Τσάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 34°50′8″N 32°28′29″E / 34.83556°N 32.47472°E / 34.83556; 32.47472

Η Τσάδα είναι χωριό της Επαρχίας Πάφου στην Κύπρο. Απέχει περίπου 10 χιλιόμετρα από την πόλη της Πάφου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 600 μέτρων. Το κλίμα της είναι κάπως ψυχρό το χειμώνα, αλλά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες έχει πολύ δροσερό κλίμα και κυρίως δεν έχει υγρασία που σήμερα είναι ένα από τα κυριότερα προβλήματα στην πόλη της Πάφου.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινότητα είναι κτισμένη, σε μέσο υψόμετρο 600 μέτρων και δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση, γύρω στα 610 χιλιοστόμετρα. Η κοινότητα βρίσκεται, σε μια απόσταση περίπου 10km από την πόλη της Πάφου. Λόγω του υψομέτρου της, η Τσάδα διακατέχεται από ένα σχετικά ήπιο κλίμα. Αρκετά ψυχρή το Χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι. Η Κοινότητα, αποτελείται από περίπου 1000 κατοίκους, ντόπιους και αλλοδαπούς. Η Τσάδα συνορεύει στα βορειοανατολικά, με τα χωριά Καλλέπεια, (3,5 χλμ) Λετύμπου, (6 χλμ) και Πολέμι (8 χλμ.) Συνδέεται επίσης στα δυτικά, με τον κύριο δρόμο Πάφου-Πόλης από τον οποίο, απέχει μόλις 1 χιλιόμετρο. Στα νότια συνδέεται, με το χωριό Άρμου (6 χλμ). Στα νοτιοδυτικά συνδέεται με την Τάλα και το μοναστήρι του Αγίου Νεοφύτου.

Πληθυσμιακά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό γνώρισε, συνεχή πληθυσμιακή αύξηση, από το 1881 μέχρι το 1946. Το 1881 οι κάτοικοί του ήσαν 383, που αυξήθηκαν στους 438 το 1891, στους 536 το 1901, στους 650 το 1911, στους 712 το 1921, στους 742 το 1931 και στους 953 το 1946. Το 1960, οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 907, αυξήθηκαν στους 909 το 1973, αλλά μειώθηκαν στους 878 το 1976 και στους 815 το 1982. Στην απογραφή του 2001, οι κάτοικοι της κοινότητας ανέρχονταν στους 680. Το χωριό δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές, τουλάχιστον με τη σημερινή του ονομασία, άρα συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για μια νέα κοινότητα. Κάπου στην περιοχή του, παλιοί χάρτες σημειώνουν οικισμό, με την ονομασία Coria (Κουρία), που υπήρχε κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Ίχνη παλιού μικρού οικισμού, βρίσκονται σε τοποθεσία, μεταξύ της Τσάδας και του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου, δεν είναι όμως γνωστό σε ποιον οικισμό ανήκαν.

Απασχόληση κατοίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αμπελοκαλλιέργεια, υπήρξε από τα παλιά χρόνια, η κύρια απασχόληση και η βασική πηγή εισοδήματος, για τους περισσότερους κατοίκους της κοινότητας. Εκτός από τα αμπέλια, στην περιοχή καλλιεργούνται τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, οι χαρουπιές, οι ελιές, οι καρυδιές, οι αμυγδαλιές, λίγα φρουτόδεντρα, (μηλιές, αχλαδιές και πορτοκαλιές) και ελάχιστα λαχανικά και όσπρια.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ονομασία του χωριού, δεν υπάρχει έγκυρη πληροφόρηση. Διάφορες είναι οι εκδοχές που λέγονται από τους κατοίκους. Ωστόσο, η επικρατέστερη και αυτή που λέγεται από τις πιο παλιές γενιές, είναι ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το χωριό που βρισκόταν τότε χτισμένο, στις πιο χαμηλές περιοχές (περιοχή Κουρκάς), δεχόταν αρκετές παρενοχλήσεις από τους Τούρκους. Για το λόγο αυτό, οι κάτοικοι αποφάσισαν να μετακινήσουν το χωριό «Τσά – δα» όπως έλεγαν τότε, δηλαδή λίγο πιο πέρα, έτσι και έμεινε η σημερινή ονομασία του χωριού, Τσάδα. Κατά άλλους, η ονομασία του χωριού θεωρείται ότι είναι φυτώνυμη, από το φυτό αβρόσσ’ιλλα (είδος ασφόδελου) που έχει ψηλό και λεπτό ανθοφόρο καυλό, που λέγεται βίτσα (σσ. λεπτό κι ευλύγιστο ραβδί), απ’ όπου τελικά η ονομασία του χωριού Βιτσάδα, όπως, κατ’ αποκοπή, και του χωριού Τσάδα. Ωστόσο η ερμηνεία αυτή φαίνεται να είναι αρκετά παρατραβηγμένη. Ίσως όμως, να προήλθε από το όνομα κάποιου πρώτου οικιστή, ίσως ακόμη η ονομασία να είναι αλλοιωμένη, χωρίς να γνωρίζουμε την αρχική. Κορφή στα δυτικά του χωριού, ονομάζεται Τσιάρτα, και ίσως ετυμολογικά να συνδέεται με την ονομασία του χωριού.

Η προφορική τοπική παράδοση όμως λέει ότι, η ονομασία της Τσάδας πρέπει να προέρχεται από παλαιότερη μετακίνηση του πληθυσμού του χωριού. Συγκεκριμένα, ο παλιαότερος οικισμός της Κουρίας μαστιζόταν από επιδρομές των Σαρακηνών. Σε μια τέτοια επιδρομή, όσοι κάτοικοι μπορούσαν να τρέξουν για να σωθούν πήραν τα υψώματα, ενώ οι γεροντότεροι κρύφτηκαν σε μια κοντινή βαθειά χαράδρα (το Δείμμα), όπου ήταν και η πηγή του νερού. Οι Σαρακηνοί δεν άργησαν να εντοπίσουν τους κρυμμένους κατοίκους που τους έδεσαν και τους έφεραν πίσω στο χωριό όπου και τους έσφαξαν. Η παράδοση αναφέρει ότι "στο δείμμαν εδείσαν τους τζιαι στην Κουρκάν (Κουρία) εκουρκάσαν (έσφαξαν/έκοψαν) τους". Όσοι γλύτωσαν από την επιδρομή περιφέρονταν στα κοντινά υψώματα αναζητώντας ασφαλέστερο μέρος να κατοικήσουν. Ένα μέρος από όπου θα μπορούσαν να έχουν έγκαιρη προειδοποίηση για μια ενδεχόμενη επιδρομή, Ψάχνοντας για το κατάλληλο μέρος έλεγαν το γνωστό "τσά δα πάρα πάνω, τσά δα πάρα πάνω", δηλαδή λίγο πιο εδώ, πιο πάνω, λίγο πιο έδώ, πιο πάνω, από όπου τελικά προήλθε η ονομασία του χωριού. Ενισχυτικό αυτής της προφορικής μαρτυρίας είναι οι ονομασίες δύο υψωμάτων αριστερά και δεξιά του χωριού, όπως βλέπει κάποιος προς τη θάλασσα, που ονομάζονται Βίκλα (αριστερά) και Βικλί (δεξιά). Τα ονόματα των υψωμάτων δείχνουν τη χρήση τους σαν παρατηρητήρια για τις επιδρομές. Η παράδοση συνεχίζει με την αναφορά ότι όντως, τα υψώματα χρησιμοποιήθηκαν σαν παρατηρητήρια σε επόμενη επιδρομή και οι κάτοικοι ειδοποιημένοι έγκαιρα κατέφυγαν σε σπηλιά, που βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό και κάτω από τον παλιό δρόμο Τσάδας Κοίλης, στο σημείο που το 1971-1972 έγινε ένα κόψιμο στο βουνό για περνά ο νέος δρόμος που παίρνει στην Πόλη της Χρυσοχούς. Από τότε ο δρόμος για την Κοίλη άλλαξε και αρχίζει αμέσως πρίν από αυτό το κόψιμο. Η είσοδος της σπηλιάς που φαινόταν ακόμα κάτω από μια χαρουπιά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, βρίσκεται ανάμεσα στην αρχή του νέου δρόμου προς την Κοίλη και στον παλαιότερο δρόμο που υπάρχει ακόμα λόγο πιο ψηλά, κάμνοντας μια απότομη στροφή προς τα δεξιά, ακριβώς πριν το κόψιμο στο βουνό. Σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση, οι κάτοικοι στη βιασύνη τους να ξεφύγουν από την επιδρομή των Σαρακηνών άφησαν πίσω τον τυφλό Βιολάρη του χωριού (μάλλον για λυράρη επρόκειτο), που τον βρήκαν οι Σαρακηνοί και τον έσερναν μαζί τους με το ζόρι για να τους διασκεδάζει παίζοντας το βιολί/τη λύρα του, ενώ έψαχναν να βρούν τους κρυμμένους κατοίκους. Ο τυφλός μουσικός, σε κάποια φάση που οι Σαρακηνοί πλησίαζαν τη σπηλιά άκουσε ένα μωρό να κλαίει και για να προειδοποιήσει τη μάνα του να το κάμει να σωπάσει, ώστε να μην προδωθούν, είπε το περίφημο "για δώσ' του κόρη το βυζί, για βάρ' (βάλ') το κάτσε πάνω". Οι Σαρακηνοί κάτι υποψιάστηκαν μεν αλλά δεν είχαν την οξεία ακοή του μουσικού και του ζητούσαν εξηγήσεις τι σήμαιναν αυτά τα λόγια. Αυτός απάντησε ότι ήταν απλά τα λόγια του τραγουδιού. Είναι άγνωστο αν ο μουσικός επέζησε της περιπέτειας, όμως οι Τσαδιώτες γλύτωσαν

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Κοινότητα Τσάδας υπάρχουν, η Εκκλησία της Παναγίας Χρυσελεούσας, το μοναστήρι του Σταυρού της Μίθθας και τα ξωκλήσια της Αγίας Μαρίνας, των Αγίων Κων/νου και Ελένης, καθώς επίσης και το Αγίασμα της Αγίας Ελένης. Στον οικισμό μπορείτε να επισκεφτεί ο επισκέπτης υο μοναστήρι του Σταυρού της Μίθθας, τις παλιές πετρόχτιστες βρύσες του χωριού (Γερόλακκος, Ροδκιός και Πυάθκια), την κεντρική εκκλησία του χωριού, Παναγία Χρυσελεούσα, με την θαυματουργή εικόνα. Στον οικισμό μπορείτε επίσης να επισκεφτείτε το Μουσείο που αποτελεί και την πατρική οικεία του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, στο οποίο υπάρχει ξεναγός, αλλά και το τοπικό πετρόχτιστο οινοποιείο.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη Τσάδα, καταγόταν ο ήρωας του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955-59 Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]