Πώληση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Πώληση είναι η μεταξύ προσώπων (φυσικών ή νομικών) διμερής σύμβαση με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων (πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει, αντί συμφωνημένου τιμήματος, στον έτερο (αγοραστή), ορισμένο πράγμα, (αγαθό, ή δικαίωμα) και ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, ο δε αγοραστής την υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά η πώληση αποτελεί μία μορφή δικαιοπραξίας και ειδικότερα της κατηγορίας των επαχθών δικαιοπραξιών. Επειδή δε και τα δύο μέρη (πωλητής και αγοραστής) αναλαμβάνουν υποχρεώσεις με τη σύμβαση αυτή, η πώληση χαρακτηρίζεται "αμφοτεροβαρής σύμβαση". Καθίσταται αντιληπτό ότι το προς μεταβίβαση αντικείμενο, αγαθό, ή δικαίωμα θα πρέπει να είναι καθ΄ όλα νόμιμο, και μη διώκεται η διάθεσή του, διαφορετικά κρίνεται παράνομη δραστηριότητα - διακίνηση, δηλαδή αδικοπραξία, π.χ. λαθρεμπόριο, διακίνηση ναρκωτικών, πώληση αλιεύματος από ερασιτέχνη ψαρά κ.λπ..
Η πώληση, στην ελληνική νομοθεσία ρυθμίζεται κυρίως από τον Αστικό Κώδικα στα άρθρα 513-572.

Υποχρεώσεις του πωλητή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πώληση είναι στο ελληνικό δίκαιο υποσχετική δικαιοπραξία: με την κατάρτισή της δε μεταβιβάζεται η κυριότητα στο πράγμα, αλλά ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί στη μεταβίβασή της.

Ο πωλητής οφείλει να παραδώσει το πράγμα χωρίς ελαττώματα. Ελάττωμα είναι κάθε απόκλιση (προς το χειρότερο) του πράγματος από τα συμφωνημένα μεταξύ αγοραστή και πωλητή. Αν το ελάττωμα αφορά τις ιδιότητες του πράγματος, ονομάζεται πραγματικό ελάττωμα. Αν αφορά το δικάιωμα επάνω στο πράγμα (ο πωλητής δεν έχει κυριότητα να μεταβιβάσει, το πράγμα είναι βεβαρυμένο με δικαιώματα τρίτου, π.χ. υποθηκευμένο κλπ.), ονομάζεται νομικό ελάττωμα. Αν το πράγμα έχει πραγματικό ελάττωμα, ο αγοραστής δικαιούται κατ΄ επιλογήν του:

  1. να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.
  2. να μειώσει το τίμημα.
  3. να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Η ευθύνη του πωλητή είναι αντικειμενική, δεν εξαρτάται δηλαδή από δόλο ή αμέλεια, με άλλα λόγια ευθύνεται ανεξάρτητα από το αν το γνώριζε ή ώφειλε και μπορούσε να το γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ελαττωματικό. Εάν τον πωλητή βαρύνει επιπλέον πταίσμα για το ελάττωμα του πράγματος (δόλος ή αμέλεια) ο αγοραστής μπορεί επιπλέον να ζητήσει και αποζημίωση για τυχόν ζημία του. Τα δικαιώματα του αγοραστή παραγράφονται δύο χρόνια από την παράδοση του πράγματος, αν το πράγμα είναι κινητό, ή πέντε χρόνια, αν το πράγμα είναι ακίνητο (οικόπεδο, σπίτι κλπ.).

Αν το ελάττωμα ανακύψει εντός έξι μηνών από την παράδοση του πράγματος, τεκμαίρεται ότι υπήρχε τη στιγμή της παράδοσης, δηλαδή το βάρος είναι στον πωλητή να αποδείξει ότι το πράγμα τη στιγμή της παράδοσης δεν το είχε το ελάττωμα. Αν ανακύψει αργότερα, το βάρος έχει ο αγοραστής.

Πώληση καταναλωτικών αγαθών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα είναι ρυθμίσεις ενδοτικού δικαίου, τα μέρη μπορούν με συμφωνία τους να αποκλίνουν από αυτές (μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη του πωλητή, πιο μακρά ή πιο σύντομη προθεσμία παραγραφής. Ειδικά όμως στην περίπτωση της πώλησης καταναλωτικών αγαθών, όπου ο αγοραστής είναι καταναλωτής (τελικός αποδέκτης που δεν αγοράζει για επαγγελματικούς λόγους), οι ρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαστικού δικαίου: τα μέρη δεν μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερη προθεσμία από 2 χρόνια για την ευθύνη του πωλητή, κατά το άρθρο 5 του ν. 2251/1994 (όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3043/2002).

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα αν το πράγμα που ο πωλητής οφείλει να παραδώσει είναι εξατομικευμένο ή απλά ένα από μια κατηγορία ομοειδών πραγμάτων η πώληση ονομάζεται πώληση είδους ή γένους αντίστοιχα. Πώληση είδους έχουμε όταν ο αγοραστής π.χ. επιλέγει από το ράφι του σούπερ μάρκετ ένα συγκεκριμένο προϊόν, πώληση γένους έχουμε όταν παραγγέλνει από το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο "ένα τεμάχιο του προϊόντος Χ".

Συνηθισμένη στην πράξη για αγαθά μεγάλης αξίας είναι η πώληση με παρακράτηση κυριότητας: ο πωλητής παραδίδει στον αγοραστή το πράγμα, ο αγοραστής καταβάλλει το τίμημα με δόσεις, αλλά ο πωλητής δε μεταβιβάζει την κυριότητα στον αγοραστή ως την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος. Έτσι το πράγμα βρίσκεται στα χέρια του αγοραστή αλλά κύριος παραμένει ο πωλητής.

Τύπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πώληση γενικώς δεν απαιτεί την τήρηση ορισμένου τύπου για να είναι έγκυρη, μπορεί να γίνει και προφορικά ή και σιωπηρά (π.χ. πάιρνει κάποιος την εφημερίδα από τη στοίβα στο περίπτερο και δίνει τα χρήματα στον περιπτερά). Ειδικά όμως για τα ακίνητα η πώληση πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, να γίνει δηλαδή ενώπιον συμβολαιογράφου, αλλιώς είναι άκυρη.

Έξοδα - δαπάνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα διάφορα έξοδα που μπορεί να σημειωθούν κατά την παράδοση του πράγματος όπως ζύγιση, μέτρηση ή αρίθμηση τα επιβαρύνεται ο πωλητής. Αντίθετα τα έξοδα παραλαβής και της αποστολής σε τόπο διαφορετικό του συμφωνημένου βαρύνουν τον αγοραστή. Τα δε έξοδα ή τα τέλη που απαιτούνται για την κατάρτιση της σύμβασης βαρύνουν εξίσου και τα δύο μέρη. Αν πρόκειται για ακίνητο ή δικαίωμα τα έξοδα μεταγραφής βαρύνουν τον αγοραστή.

Διεθνής πώληση κινητών πραγμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της σπουδαιότητας της πώλησης στο διεθνές εμπόριο καταρτίστηκε στις 11 Απριλίου 1980 η Διεθνής Σύμβαση της Βιέννης για την πώληση κινητών πραγμάτων (United Nations Convention on Contracts for the International Sale of Goods - CISG). Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση με τον ν. 2532/1997. Η Σύμβαση αυτή ρυθμίζει το δίκαιο της πώλησης μεταξύ εμπόρων που εδρεύουν σε διαφορετικά κράτη κατά ενιαίο τρόπο, επιτρέπει όμως στα μέρη (αγοραστή και πωλητή) να επιλέξουν άλλο δίκαιο ως εφαρμοστέο απορρίπτοντας τη Σύμβαση. Το ιδαίτερο ενδιαφέρον της Σύμβασης είναι ότι πρόκειται για μια προσπάθεια σύγκλισης και συγκερασμού του αγγλοσαξωνικού με το ευρωπαϊκό ηπειρωτικό δίκαιο. Κεντρική έννοια είναι η "συμβατική παράβαση" (breach of contract) και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτήν ρυθμίζονται ενιαία, αποφεύγοντας έτσι την περιπτωσιολογία των ηπειρωτικών ευρωπαϊκών δικαίων της πώλησης (άλλη ρύθμιση για τα πραγματικά ελαττώματα, άλλη για τα νομικά, άλλη για παράβαση λοιπών συμβατικών υποχρεώσεων). Η Σύμβαση θεωρείται έτσι ένα από τα πιο σύγχρονα και υποδειγματικά κείμενα Αστικού Δικαίου.

Διάκριση από άλλες συμβάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πώληση διαφέρει από τη δωρεά στο ότι στη δωρεά ο δωρεοδόχος δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση. Η δωρεα δεν είναι αμφοτεροβαρής, είναι ετεροβαρής σύμβαση. Η πώληση διακρίνεται επίσης από τη μίσθωση στο ότι στη μίσθωση ο εκμισθωτής αναλαμβάνει μεν να παραδώσει το πράγμα στον μισθωτή έναντι ανταλλάγματος, όμως για ορισμένο χρόνο και μόνο κατά την χρήση, όχι κατά την κυριότητα.