Σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας, Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

Η σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας είναι γραπτή ασβεστολιθική λάρνακα μήκους 137 εκ. πωρολίθινο τέχνεργο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, περίπου 1200 Π.Κ.Ε./π.Χ. (Υστερομινωική ΙΙΙ) και ανακαλύφθηκε στην Αγία Τριάδα Ηρακλείου, το 1903. Θεωρείται πιθανώς η πληρέστερη εικονογραφία θυσιαστικής τελετής του προ-ομηρικού κόσμου και στον τοιχογραφικό της διάκοσμο παρέχονται πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα των ευγενών της 0περιόδου κατά την οποία η Κρήτη βρισκόταν υπό Μυκηναϊκή κυριαρχία. Εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η σαρκοφάγος συνολικά συνδυάζει μινωικά και μυκηναϊκά χαρακτηριστικά ως προς τη θεματολογία και την τεχνοτροπική της απόδοση.

Η σαρκοφάγος υπήρξε αίνιγμα για τον μινωικό καλλιτεχνικό κανόνα από την εποχή της ανακάλυψής της το 1903[1]. Είναι η μοναδική λάρνακα που ανακαλύφθηκε έως σήμερα, κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο και επίσης η μοναδική που περιέχει σειρά αφηγηματικών σκηνών από μινωική ταφική τελετουργία. Ύστερες λάρνακες που απαντώνται στην περιοχή του Αιγαίου είναι διακοσμημένες με αφηρημένα σχέδια και μορφές. Οι τελευταίες ανασκαφές του 20ου αιώνα στην αρχαιολογική θέση που ανακαλύφθηκε και άλλα παράλληλα επιτρέπουν τη χρονολόγησή της ανάμεσα στο1370-1320 Π.Κ.Ε. Η συγκεκριμένη χρονολόγηση συμπίπτει με το τέλος της 18ης δυναστείας στην Αίγυπτο, περίοδο δηλαδή εκτενών επαφών μεταξύ Κρήτης και Αιγύπτου, γεγονός που επιτρέπει την επανεξέταση των καλλιτεχνικών και τεχνικών στοιχείων της σαρκοφάγου, όσον αφορά στη σχέση τους με ανάλογες αιγυπτιακές τεχνικές διακόσμησης ναών και τάφων, γνωστές ήδη από την 3η χιλιετία Π.Κ.Ε.[2].

Εικονογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λάρνακα, επιχρισμένη με κονίαμα και ζωγραφισμένη με την τεχνική της νωπογραφίας (buon fresco), φέρει παραστάσεις στη ζωφόρο που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνειά της με διαφορετικά θέματα στις δύο μακρές πλευρές, ενώ στις βραχείες απεικονίζονται στη μία γυναίκες σε άρματα συρόμενα από αίγες[3] –κατ’ άλλους άλογα- και στην άλλη γυναίκες σε άρματα συρόμενα από γρύπες, θυμίζοντας τη θεματολογία των σκηνών πομπής αρμάτων σε αρκετές μινωικές και μυκηναϊκές τοιχογραφίες.

Στη μία μακρά πλευρά απεικονίζεται πομπή γυναικών, θυσία ταύρου υπό την συνοδεία ήχων αυλού και αναθηματικές προσφορές σε βωμό μπροστά από διπλό πέλεκυ, ιερό που επιστέφετασι με κέρατα καθιερώσεως και ένα ιερό δένδρο. Στην άλλη μακρά πλευρά εικονίζονται δύο σκηνές. Στην αριστερή πλευρά διακρίνονται ιέρειες ή θεές που μεταφέρουν το αίμα του θυσιασμένου ταύρου με υπό την συνοδεία μουσικού με λύρα[4], και το μεταγγίζουν σε άλλο αγγείο, τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο διπλούς πελέκεις. Άνδρες ντυμένοι με δέρματα ζώων προσφέρουν ομοίωμα πλοίου και ζώα στον θεοποιημένο νεκρό[5], ο οποίος στέκει μπροστά από τον τάφο του -ένα ναόμορφο κτήριο- κοντά σε βαθμιδωτό βωμό και δένδρο[6].

Στην εικονογραφία λείπει η ένδειξη κάποιας σύγχυσης, ή προσπάθεια υπερδραματοποίησης των μορφών. Οι τρεις γυναίκες και οι τρεις άνδρες της δεύτερης μακράς πλευράς κινούνται με αξιοπρέπεια και χάρη. Η ιεροπρέπεια στη σκηνή είναι σαφής, όπως και οι αιγυπτιακές και πιθανώς ασσυριακές επιδράσεις στα προφίλ των ιερέων, στα μεγάλα μάτια και τη στάση του νεκρού που περιμένει τις προσφορές του, αναζωογονημένος από τη μετάγγιση του αίματος. Οι γυναίκες που απεικονίζονται δεν υπονούν κάποιες επιδράσεις εξ Ανατολών, διατηρώντας την κλασική μορφή της μινωικής εικονογραφίας[7]

Ζητήματα ιδεολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρκοφάγος της αγίας Τριάδας θέτει ζητήματα σε ό,τι αφορά στις προσπάθειες των αρχαιολόγων να ανασυνθέσουν τις ταφικές πρακτικές των Μινωιτών. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν επιχειρείται η τεκμηρίωση της υπόθεσης της λατρείας των νεκρών στην μινωική Κρήτη. Η αρχαιολόγος Ναννώ Μαρινάτου χρησιμοποιεί τον εικονογραφικό διάκοσμο της σαρκοφάγου ως στοιχείο τεκμηρίωσης αυτής της υπόθεσης, στην οποία αναφέρεται ως «Λατρεία των Νεκρών στην Προανακτορική Κρήτη»[8] αν και το χρονολογικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται με αυτό της σαρκοφάγου διαφέρουν περίπου 7 αιώνες[9]. Έχει σημασία εδώ να παρατηρήσουμε ότι η στενή επαφή των Μινωιτών με την Αίγυπτο στη συγκεκριμένη περίοδο πιθανώς υπήρξε και κόμβος μετάγγισης ιδεών. Τα πολιτισμικά συστήματα είναι ανοικτά συστήματα και παρόλο που ο καθ. Wright θεωρεί προβληματική τη σύγκριση μεγεθών που ανήκουν σε διαφορετικά χρονολογικά και συνεπώς διαφορετικά συμφραζόμενα είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη διακριτής λατρείας των νεκρών στο πλαίσιο που την ορίζει η Ναννώ Μαρινάτου σε σχέση πάντα με τη σαρκοφάγο, αν και όχι τόσο αρχαία όσο ισχυρίζεται.

Θεωρώντας τη σαρκοφάγο από μία διαφορετική οπτική γωνία εκείνη της Μινωικής Κρήτης υπό μυκηναϊκή κατοχή, η αρχαιολόγος Χρυσάνθη Γάλλου τη χρησιμοποιεί ως εικονογραφική μαρτυρία για την ανασύνθεση μιας Μυκηναϊκής λατρείας των Νεκρών, παρόλο που δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθούν παράλληλα του συγκεκριμένου τέχνεργου στις λάρνακες της Τανάγρας[10].

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι Μινωίτες, σε ανίθεση προς τους αρχαίους Αιγυπτίους δεν χρησιμοποιούσαν τον εικονογραφικό διάκοσμο για νεκρική χρήση, αλλά προς τέρψη μάλλον και ανύψωση των ζώντων. Βλ. επίσης Παπαγιαννοπούλου Α. 1999, 118.
  2. Martino, Paula 2005, 10-16.
  3. Small Terry 1972, 327.
  4. Επτάχορδη φόρμιγξ κατά τον Younger John G. 1998, 67.
  5. Ενίοτε περιγράφεται ότι μοιάζει με αιγυπτιακή μούμια. Τούτο προς αποφυγή παρερμηνειών είναι πιθανό σε ό,τι αφορά στη στάση του νεκρού και όχι τα ενδύματά του, τα οποία είναι σαφώς δέρμα από προβιά ζώου βάσει των εικονιστικών συμβάσεων της περιόδου.
  6. Για εκτεταμμένες περιγραφές βλ. Βασιλάκης Α., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Αθήνα, χ.χ., 186-191, επίσης Ελληνική Τέχνη, Η αυγή της ελληνικής τέχνης, Αθήνα, 1994, αρ. 95-100 212-217, 327 και Σακελλαράκης Ι.Α., Μουσείο Ηρακλείου, Αθήνα, 2003, 113-115.
  7. Robert Payne 1960, The Splendor of Greece, Harper and Bros, New York, 27-29.
  8. Marinatos Nanno 1993, Κεφ 2.
  9. Βλ. Bryn Mawr Classical Review 95.03.17 την κριτική του James C. Wright του Bryn Mawr College επί του θέματος, ο οποίος χαρακτηρίζει προβληματική τη συμπερίληψη της ανάλυσης της σαρκοφάγου για τη στήριξη μιας τέτοιας υπόθεσης. Αντιστοίχως διαθέσιμη είναι και η απάντηση της Ναννούς Μαρινάτου.
  10. Chrysanthi Gallou 2005, Εισαγωγή.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gallou Chrysanthi 2005, The Mycenaean Cult of the Dead, ΒΑR International Series 1372, Archaeopress, Oxford.
  • Marinatos Nanno 1993, Minoan Religion: Ritual, Image, and Symbol, (Studies in Comparative Religion), Univ of South Carolina Pr, Columbia, Κεφ 2
  • Martino, Paula 2005, The Hagia Triada Sarcophagus: Interconnections Between Crete and Egypt in the Late Bronze Age, Digital Repository at the University of Maryland, University of Maryland (College Park, Md.)
  • Payne Robert 1960, The Splendor of Greece, Harper and Bros, New York.
  • Παπαγιαννοπούλου Α. 1999, «Εισαγωγή στους πολιτισμούς του Αιγαίου» στο Παπαγιαννοπούλου Α. Πλάντζος Δ. Σουέρεφ Κ. Ελληνικές εικαστικές τέχνες: Προϊστορική και κλασική τέχνη, τομ Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Small Terry 1972, A Goat-Chariot on the Hagia Triada Sarcophagus στο American Journal of Archaeology, Vol. 76, No. 3. (Jul).
  • Younger John G. 1998, Music in the Aegean Bronze Age. Jonsered, Paul Äströms Förlag, Sweden.