Συνθήκη του Λονδίνου (1839)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Συνθήκη του Λονδίνου, αποκαλούμενη επίσης Συνθήκη του 1839, υπογράφηκε στις 19 Απριλίου, 1839. Σε αυτήν την συνθήκη, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αναγνώρισαν την ανεξαρτησία και την ουδετερότητα του Βελγίου. Η κύρια ιστορική σημασία της ήταν στο άρθρο VII, που υποχρέωνε το Βέλγιο να παραμείνει μονίμως ουδέτερο, και δέσμευε τις συμβαλλόμενες δυνάμεις να περιφρουρηθεί αυτή η ουδετερότητα σε περίπτωση εισβολής.

Εδαφικές συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1815, το Βέλγιο ήταν ένα μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Με τη συνθήκη, οι νότιες επαρχίες των Κάτω Χωρών έγιναν το Βασίλειο του Βελγίου, ενώ η επαρχία του Λιμβούργου χωρίστηκε σε βελγικό και ολλανδικό μέρος. Το ίδιο πράγμα συνέβη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου που στη συνέχεια χωρίστηκε σε ένα βελγικό μέρος και το τρέχον μεγάλο δουκάτο που ήταν κάτω από μια προσωπική ένωση με τις Κάτω Χώρες υπό τον βασιλιά Γουλιέλμο Γ' μέχρι το 1867. Το Zeeuws-Vlaanderen αποσπάστηκε από το Βέλγιο και έγινε μέρος της ολλανδικής επαρχίας Zeeland επειδή οι Ολλανδοί δεν θέλησαν να έχει το Βέλγιο τον έλεγχο των εκβολών του Scheldt. Σε αντάλλαγμα έπρεπε να εγγυηθούν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα του Scheldt στον λιμένα της Αμβέρσας.

Η Συνθήκη του Λονδίνου εγγυήθηκε επίσης στο Βέλγιο το δικαίωμα της διέλευσης με τραίνο ή μέσω των καναλιών πέρα από το ολλανδικό έδαφος ως έξοδο στον γερμανικό Ρουρ. Αυτό το δικαίωμα επιβεβαιώθηκε σε μια απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης σε μια διαφωνία μεταξύ του Βελγίου και των Κάτω Χωρών για την διαδρομή των σιδηροδρόμων του Σιδερένιου Ρήνου.

Σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η de facto ανεξαρτησία του Βελγίου είχε καθιερωθεί μέσα από εννέα έτη αδιάκοπης πάλης, την Βελγική Επανάσταση. Οι υπογράφοντες της συνθήκης (το Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, και οι Κάτω Χώρες) τώρα επίσημα αναγνώριζαν το ανεξάρτητο Βασίλειο του Βελγίου, και (χάρη στην επιμονή του Ηνωμένου Βασιλείου) συμφωνούσαν για την ουδετερότητά του.

Η συνθήκη ήταν ένα σημαντικό έγγραφο, ειδικά για τον ρόλο της στο να επιφέρει τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν η Γερμανική Αυτοκρατορία εισέβαλε στο Βέλγιο τον Αύγουστο του 1914 παραβιάζοντας την συνθήκη, η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στις 4 Αυγούστου. Ενημερωμένος από το βρετανικό πρέσβη ότι η Μεγάλη Βρετανία θα κήρυσσε τον πόλεμο στη Γερμανία για την παραβίαση της βελγικής ουδετερότητας από την τελευταία, ο γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg διακήρυσσε ότι δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία θα πήγαιναν σε πόλεμο για χάρη ενός "παλιόχαρτου".

Στην πραγματικότητα, η γερμανική εισβολή οδήγησε στην απόφαση της Μεγάλης Βρετανίας να πάει σε πόλεμο για λόγους που ήταν σημαντικότεροι: θεωρήθηκε ασύλληπτο ότι η Γερμανία, με το επεκτεινόμενο Ναυτικό της, θα μπορούσε να ελέγξει τους θαλάσσιους λιμένες του Βελγίου. Στις 2 Αυγούστου, ο κάιζερ Γουλιέλμος Β' που ζήτησε ανεπιτυχώς από τον Μόλτκε να ακυρώσει την εισβολή προκειμένου να κρατηθεί η Μεγάλη Βρετανία έξω από τον πόλεμο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]