατου παραδοσιακού τραγουδιού. Τσίμπαλο παίζει ο Γιάννης Λειβαδίτης. Τραγουδά ο επώνυμος στην εποχή του Κώστας Νούρος (1892–1972), ο επονομαζόμενος και «το αηδόνι της Σμύρνης». Το μπουζούκι αναλαμβάνει σολιστικό ρόλο.[7]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αθανάσιος Μανέτας με τη σύζυγό του Ανδρονίκη, το γένος Αλεξάνδρου.

Σταύρος Κουρούσης, Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις (1926–1932), Οrpheumphonograph, 2013.

Σταύρος Κουρούσης, «Αθανάσιος Μανέτας. Ο πρωτοπόρος μπουζουξής της αθηναϊκής σχολής», Μετρονόμος, τχ. 50, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 2013.

Κλειάσιου Ιωάννα, Γιώργος Ζαμπέτας: Βίος και πολιτεία. «Και η βρόχα έπιπτε... στρέιτ θρου», Ντέφι, 1997.

Δημήτρης Ν. Μανιάτης, «Εκεί που ακούστηκαν οι πρώτες πενιές», Τα Νέα, 28 Ιουνίου 2013.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σταύρος Κουρούσης, «Αθανάσιος Μανέτας. Ο πρωτοπόρος μπουζουξής της αθηναϊκής σχολής», Μετρονόμος, τχ. 50, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 2013,σ. 68.
  2. 2,0 2,1 2,2 Σταύρος Κουρούσης, Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις (1926–1932), Οrpheumphonograph, 2013, σ. 98.
  3. Κλειάσιου Ιωάννα, Γιώργος Ζαμπέτας: Βίος και πολιτεία. «Και η βρόχα έπιπτε... στρέιτ θρου», Ντέφι, 1997, σ. 55
  4. Κλειάσιου Ιωάννα, Γιώργος Ζαμπέτας: Βίος και πολιτεία. «Και η βρόχα έπιπτε... στρέιτ θρου», Ντέφι, 1997, σ. 75.
  5. Σταύρος Κουρούσης, Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις (1926–1932), Οrpheumphonograph, 2013, σσ. 98-99.
  6. Σταύρος Κουρούσης, «Αθανάσιος Μανέτας. Ο πρωτοπόρος μπουζουξής της αθηναϊκής σχολής», Μετρονόμος, τχ. 50, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 2013, σ. 69.
  7. 7,0 7,1 7,2 Σταύρος Κουρούσης, «Αθανάσιος Μανέτας. Ο πρωτοπόρος μπουζουξής της αθηναϊκής σχολής», Μετρονόμος, τχ. 50, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, 2013, σ. 70.