Άηχο ουρανικό τριβόμενο
Εμφάνιση
| Άηχο ουρανικό τριβόμενο | |||
|---|---|---|---|
| ç | |||
| IPA Αριθμός | 138 | ||
| Κωδικοποίηση | |||
| Οντότητα (decimal) | ç | ||
| Unicode (hex) | U+00E7 | ||
| X-SAMPA | C | ||
| Μπράιγ | |||
| |||
Το άηχο ουρανικό τριβόμενο (ΔΦΑ: <ç>) είναι σύμφωνο των ομιλούμενων γλωσσών. Είναι ιδιαίτερα σπάνιος ήχος και ακόμη πιο σπάνιο φώνημα.[1] Το σύμβολο πυο χρησιμοποιείται από το ΔΦΑ είναι το λατινικό γράμμα σε με υπόστιξη (υπογεγραμμένη) που σε ορισμένες ρομανικές γλώσσες όπως τα καταλανικά και τα πορτογαλικά αντιπροσωπεύει το φατνιακό τριβόμενο [s].
Ως αλλόφωνο εμφανίζεται σε γλώσσες όπως τα γερμανικά (π.χ. ich [iç]) και τα σκωτικά γαελικά. Στα ελληνικά μπορεί να έχει είτε μεσοουρανική είτε οπίσθια ουρανική άρθρωση όντας αλλόφωνο του /i/ στις ακολουθίες /άηχο σύμφωνο+i+ταυτοσυλλαβικό φωνήεν/ (π.χ. πιάνω /pia.no/>['pça.no] είτε του υπερωικού τριβόμενου /x/ μπροστά από ουρανικά φωνήεντα (π.χ. χυλός /xi.los/ [çi.'los].[2]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Ladefoged και Maddieson (1996): The sounds of the world's languages. Οξφόρδη: Blackwell.
- ↑ Nicolaidis, K. (2003): «Μια ηλεκτροπαλατογραφική μελέτη των ουρανικών συμφώνων της Ελληνικής» στο Theophanopoulou-Kontou, D., Lascaratou, C., Sifianou, M., Georgiafentis, M. & Spyropoulos, V. (eds.), Σύγχρονες Τάσεις στην Ελληνική Γλωσσολογία. Αθήνα: Πατάκης. σελ. 108–127.
