Σκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σκα (Ska)
Τόπος γέννησης: Τζαμάικα
Μουσικά όργανα: ΚιθάραΜπάσοΝτραμςπιάνοΣαξόφωνοτρομπέτα κ.α.
Συναφή Είδη: Ρέγγε, Μέντο
Μουσικοί: Skatalites, Toots & the Maytals, Ντέσμοντ Ντέκερ, The Wailers, The Paragons
Είδη
Rocksteady, 2 Tone, Skacore

Η σκα είναι μουσικό είδος που γεννήθηκε στη Τζαμάικα στα τέλη της δεκαετίας του '50-αρχές του '60. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία τόσο στο ίδιο το νησί αλλά και στη Βρετανία, επανερχόμενη κατά καιρούς στο προσκήνιο στη διάρκεια 40 και πλέον χρόνων.

Απαρχές της σκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απαρχές της σκα βρίσκονται στη μουσική μέντο, μια χορευτική, εορταστική μουσική της Τζαμάικα με αφρικάνικες ρίζες, που αποτελούσε την κύρια μορφή χορευτικής μουσικής στο νησί μέχρι τη δεκαετία του 1950. Εκείνη την εποχή η διάδοση του ραδιοφώνου στη Τζαμάικα έφερε σε επαφή τους Τζαμαϊκανούς αφενός με το rhythm and blues, αφετέρου με τη τζαζ που παιζόταν από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Νέας Ορλεάνης, του Μέμφις και του Μαϊάμι. Έτσι στα μέσα της δεκαετίας του '50 στο νησί κυριαρχούσαν αφενός η τζαμαϊκανή μέντο και αφετέρου η αμερικάνικη rhythm 'n' blues, διαδεδομένη εν μέρει και από δίσκους που έφερναν στην πατρίδα μετανάστες στις ΗΠΑ, και η τζαζ. Η κατάσταση αυτή άλλαξε στο τέλος της δεκαετίας, όταν η μέντο επισκιάστηκε από τη διεθνή επιτυχία της καλύψο, και το rhythm 'n blues από την έκρηξη του rock and roll στην Αμερική.

Οι μουσικοί στην Τζαμάικα δεν ακολούθησαν τις νέες αυτές τάσεις. Η Καλύψο δεν είχε ευρεία απήχηση, λόγω της ξενικής της καταγωγής (Τρινιντάντ) και του περίπλοκου ρυθμού της, ενώ το ροκ δεν είχε στενή σχέση με τα μουσικά γούστα των Τζαμαϊκανών. Έτσι, οι τοπικοί μουσικοί ανάμειξαν τα στοιχεία της μέντο, της τζαζ και του rythm 'n' blues σ' ένα νέο είδος, που αρχικά ονομάστηκε shuffle και στη συνέχεια σκα. Ο χορευτικός ρυθμός της μέντο συνδυάστηκε με τα πνευστά και το πιάνο της τζαζ, ενώ ο ρυθμός παρέμεινε 4/4, με τη διαφορά ότι το μπάσσο και η κιθάρα τόνιζαν το 2ο και 4ο μέρος του μέτρου (upbeat), ένα δάνειο από τη μέντο, αντί για το 1ο και το 3ο (downbeat), που κρατούσαν τα ντραμς, όπως στο rhythm 'n' blues. Έτσι εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα της σκα, γύρω στα 1958.

Το όνομα της μουσικής λέγεται πως προέρχεται από τον χαρακτηριστικό ήχο της κιθάρας καθώς χτυπούσε τα upbeats, και που περιγραφόταν κάπως σαν skat! skat! skat!. Μια άλλη εκδοχή είναι πως ο όρος προήλθε από τον μπασσίστα Κούετ Τζόνστον, που προσπάθησε έτσι να εξηγήσει τον ήχο και το ρυθμό της μουσικής, κατά τον χαιρετισμό skavoovie που απεύθυνε στους φίλους του.

Η σκα γνώρισε μεγάλη διάδοση στη Τζαμάικα χάρη στην κουλτούρα των sound systems. Ένα sound system ήταν βασικά ένα φορτηγό, φορτωμένο με όλα τα απαραίτητα για να στηθεί ένα υπαίθριο πάρτυ: πικάπ, ενισχυτές και ηχεία. Οι ιδιοκτήτες των sound systems αρχικά βασίστηκαν σε εισαγόμενους δίσκους από την Αμερική, ενώ από το 1958 χρησιμοποίησαν τα δικά τους στούντιο για να ηχογραφούν τους δίσκους που έπαιζαν. Περιόδευαν όλη τη χώρα, και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την πρωτοτυπία του σετ τους, πολλές φορές τυπώνοντας μόνο ένα αντίτυπο από κάθε τραγούδι. Έτσι η καινούργια μουσική διαδόθηκε σε όλη τη χώρα, με μεγάλη δισκογραφική παραγωγή. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι δυο πιο γνωστοί ιδιοκτήτες sound systems, ο Κλέμεντ Ντοντ (Clement Dodd) και ο Ντιουκ Ριντ (Duke Reid), αλλά και ο Πρινς Μπάστερ (Prince Buster). Η μεγάλη διάδοση της σκα επίσης έγκειται στο γεγονός ότι αξιοποίησε τόσο τη τζαζ, που άκουγε η μεσαία τάξη της Τζαμάικα, όσο και την αμερικανική ποπ και τη μέντο, που ήταν μουσική των κατώτερων τάξεων. Έτσι η σκα διαδόθηκε τόσο στα dancehalls, τα κέντρα διασκέδασης των πόλεων, όσο και στην ύπαιθρο, κάνοντας γνωστούς συγκροτήματα και καλλιτέχνες όπως οι Skatalites, Toots & the Maytals, Ρίκο Ροντρίγκεζ, Τζίμι Κλιφφ, Ντέρικ Μόργκαν, Έρικ Μόρρις.

Rudeboys και Mods[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αρχή της δεκαετίας του '60 η σκα έγινε το δημοφιλέστερο είδος μουσικής στο νησί, και συνδέθηκε με την κουλτούρα των rude boys, των απορριπτόμενων νέων που μετακινήθηκαν από την ύπαιθρο στο Κίνγκστον και τα άλλα αστικά κέντρα της Τζαμάικα προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, συχνά μάταια. Οι rudeboys αποτέλεσαν έναν από τους κύριους πυρήνες που στήριξαν τη σκα στις αρχές της δεκαετίας του '60. Αν και δακτυλοδεικτούμενοι από μέρος της Τζαμαϊκανής κοινωνίας για τη συμμετοχή τους σε συμμορίες και για τις παράνομες πράξεις τους, αρκετοί σκα τίτλοι γράφτηκαν γι' αυτούς, και αρκετοί μετέπειτα γνωστοί μουσικοί (ανάμεσά τους ο Μπομπ Μάρλεϊ και οι Wailers) ξεκίνησαν σαν rudies. Οι rudies χόρευαν τη σκα με το δικό τους τρόπο, σε πιο αργό ρυθμό, κάτι που θα έπαιζε ρόλο στην εξέλιξη του rocksteady λίγα χρόνια αργότερα. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης και από τους ιδιοκτήτες sound systems σαν dancehall crashers, για να σαμποτάρουν δηλαδή αντίπαλους dj's, προκαλώντας φασαρίες στα σετ τους.

Από το 1962 η σκα διαδόθηκε και στη Μεγάλη Βρετανία, χάρη στις προσπάθειες του Κρις Μπλάκγουελ, ενός Αγγλο-Τζαμαϊκανού, που ίδρυσε την Island Records, προωθώντας τη Τζαμαϊκανή μουσική στην Αγγλία, όπου η σκα έγινε γνωστή με το όνομα bluebeat. Εκτός από τους Τζαμαϊκανούς μετανάστες που ζούσαν εκεί, τη σκα αγκάλιασε και το κίνημα των mods, νεαρών που μοιράζονταν κάποια κοινά χαρακτηριστικά με τους rudies, όπως η η χαμηλή θέση στην κοινωνία, η αγάπη για τα μοδάτα και ακριβά ρούχα και τη χορευτική μουσική, και οι οποίοι μουσικά κινούνταν εκτός του τότε κυρίαρχου ρεύματος του ροκαμπίλυ και του rock 'n' roll. Από την Island ήρθε και το μόνο, μέχρι τότε, διεθνές χιτ της σκα, το single My Boy Lollipop της Millie Small από τα 1964, που έφτασε στο Νο 2 των charts σε Αγγλία και Αμερική.

Rocksteady και ρέγκε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1965-66 η σκα άλλαξε καθιερώνοντας ένα πιο αργό ρυθμό, περίπου στο μισό τέμπο, ενώ το μπάσσο άρχισε να παίζει πιο περίπλοκες γραμμές απ' ότι προηγουμένως, και η έμφαση μετατοπίστηκε απ' το ρυθμό στην κιθάρα και τα φωνητικά, ενώ τα πνευστά πέρασαν σε δεύτερο πλάνο. Το πιο αργό τέμπο επέτρεπε στον κόσμο να χορεύει για περισσότερο χρόνο, καθώς δεν χρειαζόταν τόση ενέργεια όπως η σκα, ενώ περιόρισε και τις καταστροφές που προκαλούσαν οι rude boys στα dancehalls. Αυτό ήταν και το αρχικό ζητούμενο από το νέο είδος, το οποίο ονομάστηκε rocksteady και οι στίχοι του ασχολούνταν αρκετά συχνά με τους rudies.

Το rocksteady, σε συνδυασμό με την τότε δημοτικότητα της αμερικάνικης σόουλ έγινε αρκετά δημοφιλές τόσο στη Τζαμάικα όσο και στην Αγγλία και την Αμερική. Βασικό ρόλο στην εξέλιξη και προώθηση του είδους έπαιξε αυτή τη φορά ο Ντιουκ Ριντ, που κινούνταν στη σκιά του Κλέμεντ Ντοντ κατά την πρώτη περίοδο ανάπτυξης της σκα. Γνωστοί καλλιτέχνες του είδους ήταν ο Ντέσμοντ Ντέκκερ, ο Άλτον Έλλις, ο Ντελρόι Γουίλσον, η Φίλις Ντίλλον, τα συγκροτήματα The Paragons και The Techniques. Το rocksteady συνδέθηκε και με τη μόδα των σκίνχεντς, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν μετεξέλιξη των mods.

Το rocksteady στα τέλη της δεκαετίας του '60 μετασχηματίστηκε στη ρέγκε, μειώνοντας κι άλλο το τέμπο και δίνοντας έμφαση στο μπάσσο και το ηλεκτρικό όργανο, που προστέθηκε στη θέση του πιάνου. Η δημοτικότητα που απέκτησε η ρέγκε έριξε το rocksteady στην αφάνεια, αν και το είδος συνέχισε να υπάρχει στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970, ενώ την τύχη του ακολούθησε η σκα συνολικά.

2 Tone[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2 Tone αποτέλεσε την αναβίωση της σκα στα τέλη της δεκαετίας του '70. Αναπτύχθηκε λίγο μετά από την έκρηξη του πανκ στη Βρετανία, διασταυρώνοντας το βασικό ρυθμό και μελωδία της σκα με τις επιθετικές συγχορδίες της πανκ, αλλά και τους πολιτικοποιημένους στίχους της ρέγκε και της πανκ. Η σκηνή αναπτύχθηκε κυρίως γύρω από την 2 Tone Records, από την οποία πήρε και το όνομά της, που ανήκε στον Τζέρι Ντάμμερς του συγκροτήματος The Specials και αργότερα αγοράστηκε από την Chrysalis, επηρεάζοντας όμως και γνωστά ονόματα της πανκ όπως οι Clash και ο Έλβις Κοστέλλο. Τα συγκροτήματα της 2 Tone ήταν συχνά μικτής φυλετικής σύνθεσης, ενώ προωθούσαν τη φυλετική ενότητα τόσο εντός όσο και εκτός μουσικής σκηνής· το βασικό σύμβολο της 2 Tone μόδας ήταν οι καρώ ταινίες με εναλλασσόμενα άσπρα και μαύρα τετράγωνα. Οι στίχοι απευθύνονταν κυρίως σε λευκούς και μαύρους απορριπτόμενους νέους της εργατικής τάξης, ενώ υιοθετήθηκε το ντύσιμο των rude boys, με τα κομψά κοστούμια, τα κοντά παντελόνια και τα χαρακτηριστικά pork pie καπέλα.

Γνωστά συγκροτήματα ήταν οι Madness, The Specials, The Selecter, The Beat. Η σκηνή κράτησε περίπου μέχρι το 1981-82, όταν οι συγκρούσεις ανάμεσα σε rude boys και σκίνχεντς, αλλά και η γενικότερη πτώση της πανκ σκηνής περιόρισαν το ενδιαφέρον, οπότε και το 2 Tone είδος σταμάτησε να υπάρχει γύρω στο 1985.

Τρίτο κύμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της δεκαετίας του '80 η σκα γνώρισε ένα τρίτο κύμα αναβίωσης, αυτή τη φορά ανακαλυπτόμενη από αμερικάνικα συγκροτήματα που ενσωμάτωσαν σε αυτή το σκληρό ήχο ή/και την ταχύτητα του hardcore. Έτσι γεννήθηκε το είδος που περιγράφεται συνήθως σαν ska punk, third wave ska ή skacore. Συγκροτήματα όπως οι Operation Ivy, Sublime , Reel Big Fish και The Mighty Mighty Bosstones, Voodoo Glow Skulls καλλιέργησαν το είδος, παίζοντας μερικές φορές και καθαρόαιμη σκα, rocksteady, 2 Tone ή συνδυασμούς όλων αυτών. Το skacore γρήγορα διαδόθηκε στη δεκαετία του '90 στις χώρες όπου υπήρχε πανκ σκηνή.

Αν και ως είδος ξεπεράστηκε την επόμενη δεκαετία, διατηρεί, όπως και η σκα, πιστό κοινό σε αρκετά μέρη του κόσμου. Οι Skatalites κάνουν ακόμη παγκόσμιες περιοδείες, ενώ η σκα αποτελεί βασικό μέρος του ρεπερτορίου του Μάνου Τσάο και του Τονίνο Καροτόνε. Στην Ελλάδα, η σκα γνωρίζει την τελευταία δεκαετία μια σχετική άνοδο, με συγκροτήματα όπως οι Locomondo, οι Les Skartoi,οι Skaribas, οι Τhe Smoking Barrels και οι Skanontropo καθώς και με τα δύο συγκροτήματα Ska Bangies και Skary Face, που έγιναν γνωστά μέσω της διοργάνωσης "Schoolwave". Tην προηγούμενη δεκαετία η γνωστότερη σκα μπάντα ήταν οι De Traces, που αργότερα στράφηκαν στη ρέγκε.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]