Ρόμπερτ Λάι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ρόμπερτ Λάι εν στολή

Ο Ρόμπερτ Λάι (Robert Ley) (15 Φεβρουαρίου 189025 Οκτωβρίου 1945) ήταν γερμανός Ναζιστής πολιτικός, επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront) από το 1933 έως το 1945[1]. Συνελήφθη και μετά την καταδικαστική ετυμηγορία στην Δίκη της Νυρεμβέργης (ως εγκληματίας πολέμου) αυτοκτόνησε.

Πρώιμα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάι γεννήθηκε στο χωριό Νίντερμπράιντενμπαχ (Niederbreidenbach) της Ρηνανίας. Γονείς του ήταν ο Φρίντριχ Λάι και η Έμιλι Βαλντ. Ο πατέρας ήταν αγρότης και το ζευγάρι είχε έντεκα παιδιά (ο Ρόμπερτ ήταν το 7ο). Κατάφερε, ωστόσο, όχι μόνο να ολοκληρώσει το γυμνάσιο, αλλά να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της Ιένας αρχικά και της Βόννης κατόπιν, όπου σπούδασε χημικός.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατετάγη στην αεροπορία, όπου υπηρέτησε ως πιλότος. Καταρρίφθηκε στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1917 και συνελήφθη αιχμάλωτος. Με το τέλος του Πολέμου επέστρεψε στη Γερμανία και συνέχισε τις σπουδές του, αποκτώντας διδακτορικό δίπλωμα το 1920. Αποφοιτώντας προσλήφθηκε στον κλάδο τροφίμων του βιομηχανικού κολοσσού IG Farben, ο οποίος, τότε, έδρευε στο Λεβερκούζεν. Ίσως λόγω της γεωγραφίας αυτής της θέσης (η κοιλάδα του Ρουρ βρισκόταν υπό γαλλική "κατοχή"), ο Λάι ανέπτυξε υπερεθνιστική ιδεολογία. Διαβάζοντας τον λόγο του Χίτλερ στο δικαστήριο, όπου δικαζόταν για το πραξικόπημα που είχε αποπειραθεί, ο Λάι έσπευσε να εγγραφεί στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Η μόρφωση και ο ζήλος του ήταν αποφασιστικοί παράγοντες για να του δοθεί η θέση του Γκαουλάιτερ της Νότιας Ρηνανίας (1925). Παράλληλα άρχισε να εκδίδει το περιοδικό "Westdeutsche Beobachter" (Παρατηρητής της Δυτικής Γερμανίας). Η συμπεριφορά του, όμως, ήταν ιδιάζουσα, ενώ παράλληλα τραύλιζε. Αυτά του τα χαρακτηριστικά επιδείνωνε η ισχυρή τάση του προς το ποτό. Πολλά σχετικά παράπονα είχαν φθάσει ως τον Χίτλερ, ο οποίος, ωστόσο, εκώφευε μπροστά στην αφοσίωση και την υπακοή που του επεδείκνυε ο Λάι.

Επικεφαλής του Γερμανικού Μετώπου Εργασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1932 ο Λάι κλήθηκε στα κεντρικά γραφεία του Κόμματος στο Μόναχο, όπου του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του επικεφαλής Οργανωτικού (Reichsorganisationsleiter), ύστερα από την αποσκίρτηση του Γκρέγκορ Στράσερ. Ο Λάι, προερχόμενος από μια περιοχή όπου τον πληθυσμό αποτελούσαν κυρίως εργάτες, ανήκε στην αποκαλούμενη "σοσιαλιστική" πτέρυγα του Κόμματος, την οποία ο Χίτλερ αντιπαθούσε. Ωστόσο, αυτή ακριβώς ήταν η πτέρυγα που τον υποστήριζε σε όλες του τις ενδοκομματικές διαμάχες. Το 1933 ο Λάι ακολούθησε τον Χίτλερ στο Βερολίνο.

Στη Γερμανία του 1933 υπήρχαν τρία μεγάλα εργατικά συνδικάτα: Η Γενική Συνομοσπονδία Γερμανών Εργαζομένων (AGDB), με μέλη 28 δευτεροβάθμια όργανα, η Ανεξάρτητη Συνομοσπονδία Υπαλλήλων (AFA) με 13 μέλη (περίπου 4,5 εκ. άτομα) και η Χριστιανική Συνομοσπονδία (με περίπου 1,2 εκ. άτομα[2]. O Χίτλερ αποφάσισε να διαλύσει τα εργατικά συνδικάτα (την οργάνωση των οποίων ανέλαβε το κράτος) και στη θέση τους δημιούργησε το Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας (Deutsche Arbeitsfront, συντ. DAF). Επικεφαλής του νέου αυτού Οργανισμού ο Χίτλερ διόρισε τον Λάι. Παρά τις εσωτερικές διαμάχες, τις οποίες αντιμετώπισε ο Λάι, και τη σχετική απειρία του σε συνδικαλιστικά θέματα, με την αμέριστη υποστήριξη του Χίτλερ, ο οποίος απεχθανόταν κάθε είδους και μορφής συνδικαλισμό, κατάφερε να εδραιωθεί στη θέση του και να γίνει ο αδιαφιλονίκητος "ηγέτης" των Γερμανών εργατών: Η οργάνωση αριθμούσε περίπου 25 εκατομμύρια μέλη. Ο Λάι ελάχιστα ενδιαφερόταν για τα δικαιώματα, τις συνθήκες εργασίας και τα προβλήματά των εργαζομένων. Περισσότερο τον ενδιέφερε να καταπνίξει κάθε είδους αντίδραση εκ μέρους των εργαζόμενων και η προσωπική του οικονομική ευμάρεια: Εισέπραττε μεγάλα κέρδη από το περιοδικό του, παχυλό μισθό από τη θέση του και, κυρίως, πιστεύεται ότι καταχράτο κονδύλια που προορίζονταν για το DAF. Αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με τον ταμία του Κόμματος, τον Φραντς Ξάβερ Σβαρτς (Franz Xaver Schwarz), και αναπτύχθηκε μεταξύ τους ισχυρή έχθρα.

Όταν έληξε ο Πόλεμος, ο Λάι προσπάθησε να διαφύγει χρησιμοποιώντας πλαστή ταυτότητα με το όνομα Ερνστ Ντιστελμάγιερ (Ernst Distelmeyer). Τον συνέλαβαν άνδρες της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας στη χειμερινή κατοικία του κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Οι Σύμμαχοι, ωστόσο, τον αναζητούσαν και η αναγνώρισή του έγινε από τον πρώην ταμία του NSDAP Σβαρτς, τον παλαιό του εχθρό. Παραπέμφθηκε να δικασθεί στις Δίκες της Νυρεμβέργης, τόσο για την πρακτική του να χρησιμοποιεί Εβραίους και αιχμαλώτους πολέμου σε καταναγκαστική εργασία και για πολεμικούς σκοπούς, όσο και για την πολιτική φυλετικών διακρίσεων που ακολούθησε, αλλά και για συμμετοχή σε συνωμοσία (κατηγορίες Α, Γ και Δ στη Δίκη)[3]. Καταδικάσθηκε σε θάνατο, καθώς βρέθηκε ένοχος και για τις τρεις κατηγορίες, ωστόσο προτίμησε να εκτελέσει μόνος του την ποινή, απαγχονιζόμενος στο κελί του με σχοινί που είχε κατασκευάσει, κόβοντας μια πετσέτα σε λωρίδες, στις 25 Οκτωβρίου του 1945.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]