Χάουντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 52°1′05″N 4°42′20″E / 52.01806°N 4.70556°E / 52.01806; 4.70556

Χάουντα
Σημαία Θυρεός
Θέση της Χάουντα
Χώρα Flag of the Netherlands.svg Ολλανδία
Επαρχία Νότιος Ολλανδία (Zuid-Holland)
Έκταση (δήμος) 18,11 χμ² (ξηρά: 16,86 χμ², νερό: 1,25 χμ²)
Πληθυσμός (δήμος) (Μάιος 2013) 70.920 (4206 κάτοικοι ανά χμ²)
Κύριες Οδικές Αρτηρίες Α12, Α20, N207, N228, E25, E30
Δήμαρχος Γιαν Μανς (Jan Mans)
Μέσο Ετήσιο Εισόδημα €13.400 (2006)
Επίσημη Ιστοσελίδα www.gouda.nl

Η Χάουντα (Gouda) (uitspraak ) ή Γκούντα είναι πόλη και έδρα δήμου της ολλανδικής επαρχίας Νότιος Ολλανδία (επαρχία) (Zuid-Holland). Ο δήμος έχει έκταση 18,11 χμ² και πληθυσμό 70.920 (2013) κατοίκους. Ο πληθυσμός του κατατάσσει το δήμο στην 48η θέση στην Ολλανδία, και στη 12η στην επαρχία.

Αποτελεί τμήμα της ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής Ράντστατ (de Randstad) και της επονομαζομένης «Πράσινης Καρδιάς» (het Groene Hart) της Ολλανδίας.

Η Χάουντα είναι παγκοσμίως γνωστή για το ομώνυμο τυρί που παράγεται εδώ (σημ. στα ελληνικά αποδίδεται λανθασμένα ως «Τυρί Γκούντα»). Παρ´όλ’αυτά, στην Ολλανδία είναι επίσης γνωστή για τα κεριά, τις πίπες καπνίσματος και τις βάφλες της.

Στην πόλη έζησε ο μεγάλος ανθρωπιστής Ντεζιντέριους Εράσμους.

Οι κάτοικοι τής Χάουντα ονομάζονται Χάουενααρς (Gouwenaars).

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο ιστορικό κέντρο όπου δεσπόζουν η Μεγάλη Εκκλησία και το Ιστορικό Δημαρχείο

Η Χάουντα έχει εμφανιστεί στη διάρκεια της ιστορίας της με διάφορα ονόματα, όπως: Χόλντε (Golde), Ντι Χάου(ντ)ε (Die Goude), Τερ Χάου(ντ)ε (Ter Goude) και Τερχάου (Tergouw), που όλα έχουν ως κοινή ρίζα το όνομα του ποταμού Χάουε (De Gouwe). Μάλιστα, το 1139 ο ποταμός αναφέρεται ως Golda, ενώ σε έγγραφο του 1178 καταγράφεται για πρώτη φορά καλλιεργήσιμη γη στις όχθες του. Όσον αφορά στο όνομα του ποταμού, διάφορες θεωρίες έχουν διατυπωθεί για την προέλευσή του, από τις οποίες η πιθανότερη είναι ότι το Golda εκφράζει τη «χρυσίζουσα» απόχρωση που έπαιρναν τα νερά του σε κάποια σημεία, λόγω της υποκειμένης τύρφης.

Κατά τον Μεσαίωνα, η μέχρι τότε εν χρήσει ονομασία Golde, αντικαταστάθηκε από το Die Goude, ή το Ter Goude, ενώ σε λατινικά μεσαιωνικά έγγραφα ήδη ονομάζεται Gouda, που τελικά επικράτησε μέχρι σήμερα. Σημειωτέον ότι, η Χάουντα είναι η μοναδική ολλανδική πόλη που κρατάει επίσημα τη λατινική της ονομασία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στο 1000, η περιοχή που σήμερα βρίσκεται η πόλη, ήταν βαλτώδης και την διέσχιζαν πολλοί μικροί ποταμοί μεταξύ των οποίων και ο Χάουε. Κατά τους 11ο και 12ο αιώνες, άρχιζε σιγά-σιγά να καλλιεργείται το υποκείμενο τυρφώδες έδαφος, στα ανατολικά και δυτικά της σημερινής πόλης και κατά μήκος των οχθών του ποταμού. Το 1139 υπάρχει αναφορά της Χάουντα σε επίσημο έγγραφο της Επισκοπής της Ουτρέχτης.

Κατά τον 13ο αιώνα, συνδέθηκε ο ποταμός Χάουε με τον Παλαιό Ρήνο (de Oude Rijn), ενώ στις εκβολές του Έισελ (De Hollandse IJssel), δημιουργήθηκε ένα μικρό λιμάνι. Την ίδια εποχή κτίστηκε το μεσαιωνικό Κάστρο που, δεν υπάρχει σήμερα, για να προστατεύει αυτό το λιμάνι. Δημιουργήθηκε έτσι μία «αλυσίδα» εμπορίου με κρίκους την πόλη –και κατ’επέκτασιν τις γύρω περιοχές, την Φλάνδρα και τη Γαλλία. Το 1272 η Χάουντα απέκτησε Χάρτα Δικαιωμάτων.

H Χάουντα σε γκραβούρα του 1674

Το 1361 και το 1438, μεγάλες πυρκαγιές κατέστρεψαν την πόλη, μάλιστα, λέγεται ότι στην πυρκαγιά του 1438, μόνο 4 σπίτια διασώθηκαν. Κατά τη διάρκεια του Ογδοηκονταετούς Πολέμου, οι συμμαχικές αντιστασιακές δυνάμεις (de Geuzen), άρχισαν να γκρεμίζουν το Κάστρο με τη δικαιολογία ότι, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άμυνα της πόλης σε περίπτωση κατάληψής της από τους Ισπανούς. Πάντως, διαχρονικά, αυτή τους η ενέργεια αντιμετωπίστηκε με αρκετό σκεπτικισμό, δεδομένου ότι αμφισβητείται ο λόγος για τον οποίο έγινε. Η κατεδάφιση του Κάστρου ολοκληρώθηκε μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα.

Το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα, η Χάουντα αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, άρχισε σταδιακή ανάκαμψη και, μεταξύ των ετών 1665 και 1672, η πόλη γνώρισε οικονομική άνθηση. Ξανά όμως, μετά το ξέσπασμα του Ολλανδικού Πολέμου (de Hollandse Oorlog) (1672), η πόλη έπεσε σε κρίση που ουσιαστικά κράτησε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Επί πλέον το 1673, θανατηφόρα επιδημία πανώλης, αποδεκάτισε περίπου 3000 κατοίκους, ήτοι το 20% του τότε πληθυσμού.

Κατά τον 19ο αιώνα κατεδαφίστηκαν τα τείχη της πόλης και το 1832, ξέσπασε νέα επιδημία, χολέρας αυτή τη φορά, που αντιμετωπίστηκε με την κατασκευή νέων δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, η ίδρυση βιομηχανιών παραγωγής κεριών και νημάτων υφαντουργίας, έδωσε οικονομική ανάσα στην πόλη που επιτάθηκε με την έλευση του σιδηροδρόμου το 1855. Στις αρχές του 20ού αιώνα, άρχισε η σταδιακή επέκταση της Χάουντα μέσω της δημιουργίας νέων συνοικιών.

Κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο, η στρατηγική θέση της πόλης υπήρξε η αιτία για τους σφοδρούς βομβαρδισμούς της από τους Συμμάχους, που κόστισαν τη ζωή 45 ανθρώπων. Μετά τον Πόλεμο, συνεχίστηκε η οικιστική επέκταση της Χάουντα με σταδιακή επιχωμάτωση πολλών ιστορικών χράχτεν που, μόνο κατόπιν έντονων διαμαρτυριών των κατοίκων, πήραν ένα τέλος. Από τις δύο μεγάλες αγορές της πόλης, επέζησε η Αγορά του Τυριού (De Kaasmarkt) ως τουριστική ατραξιόν, ενώ η Αγορά Χοίρων (De Varkensmarkt) έκλεισε οριστικά.

Εραλδική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οικόσημο της Χάουντα βρίσκεται μόνο στο θυρεό της και αποτελείται από μία ασπίδα, πλαισιωμένη από ένα λεπτό, πράσινο ακάνθινο στεφάνι, που την κρατούν δύο λέοντες δεξιά και αριστερά της. Στην ασπίδα υπάρχουν δύο κάθετες ζώνες με τρία εξάκτινα αστέρια στην κάθε ζώνη. Στο πάνω μέρος τής ασπίδας υπάρχει μία χρυσή κορώνα, ενώ στο κάτω μέρος της υπάρχει η λατινική επιγραφή: "Per aspera ad astra" (=Από τα αγκάθια προς τα αστέρια).

Ήταν, πιθανότατα, το οικόσημο της οικογένειας Φαν ντερ Χάουντε (de heren Van der Goude), που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της πόλης. Ο θυρεός υιοθετήθηκε επίσημα το 1816.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χάουντα βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της επαρχίας Νότιος Ολλανδία (Zuid-Holland) και αποτελεί μέρος της μητροπολιτικής περιοχής του Ράνστατ. Ταυτόχρονα ανήκει και στο κομμάτι της Ολλανδίας που έχει τη χαρακτηριστική ονομασία Χρούνε Χαρτ (het Groene Hart = «Πράσινη Καρδιά»), λόγω της περιβαλλοντικής σημασίας του.

Τοπογραφικός χάρτης της Χάουντα

Στην πόλη συμβάλλουν οι μικροί ποταμοί Χάουε (de Gouwe) και Έισελ (de Hollandse IJssel), ενώ οι μεγάλες ολλανδικές πόλεις Χάγη, Ρότερνταμ και Ουτρέχτη βρίσκονται σε μικρή απόσταση.

Η πόλη είναι κτισμένη, γενικά, πάνω σε έδαφος τυρφώδους υφής, όπως άλλωστε οι περισσότερες ολλανδικές πόλεις. Το ιστορικό της κέντρο, όμως, βρίσκεται πάνω σε αργιλώδες υπόστρωμα και, αυτή η ανομοιομορφία έχει δημιουργήσει προβλήματα (κλίση, βύθιση) σε αρκετά σημεία της. Οι συνεχείς εργασίες συντήρησης που γίνονταν επί πολλά έτη, λόγω του συγκεκριμένου προβλήματος, απαιτούσαν πολλά χρήματα, γι´αυτό η Χάουντα μαζί με κάποιες άλλες ολλανδικές πόλεις, υπάγονταν σε μία ιδιαίτερη κατηγορία χρηματοδοτικού προγράμματος που, στην Ολλανδία έχει την ονομασία «Καθεστώς του Άρθρου 12» (Artikel 12-status). Πάντως, μετά το 2008 η Χάουντα δεν χρηματοδοτείται πλέον.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πυραμίδα Πληθυσμιακής Κατανομής (2008)

Τα πρώτα πληθυσμιακά στοιχεία έρχονται από το μακρινό 1477, οπότε η πόλη είχε 10.000, πιθανόν 13.000 κατοίκους. Κατόπιν, ο πληθυσμός αυξήθηκε αλλά όχι ιδιαίτερα, αφού το 1622 καταγράφονται 14.880 κάτοικοι. Τους 20.000 κατοίκους έφτασε η πόλη, μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ με το ξέσπασμα του Β’Παγκοσμίου Πολέμου ξεπέρασε τις 30.000. Το 1970 οι κάτοικοι έφτασαν τις 46.000 και το 1990 τις 65.000 περίπου, ενώ μέχρι σήμερα υπήρχε μία μικρή αύξηση, για να φτάσει η πόλη το σημερινό πληθυσμό.

Από τους κατοίκους της Χάουντα, ένα σημαντικό ποσοστό 22% είναι αλλόχθονες (μέσος όρος στην Ολλανδία 20%). Ένα 7% του συνολικού πληθυσμού είναι μέλη της ΕΕ ή -όπως χαρακτηρίζονται- Δυτικοί αλλόχθονες, με τους Γερμανούς να κυριαρχούν. Ένα 15% είναι μη Δυτικοί αλλόχθονες με τους περισσότερους να έρχονται από το Μαρόκο και να ακολουθούν κάτοικοι με προέλευση την Ινδονησία, το Σουρινάμ και την Τουρκία.

Η πόλη διαιρείται διοικητικά σε 9 διαμερίσματα.

Διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Χάουενάαρς (Gouwenaars), όπως ονομάζονται οι κάτοικοι της πόλης, ομιλούν μία διάλεκτο, τα Χάουντς (Het Gouds) που δεν έχει σημαντικές διαφορές από την επίσημη ολλανδική γλώσσα, αλλά φτάνουν για να καταλάβει ένας ντόπιος , εάν κάποιος είναι από την πόλη ή όχι. Για παράδειγμα, στα Gouds, o μαλακός φθόγγος χ που, στα ολλανδικά αντιστοιχεί στο h, σπάνια προφέρεται, λ.χ. η λέξη hond (=σκύλος) προφέρεται ond. Πάντως, η διάλεκτος κινδυνεύει να αφομοιωθεί, γι’αυτό γίνονται προσπάθειες για τη διατήρησή της.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη έχει καταγεγραμμένα 330 μνημεία παραδοσιακής ολλανδικής κληρονομιάς (Rijksmonumenten), μερικά από τα οποία ανήκουν στα μνημεία UNESCO.

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Μουσείο Καταρίνα (Het Catharina Gasthuis): μικρό μουσείο που ιδρύθηκε το 1874, και περιλαμβάνει κυρίως εκκλησιαστικά αντικείμενα του 16ου αιώνα, πίνακες ζωγραφικής του 19ου αιώνα, κεραμικά πιάτα και πήλινες πίπες καπνίσματος κατασκευασμένα στη Χάουντα, καθώς και κάποια έργα σύγχρονης τέχνης.
  • Το Μουσείο του Λιμανιού (De Museumhaven Gouda): πρόκειται, κατ’ουσίαν, για ένα εσωτερικό λιμάνι στο ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου εκτίθενται πλοιάρια του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος, αντιπροσωπευτικά μιας ομάδας που, στην Ολλανδία είναι γνωστός ως «καφέ στόλος» (De bruine vloot)και περιλαμβάνει κυρίως ιστιοφόρα που έπλεαν στις κλειστές Ολλανδικές θάλασσες.
  • Το Μουσείο Αντίστασης της Ν. Ολλανδίας (Het Verzetsmuseum Zuid-Holland): ιδρύθηκε το 1985 σε οίκημα του 1937 και περιλαμβάνει έργα που σχετίζονται με την Αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β’Παγκοσμίου Πολέμου –κυρίως αγάλματα.
  • Το Κτήριο της Ζυγαριάς (βλ. Διάφορα)

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Αγ. Ιωάννης ή Μεγάλη Εκκλησία (De Sint-Janskerk of Grote Kerk): το αρχικό κτίσμα ήταν του 1278, αλλά στο πέρασμα των αιώνων γνώρισε πολλές αναπαλαιώσεις και επεκτάσεις. Είναι βασιλική γοτθικού ρυθμού με κάτοψη σε σχήμα σταυρού. Με μήκος 123 μέτρα, αποτελεί το μακρύτερο εκκλησιαστικό οικοδόμημα στην Ολλανδία. Έχει πλάτος 49 μέτρα και στο εσωτερικό της έχει μαρμάρινο διαχωριστικό (koorhek) μεταξύ κύριας αίθουσας και Αγ. Τράπεζας.
Tα περίφημα βιτρό της Μεγάλης Εκκλησίας

Eίναι αφιερωμένη στον πολιούχο Αγ. Ιωάννη το Βαπτιστή. Διαθέτει σπουδαίο εκκλησιαστικό όργανο, κατασκευασμένο από τον Μορό, επιφάνειας 160 τετραγωνικών μέτρων, καθώς και καριγιόν. Η χωρητικότητά της φθάνει τα 1635 άτομα (καθημένους).

Η εκκλησία είναι γνωστή σε όλη τη χώρα για τα μεγαλόπρεπα υαλογραφήματά της (βιτρό), που είναι κατασκευασμένα από τους περίφημους για τη συγκεκριμένη τεχνική αδελφούς Κράμπεθ, στον 16ο αιώνα. Η εκκλησία διαθέτει εν συνόλω 72 αριθμημένα βιτρό διαφόρων διαστάσεων, εκ των οποίων μόνο τα 3 είναι σύγχρονα, και η συνολική επιφάνεια που καλύπτουν είναι 1755 τετραγωνικά μέτρα.

Μεγάλη πυρκαγιά, που ξέσπασε το 1552 προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στην εκκλησία, η οποία ανήκει στα 100 Μνημεία UNESCO της Ολλανδίας.

  • Η Χάουεκερκ (παλαιότερα Αγ. Ιωσήφ) (De Gouwekerk): σχετικά νέο οικοδόμημα (1902-4), νεογοτθικού ρυθμού. Είναι κατασκευασμένη με βασικό δομικό υλικό το κόκκινο τούβλο και διαθέτει πύργο ύψους 80 μέτρων που είναι το υψηλότερο σημείο στη Χάουντα.

Μύλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Κόκκινο Λιοντάρι (De Rode Leeuw): ανεμόμυλος με φτερωτή 27 μέτρων, κυκλικής διατομής, κατασκευασμένος με δομικό υλικό την κόκκινη πέτρα το 1771. Λειτουργούσε ως αλεστικός μύλος μέχρι το 2007. Σήμερα είναι επισκέψιμος και μπορεί κανείς να αγοράσει εκεί διάφορα προϊόντα.
O Μύλος «Μάλλε»
  • Ο Σλοτ ('t Slot): αλεστικός πέτρινος ανεμόμυλος με φτερωτή 26,45 μέτρων, κυκλικής διατομής, κατασκευασμένος το 1832 στη θέση παλαιότερου μύλου του 1581, που καταστράφηκε απο πυρκαγιά.
  • Ο Χάαστρεχτ (De Haastrechtse Molen): πέτρινος ανεμόμυλος με φτερωτή 27,2 μέτρων, κυκλικής διατομής, κατασκευασμένος το 1862. Λειτουργούσε ως πόλντερ-μύλος για τον έλεγχο της στάθμης του νερού στο πόλντερ Χάαστρεχτ, εξ ου και η ονομασία του.
  • Ο Μάλλε (De Mallemolen): πέτρινος ανεμόμυλος, κυκλικής διατομής, κατασκευασμένος το 1804. Λειτουργούσε μέχρι το 1904 ως πόλντερ-μύλος για τον έλεγχο της στάθμης του νερού στο πόλντερ Όοστ.

Διάφορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το Ιστορικό Δημαρχείο (Het stadhuis van Gouda): εντυπωσιακό κτήριο στην Πλατεία Αγοράς, (Marktplein )ένα από τα παλαιότερα δημαρχεία της Ολλανδίας. Κατασκευάστηκε με φυσική πέτρα στο γοτθικό ρυθμό, μεταξύ 1448 και 1459 και, από τότε, γνώρισε πολλές επιδιορθώσεις και αναπαλαιώσεις. Είναι διακοσμημένο με αγάλματα και ανάγλυφα, ενώ διαθέτει και καριγιόν.
Το Ιστορικό Δημαρχείο
  • Το Κτήριο της Ζυγαριάς (De Waag): επίσης στην Πλατεία Αγοράς, κατασκευάστηκε το 1668 και χρησιμοποιήθηκε για τη ζύγιση τυριού και άλλων αγαθών. Στα ανάγλυφά του διακρίνονται αυτές οι δραστηριότητες, ενώ σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
  • Η Πύλη του Λαζάρου (Het Lazaruspoortje): πύλη του 1609 στο κανάλι και οδό Χάουε (de Gouwe) που, παλαιότερα χρησίμευε ως πύλη εισόδου στο τότε λεπροκομείο της πόλης. Το ανάγλυφο που κοσμεί το πάνω μέρος της είναι μια αναπαράσταση της Παραβολής του Λαζάρου. Σήμερα είναι η είσοδος για τον κήπο του μουσείου Καταρίνα (βλ. Μουσεία).
  • Ο Πύργος του Νερού (De watertoren Gouda): πύργος αποθήκευσης νερού κατασκευασμένος το 1883, με ύψος 33,15 μέτρα και χωρητικότητα 300 κυβικά.

Η Αγορά Τυριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χάουντα είναι μία από τις λίγες ολλανδικές πόλεις που έχει Αγορά Τυριού που λειτουργεί με τον παλαιό παραδοσιακό τρόπο, ως τουριστική ατραξιόν.

Η Αγορά Τυριού τής Χάουντα

Χωρίς να έχει την αίγλη της αντίστοιχης Αγοράς στο Άλκμααρ, λειτουργεί παρόλ’αυτά εδώ και τρεις αιώνες στην Πλατεία Αγοράς, ακριβώς δίπλα στο Κτήριο της Ζυγαριάς (βλ.λ). Το βασικό εμπόρευμα, βέβαια, είναι το παγκοσμίου φήμης τυρί Χάουντα (που στα ελληνικά αποδίδεται ως Γκούντα).

H αγορά λειτουργεί από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο για λίγες ώρες κάθε Πέμπτη. Οι τυροπαραγωγοί φέρνουν το εμπόρευμά τους με άμαξες που τις σέρνουν άλογα. Τα τυριά είναι σε μεγάλα «κεφάλια», που ζυγίζουν τουλάχιστον 15 κιλά το καθένα, τα έχουν ανά ποιότητες παλαίωσης, τα ζυγίζουν και τα πουλάνε. Στην αγορά υπάρχουν και άλλοι πωλητές που εμπορεύονται παραδοσιακά ολλανδικά προϊόντα, όπως ξύλινα τσόκαρα (klompen), κεριά και γάλα.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Gouda (Zuid-Holland) της Ολλανδικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).