Αδίκημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενικά αδίκημα χαρακτηρίζεται κάθε άδικη και υπαίτια πράξη προσώπου από την οποία και επέρχεται ζημία σε άλλο πρόσωπο. Αυτή είναι και η έννοια του αστικού αδικήματος, κατά του δράστη τον οποίον ο Νόμος απειλεί με "ιδιωτική" ποινή, δηλαδή με αποζημίωση και συχνά με χρηματική ικανοποίηση.

Όταν η συγκεκριμένη άδικη πράξη αναφέρεται καθ΄ αυτή από τον Νόμο για την οποία απειλήται ο δράστης με καθορισμένη ποινή τότε πρόκειται περί ποινικού αδικήματος όπου ανεξαρτήτως της βαρύτητάς του ονομάζεται έγκλημα*.

Τα αστικά αδικήματα γενικά προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Νόμο με "ιδιωτική ποινή". Κύριο χαρακτηριστικό της αστικής αυτής άδικης πράξης, η οποία και ονομάζεται αδικοπραξία είναι η ζημία που προκαλεί και προς την οποία το Δίκαιο συνδέει την προς αποζημίωση υποχρέωση. Εν προκειμένω: ζημία είναι κάθε βλάβη περιουσιακού στοιχείου που μπορεί να υποστεί κάποιος, ενώ αντίθετα αποζημίωση είναι η επανόρθωση της ζημιάς που επήλθε στη περιουσία κάποιου λόγω πράξης ή παράλειψης άλλου προσώπου.

(*) Ο όρος έγκλημα καθιερώθηκε να λέγεται, σε αντικατάσταση του όρου ποινικό αδίκημα, μετά τη διδασκαλία του Τ. Ηλιόπουλου που έγινε αποδεκτός από την ελληνική ποινική επιστήμη και νομολογία και ο οποίος υιοθετήθηκε και από το άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα. Επειδή όμως ο όρος έγκλημα έχει συνυφανθεί στη κοινή δημώδη έκφραση να είναι ταυτόσημος μόνο με τον φόνο συνηθίζεται, κυρίως δημοσιογραφικά, να χρησιμοποιείται ο όρος "ποινικό αδίκημα" για κάθε ποινική περίπτωση που δεν υφίσταται φόνος.