Φλόγα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Φλόγα

Με τον όρο φλόγα, (καθαρεύουσα: η φλοξ, της φλογός), χαρακτηρίζεται το αέριο εκείνο που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια μιας καύσης (φωτιάς), το οποίο λόγω της υψηλής του θερμοκρασίας ακτινοβολεί.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά οι φλόγες της φωτιάς δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα αέρια που απελευθερώνονται από τη καύσιμη ύλη της οποίας η θερμοκρασία έχει φθάσει στο σημείο ανάφλεξης και βρίσκεται σε επαφή με τον αέρα. Τη στιγμή εκείνη, της ανάφλεξης, το μίγμα του ατμοσφαιρικού αέρα και των ζεστών ατμών του καυσίμου "παίρνει" φωτιά και αναφλέγεται βίαια. Οι ατμοί αυτοί της καύσιμης ύλης λόγω της υψηλής θερμοκρασίας τους ακτινοβολούν παρουσιάζοντας έτσι τη γνωστή εικόνα της φλόγας.

Η μορφή, η λαμπρότητα και η έκταση που παρουσιάζουν οι φλόγες εξαρτώνται κυρίως είτε από τη ποσότητα της καύσιμης ύλης και τη διάταξη αυτής (οριζόντια ή κάθετα) ή της ελεύθερης επιφάνειάς της, σε περίπτωση υγρού καυσίμου, είτε από άλλους εξωγενείς παράγοντες όπως ρεύμα αέρος, πίεση κ.λπ. που επικρατούν κατά τη διάρκεια της καύσης.
Το χρώμα που λαμβανουν οι φλόγες κάθε φορά μαρτυρούν και το είδος της καύσιμης ύλης. Για παράδειγμα: η κίτρινη φλόγα που παρατηρείται στο αναμμένο κερί ή στο καιόμενο ξύλο οφείλονται σε σωματίδια του άνθρακα. Επίσης η φλόγα που παρέχεται από τη καύση υδρογόνου ή μονοξειδίου του άνθρακα είναι ομοιόμορφη και ελάχιστα φωτιστική, σε αντίθεση με πολυπλοκότερης σύνθεσης αερίων οπότε η φλόγα παρουσιάζει ευδιάκριτες χρωματικές ζώνες. Γενικά οι φλόγες ελαίου, λίπους, χάρτου, ξύλου και όλων των συνήθων καυσίμων σωμάτων είναι ανομοιόμορφες.

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαραίτητη προϋπόθεση δημιουργίας της φλόγας είναι η ύπαρξη οξυγόνου (αέρα). Από τον τρόπο παροχής αυτού η φλόγα διακρίνεται σε φυσική και σε τεχνητή.

Φυσική φλόγα ή φωτιστική: Χαρακτηρίζεται εκείνη κατά την οποία το οξυγόνο παρέχεται ελεύθερα από τον ατμοσφαιρικό αέρα.
Τεχνητή φλόγα ή θερμαντική: Χαρακτηρίζεται εκείνη κατά την οποία το οξυγόνο παρέχεται υπό πίεση ρεύματος ή από αέριο που υπό πίεση καίεται στο ακροφύσιο εκροής. Στη περίπτωση αυτή η φλόγα είναι πολύ περισσότερο θερμαντική, μακρά και οξύληκτη. Στη πράξη η πλέον θερμαντική φλόγα είναι η παραγόμενη από τη καύση οξυγόνου του ακετυλενίου η οποία και καλείται οξυ-ακετυλενική φλόγα, η χρήση της οποίας είναι ευρύτατα γνωστή ως πηγή υψηλών θερμοκρασιών στη τήξη και κοπή σιδήρου, χάλυβα κ.λπ.

Ευρύτατης επίσης χρήσης στα διάφορα εργαστήρια είναι ο λύχνος Μπούνσεν με τον οποίο και επιτυγχάνεται η μετατροπή της φωτιστικής φλόγας του φωταερίου ή άλλων καυσίμων αερίων σε θερμαντική.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά η χρήση της φλόγας απαντάται κυρίως στη χημική βιομηχανία, σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις π.χ. καυστήρες, στη χημική ανάλυση, καθώς και σε πολλούς άλλους τομείς όπως στη γεωργία αλλά και ως πολεμικό όπλο που εκπέμπεται σε ικανές αποστάσεις βολής από ειδικές μηχανικές διατάξεις, τα γνωστά φλογοβόλα.

Καταστολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστολή οποιασδήποτε φλόγας γίνεται δια του λεγόμενου αποπνιγμού της από τη καύσιμη ύλη. Και αν μεν πρόκειται για τεχνητή φλόγα ο αποπνιγμός της επέρχεται με τη διακοπή της παροχής της καύσιμης ύλης, αν δε για φυσική φλόγα με την κατάλληλη κάλυψη της καύσιμης ύλης. Σε περιπτώσεις μεγάλης έκτασης φωτιάς ή πυρκαγιάς ο αποπνιγμός της φλόγας επέρχεται με την κατάλληλη πυρόσβεση (ανάλογα του είδους του καύσιμου υλικού), που επιχειρείται πάντοτε προς την εστία της πυρκαγιάς και ουδέποτε προς την ίδια την φλόγα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]