Αμέλεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αμέλεια είναι η απροσεξία ή απερισκεψία στο Δίκαιο. Ενεργεί από αμέλεια όποιος μπορούσε ή ώφειλε να προβλέψει το αποτέλεσμα της πράξης του και παρ' όλα αυτά τέλεσε την πράξη.

Ποινικό Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Ποινικό Δίκαιο έχει ιδιαίτερη σημασία η αμέλεια, γιατί είναι στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η αμέλεια τιμωρείται μόνο στα πλημμελήματα εφ' όσον το προβλέπει ρητά ο νόμος, ποτέ στα κακουργήματα. Αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση για να καταλογιστεί ένα έγκλημα στο δράστη. Αν ο δράστης ούτε δόλο είχε ούτε μπορούσε ή ώφειλε να προβλέψει το αποτέλεσμα της πράξης του, μένει ατιμώρητος.

Η αμέλεια διακρίνεται στην ενσυνείδητη και στην άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει, όταν ο δράστης προέβλεψε το αποτέλεσμα της πράξης του αλλά πίστεψε ότι δε θα επέλθει (π.χ. οδηγώ μεθυσμένος. Ξέρω ότι όταν οδηγεί κανείς μεθυσμένος μπορεί να προκαλέσει ατύχημα, πιστεύω όμως ότι δε θα μου συμβεί εμένα γιατί είμαι καλός οδηγός.). Δύσκολη είναι η διάκριση της ενσυνείδητης αμέλειας από τον ενδεχόμενο δόλο.

Άνευ συνειδήσεως αμέλεια έχουμε, όταν ο δράστης δεν προέβλεψε, ενώ ώφειλε (αντικειμενικά από το νόμο) και μπορούσε (υποκειμενικά ο ίδιος) να το προβλέψει. Η διάκριση πάντως ενσυνείδητης και άνευ συνειδήσεως αμέλειας δεν έχει συνέπειες για την ενοχή του δράστη, ίσως μόνο για την επιμέτρηση της ποινής. Σημασία έχει η διάκριση της αμέλειας από το δόλο.

Ερώτημα είναι ποιο θα είναι το μέτρο επιμέλειας με το οποίο θα συγκρίνουμε το δράστη, αν δηλαδή θα τον συγκρίνουμε με τον επιμελέστερο όλων και θα τον κατηγορήσουμε ότι δε συμπεριφέρθηκε με αυτήν την άκρα επιμέλεια (αυστηρό κριτήριο) ή αν θα λάβουμε υπ' όψιν τα προσωπικά του χαρακτηριστικά, ότι δηλαδή για τα δικά του μέτρα με βάση το χαρακτήρα του φέρθηκε επιμελώς (επιεικές κριτήριο). Το κριτήριο που τελικά λαμβάνεται είναι συνδυασμός και των δύο, δηλαδή η επιμέλεια του μέσου ανθρώπου του ιδίου όμως κύκλου και περιβάλλοντος (του μέσου γιατρού, του μέσου μηχανικού, του μέσου εργάτη οικοδομών αντίστοιχα).

Αστικό Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Αστικό Δίκαιο η αμέλεια διακρίνεται σε διαφορετικές κατηγορίες απ' ότι στο Ποινικό Δίκαιο. Διακρίνεται βασικά σε βαριά και ελαφριά. Ο νόμος (Αστικός Κώδικας) δε δίνει ορισμό της διάκρισης, κριτήριο λογικά είναι ο βαθμός απόκλισης του ανθρώπου από το μέτρο της επιμέλειας. Η ελαφρά αμέλεια διακρίνεται περαιτέρω σε ελαφρά αφηρημένη και ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια. Η ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια είναι επιεικέστερη της ελαφράς αφηρημένης και θέτει ως μετρο επιμέλειας την "εν τοις ιδίοις επιμέλεια".

Ο λογος που οι διακρίσεις στο Αστικό Δίκαιο είναι διαφορετικές από αυτές του Ποινικού είναι ότι το Αστικό Δίκαιο αφορά περιουσιακές σχέσεις, μεταξύ άλλων και συμβάσεις, και όχι εγκλήματα. Στις συμβάσεις μπορούν π.χ. τα μέρη να συμφωνήσουν ότι δε θα ευθύνεται κάποιος για ελαφρά αμέλεια (μικρή απροσεξία) και να μειώσουν αντίστοιχα το τίμημα που θα λάβει αυτός, εάν ο τελευταίος το προτιμά. Πάντως η βαριά αμέλεια δεν μπορεί συμβατικά να αποκλειστεί, γιατί θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη να αδιαφορεί κάποιος σε μεγάλο βαθμό για τον αντισυμβαλλόμενό του.

Η περαιτέρω διάκριση της ελαφράς αμέλειας σε αφηρημένη και συγκεκριμένη έχει να κάνει με το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται από κάποιον. Ο κανόνας είναι ότι μέτρο είναι ο μέσος κοινωνός του ιδίου κύκλου (αφηρημένη). Πρέπει όμως να ληφθεί υπ' όψιν ότι στις συμβάσεις κανείς επιλέγει τον αντισυμβαλλόμενό του, αντίθετα απ' ότι στο Ποινικό Δίκαιο, όπου το θύμα δεν επιλέγει το δράστη. Σε συμβάσεις που απαιτείται στενή συνεργασία (γάμος, εταιρία) ή που για τον ένα έχουν μόνο υποχρεώσεις χωρίς αντάλλαγμα (χαριστικού χαρακτήρα) θεωρεί ο νόμος πιο δίκαιο, μέτρο επιμέλειας να είναι η επιμέλεια που δείχνει όχι ο μέσος κοινωνός αλλά ο συγκεκριμένος άνθρωπος στις δικές του υποθέσεις. Αν είναι γενικά αμελής, θα ευθύνεται λιγότερο από έναν γενικά επιμελή (όχι όμως και το αντίστροφο, όριο είναι πάντα η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια).

Ναυτιλιακή πρακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος αμέλεια (negligence) στη ναυτιλιακή πρακτική χρησιμοποιείται τόσο ως όρος ναυλοσυμφώνου, όσο και ως όρος στη θαλάσσια ασφάλιση.

Α. Όρος ναυλοσυμφώνου: Η αμέλεια συνδέεται με το 2ο άρθρο του γενικού τύπου ναυλοσύμφώνου (uniform general charter) της Baltic and International Maritime Conference, το οποίο και προσδιορίζει εξ αυτού του όρου την οφειλόμενη επιμέλεια (due diligence) των πλοιοκτητών του ναυλομένου πλοίου.
B. Όρος ναυτασφάλισης: Η προσθήκη της αμέλειας ως ρήτρας (negligence clause or inchmaree clause) σημαίνει πως η ασφάλιση του πλοίου καλύπτει ζημίες του πλοίου που μπορεί να προκληθούν ή προξενούνται από τη φορτοεκφόρτωση ή μετακίνηση φορτίου, ή εκρήξεις, ή κρυφά ελαττώματα μηχανής καθώς και πάσης φύσεως ζημίες που προξενούνται από αμέλεια του Πλοιάρχου, αξιωματικών και πληρώματος για τις οποίες όμως δεν μπορούν να φέρουν ευθύνη τόσο οι πλοιοκτήτες όσο και οι αντιπρόσωποί τους.