Δόλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Δόλος στο Δίκαιο ονομάζεται η πρόθεση εκτέλεσης αδίκου πράξης. Έχει εφαρμογή και στο Αστικό Δίκαιο και στο Ποινικό Δίκαιο, αλλά έχει μεγαλύτερη σημασία στο Ποινικό Δίκαιο, γιατί είναι στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και από την ύπαρξη του εξαρτάται η καταδίκη και η βαρύτητά της. Ο δόλος έχει δύο στοιχεία, το γνωστικό και το βουλητικό. Ο δράστης τελεί ένα έγκλημα με δόλο, όταν γνωρίζει το αποτέλεσμα της πράξης του και το επιδιώκει ή το αποδέχεται.

Ανάλογα με το βαθμό αποδοχής του αποτελέσματος από το δράστη υπάρχουν τρία είδη δόλου:

  1. Ο άμεσος δόλος ή δόλος πρώτου βαθμού: χαρακτηρίζεται η πρόθεση του δράστη όταν γνωρίζει το αποτέλεσμα της πράξης του και το επιδιώκει (π.χ. σημαδεύω με το όπλο και σκοτώνω κάποιον).
  2. Ο αναγκαίος δόλος: χαρακτηρίζεται η πρόθεση του δράστη όταν γνωρίζει το αποτέλεσμα της πράξης του και το αποδέχεται πλήρως ως αναγκαίο για την επίτευξη του αποτελέσματος χωρίς όμως να το επιδιώκει (π.χ. για να σκοτώσω κάποιον βάζω βόμβα στο κτήριο. Ξέρω ότι θα σκοτωθούν κι άλλοι, δεν το επιδιώκω αλλά δε σταματάω.).
  3. Ο ενδεχόμενος δόλος: χαρακτηρίζεται η πρόθεση του δράστη όταν αυτός προβλέπει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης του, δεν το επιδιώκει αλλά το αποδέχεται ή ελπίζει απλώς ότι δε θα συμβεί (π.χ. χτυπώ κάποιον στο κεφάλι με ένα βαρύ αντικείμενο. Σκοπός μου είναι να τον τραυματίσω. Ξέρω ότι ενδέχεται να τον σκοτώσω, αλλά ελπίζω απλά ότι μόνο θα τον τραυματίσω.).

Ο ενδεχόμενος δόλος είναι το πιο δύσκολο είδος δόλου να οριστεί και να διακριθεί από την αμέλεια. Ενδεχόμενος δόλος δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση «ενδέχεται να υπάρχει δόλος», κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στο τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Η ύπαρξη δόλου οφείλει να αποδειχθεί στο δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως και η τέλεση της πράξης εν γένει από τον κατηγορούμενο, προκειμένου ο τελευταίος να κριθεί ένοχος. Ενδεχόμενος δόλος σημαίνει ότι ο δράστης προέβλεψε το ενδεχόμενο αποτέλεσμα. Αν ο δράστης προέβλεψε ότι η πράξη του μπορεί γενικώς να επιφέρει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε (όχι απλά ήλπιζε) ότι το αποτέλεσμα αυτό δε θα επέλθει, τότε έδρασε από (ενσυνείδητη) αμέλεια (π.χ. γνωρίζω ότι οδηγώντας μεθυσμένος μπορεί να τρακάρω και να σκοτώσω άλλους, αλλά πίστεψα ότι επειδή είμαι καλός οδηγός είμαι σε θέση να το αποφύγω).

Για να υπάρχει δόλος, δε χρειάζεται ο δράστης να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του(συνείδηση αδίκου), δε χρειάζεται δηλαδή να ξέρει ότι απαγορεύεται από το νόμο π.χ. να σκοτώνει («ο δόλος δε χρειάζεται να είναι dolus malus»). Αρκεί να ξέρει και να προβλέπει ότι η πράξη του θα επιφέρει ή «ενδέχεται» να επιφέρει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αν δε γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του έχει υποπέσει σε νομική πλάνη.