Μοτοσικλέτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μοτοσικλέτα Ducati 749

Η μοτοσικλέταμοτοσυκλέτα) είναι δίτροχο όχημα, που έχει παρόμοιο σχήμα με το ποδήλατο. Κινείται με μηχανή εσωτερικής καύσης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το ποδήλατο στη μοτοσικλέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία και η εξέλιξη της μοτοσυκλέτας συνδέονται στενά με τη μαγεία της ταχύτητας. Και αυτό δεν έχει διόλου αλλάξει ως τις ημέρες μας, παρά το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές και εισαγωγείς συμφώνησαν το 2002 να δεσμευτούν προαιρετικά σε ανώτατο όριο ταχύτητας 298 χλμ./ώρα, προκειμένου να προλάβουν τη θέσπιση σχετικής νομικής ρύθμισης. Γιατί και το όριο των 300 χλμ./ώρα έχει ήδη ξεπεραστεί.

Ενώ η εξέλιξη του ποδηλάτου διήρκεσε 50 χρόνια (από την ξύλινη κατασκευή χωρίς πετάλια, τη «Draisine» (ντραϊζίνα) του Γερμανού Karl Drais von Sauerbronn το 1817, μέχρι το δίτροχο «Velocipede» με πετάλια του Michaux τo 1817 (που έκανε για πρώτη φορά δυνατή τη μετακίνηση χωρίς περπάτημα ή χρήση αλόγων), η εξέλιξη της μοτοσυκλέτας ήταν πολύ ραγδαία. Ήταν άλλωστε η λογική συνέχεια μετά το ποδήλατο. Γιατί παρόλο που το ποδήλατο έκανε πιο εύκολη και πιο γρήγορη την μετακίνηση, απαιτούσε όμως πάντα μυική δύναμη. Αυτό ακριβώς το μειονέκτημα πυροδότησε το ζήλο των πρώτων κατασκευαστών μοτοσικλέτας να μετατρέψουν το ποδήλατο σε μηχανοκίνητο δίτροχο. Και σε αυτή τη περίπτωση το όνομα Michaux κάνει εκ νέου την εμφάνιση του: Δύο χρόνια μετά την πρωτοποριακή τους εφεύρεση, οι Γάλλοι αδελφοί εξόπλισαν το «Velocipede» με μικρή ατμομηχανή. Όμως για την καθημερινή χρήση η κατασκευή αυτή αποδείχθηκε ακατάλληλη, γιατί το όχημα κινδύνευε, π.χ. σε περίπτωση πτώσης, να πιάσει φωτιά.

Νέους ορίζοντες άνοιξε το 1876 ο κινητήρας εσωτερικής καύσης, ο αποκαλούμενος και κινητήρας Όττο κατά το όνομα του εφευρέτη του Νικολάους Όττο. Βάσει αυτού οι Γκότλιμπ Ντάιμλερ, Βίλχελμ Μάιμπαχ και Καρλ Μπεντς κατασκεύασαν λίγα χρόνια αργότερα το βενζινοκινητήρα, που ήταν πιο ελαφρύς και γρήγορος από τους κινητήρες Όττο. Το 1892 ο Ρούντολφ Ντίζελ ολοκλήρωσε την παλέτα κινητήρων του 19ου αιώνα με τον πετρελαιοκινητήρα ή κινητήρα ντίζελ, ενώ ο κινητήρας Βάνκελ του Φέλιξ Βάνκελ (περιστροφικός κινητήρας) εμφανίστηκε πολύ αργότερα και συγκεκριμένα το 1957.

Από το μηχανοκίνητο τρίτροχο στη μοτοσικλέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μοτοσικλέτα του Ντάιμλερ

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το πρώτο μηχανοκίνητο δίκυκλο δόθηκε στον Γκότλιμπ Ντάιμλερ το 1885 για την κατασκευή ενός μηχανοκίνητου ξύλινου ποδηλάτου με δύο μικρές βοηθητικές ρόδες –ουσιαστικά επρόκειτο για τρίτροχο. Επειδή η επενδυμένη σέλα του έμοιαζε με σέλα αλόγου, το όχημα θύμιζε μάλλον άμαξα παρά μηχανοκίνητο όχημα. Διέθετε μινιμαλιστικό τιμόνι και τετράχρονο μονοκύλινδρο κινητήρα με κυβισμό 264 κ.εκ. καθώς και ισχύ μισού ίππου. Για τα σημερινά δεδομένα αυτή η πρώτη μοτοσυκλέτα θα μπορούσε να θεωρηθεί πρωτόγονη και μοντέρνα συγχρόνως. Ο μινιμαλιστικός εξοπλισμός της μοιάζει να ακολουθεί την τάση του σύγχρονου ντιζάιν, σύμφωνα με την οποία η μορφή προσαρμόζεται στην λειτουργικότητα (form follows functions).

Η προστασία του ονόματος «μοτοσικλέτα» διεκδικήθηκε το 1897 από τους Γερμανούς αδελφούς Βίλχελμ και Χάινριχ Χίλντεμπραντ (Hildebrand) και τον Αλοΐς Βόλφσμύλλερ (Alois Wolfsmuller). Δύο χρόνια πριν η εταιρεία τους με την επωνυμία Hilderbrand & Wolfsmuller είχε κατασκευάσει μια μοτοσυκλέτα παραγωγής,την πρώτη του κόσμου.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, εκείνος που συνέβαλε αποτελεσματικά στην κατασκευή της μοτοσυκλέτας ήταν ο Μάιμπαχ, συνέταιρος του Ντάιμλερ. Με το καρμπυρατέρ με ακροφύσιο και τον κλειστό θάλαμο πλωτήρα επινόησε μια μέθοδο,η οποία σε εξελιγμένη μορφή εφαρμόζεται και σήμερα στη μοτοσυκλέτα.Με την εφεύρεση του Ντάιμλερ πειραματίστηκαν επίσης και οι Γάλλοι με θετικά αποτελέσματα. Άξια αναφοράς είναι η συνεισφορά του κόμητος Αλμπέρ ντε Ντιόν (Albert de Dion), ο οποίος έκανε τον κινητήρα μικρότερο και πιο συμπαγή (από την αρχή του 20ου αιώνα οι κινητήρες ντε Ντιόν χρησιμοποιούνται από τους τεχνικούς σε πολλές χώρες για την κατασκευή μοτοσικλετών).

Στο μεταίχμιο του αιώνα διάφορες εταιρείες στην Ευρώπη άρχισαν να κατασκευάζουν μηχανοκίνητα δίκυκλα, επειδή διαισθάνονταν ότι η αγορά αυτή θα έχει μέλλον. Οι αδελφοί Βερνέρ από το Παρίσι είναι εκείνοι που από το 1900 μπορούν να διεκδικήσουν τα πρωτεία για την κατασκευή μιας μοτοσυκλέτας, που προσεγγίζει σε μορφή τη σύγχρονη. Ο Βαλκάν Λωρέν (Valcan Laurin) είχε μάλιστα την ευφυή έμπνευση να το τοποθετήσει τον κινητήρα στο κάτω μέρος του πλαισίου.

Ένα άλλο ορόσημο για την επιτυχή και προπάντων ασφαλή μηχανοκίνηση έθεσε ο Ρόμπερτ Μπος (Robert Bosch) το 1902 με τη δημιουργία του μανιατό υψηλής τάσης με μπουζί, που αντικατέστησε τη μαγνητική ανάφλεξη.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι θέσεις επιβατών στις μοτοσικλέτες ως επί το πλείστον είναι δύο. Κατ'εξαίρεση υπάρχουν δίτροχα με μονή σέλα, σε μοτοποδήλατα, σπορ μοτοσικλέτες και τύπου τσόπερ.
  • Τα μικρά δίτροχα δεν είναι πάντα ιδιωτικής χρήσης. Τα «παπιά» χρησιμοποιούνται ευρύτατα για διανομές μικρών αντικείμενων από εταιρείες μαζικής εστίασης και τα σκούτερ περισσότερο από ταχυδρομικές εταιρείες για διανομή δεμάτων. Επίσης χρησιμοποιούνται και ως μοτο-ταξί κυρίως στην Ευρώπη γιατί η αντίστοιχη σκέψη στην Ελλάδα δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθούν και τα τρίτροχα οχήματα με δύο τροχούς πίσω που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με μεγάλα κιβώτια αποθήκευσης πίσω για μεταφορές προϊόντων.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγχρονη μοτοσικλέτα αποτελείται από τον σκελετό, τον κινητήρα και τους τροχούς. Ο σκελετός κατασκευάζεται συνήθως από σωλήνα από χάλυβα. Ο κινητήρας στηρίζεται σε χαμηλό σημείο για την αύξηση της ευστάθειας και είναι τετράχρονος ή δίχρονος. Ο αριθμός των κυλίνδρων ξεκινά από έναν και φτάνει μέχρι τους έξι.

Ειδικότερα στους κινητήρες με δύο και άνω κυλίνδρους, η διάταξη μπορεί να είναι:

  • σειριακή
  • V κατά τον διαμήκη άξονα ή V εγκάρσια
  • boxer (αντικριστοί).

Στις μοτοσικλέτες μαζικής παραγωγής η ισχύς των κινητήρων ξεκινά από έναν ίππο και φτάνει τους 200 ίππους. Ο κυβισμός ξεκινά από τα 50 κ.εκ. και φτάνει τα 2.300 κ.εκ.. Το καύσιμο υλικό κατέρχεται στον εξατμιστήρα από δοχείο (ρεζερβουάρ) που βρίσκεται πάνω από τον κινητήρα. Η εξάτμιση και η ανάμιξη του καυσίμου με τον αέρα γίνεται στο καρμπιρατέρ ή με σύστημα ψεκασμού. Υπάρχουν αερόψυκτοι, αεροελαιόψυκτοι και υδρόψυκτοι κινητήρες. Τέλος, οι τροχοί είναι δύο, σήμερα όμως, υπάρχουν και τρίτροχες υλοποιήσεις με δύο τροχούς πίσω ή σπανίως με δύο τροχούς εμπρός.

Είδη μοτοσικλετών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίτροχα κυρίως για αστική χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μοτοποδήλατα. Είδος που τείνει να καταργηθεί, με κυβισμό που κατά κανόνα είναι στα 50 cc. O κινητήρας είναι δίχρονος και η μετάδοση είναι με αλυσίδα. Η χρήση του είναι αποκλειστικά για μικρές διαδρομές στην πόλη. Τα μοτοποδήλατα έχουν και πετάλια παρόμοια με του ποδηλάτου για υποβοήθηση της ισχύος.
  • «Παπιά». Είδος που «ξεκίνησε» από το ιστορικό Honda C-50 τη δεκαετία του 1950, με κυριότερα χαρακτηριστικά: κυβισμός 50 cc, ημιαυτόματο κιβώτιο τεσσάρων σχέσεων (αρχικά τριών), τετράχρονος αερόψυκτος μονοκύλινδρος κινητήρας, ποδιά, ελεύθερος (κενός) χώρος έμπροσθεν της σέλας, ρεζερβουάρ κάτω από τη σέλα και χρήση αποκλειστικά σε αστικές μετακινήσεις.
Σήμερα πλέον κατασκευάζουν «παπιά» πολλές εταιρείες από την Ιαπωνία και άλλες χώρες της ανατολικής Ασίας με κυβισμό που φτάνει τα 150 cc, δισκόφρενα στον εμπρόσθιο και πίσω τροχό, καταλύτη και αναρτήσεις από μεγαλύτερα δίκυκλα. Κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί δίχρονα «παπιά» (Yamaha) και με συμπλέκτη (Yamaha Z). Επίσης τα «παπιά» είναι το είδος στο οποίο γίνονται οι περισσότερες μετατροπές από χομπίστες σε αύξηση κυβισμού, εξατμίσεις και πολλά άλλα. Παρόλο που έγραψαν ιστορία, ως τα απόλυτα μεταφορικά μέσα για την πόλη, δίνουν σιγά-σιγά την θέση τους στα σκούτερ.
  • Σκούτερ (scooter). Η πλέον ανερχόμενη κατηγορία δικύκλων με τα εξής κύρια χαρακτηριστικά: κινητήρας στο κέντρο κάτω από τη σέλα ή παλιότερα στο πίσω μέρος δίπλα από τον τροχό (Piaggio, Vespa), χρήση κυρίως σε αστικές μετακινήσεις, αυτόματο κιβώτιο, «ποδιά» μπροστά, ελεύθερος (κενός) χώρος ανάμεσα στη σέλα και τον εμπρόσθιο τροχό, τροχοί μικρότεροι των μοτοσικλετών και διάθεση αρκετών αποθηκευτικών χώρων. Ο κινητήρας είναι μονοκύλινδρος και δίχρονος στους μικρούς κυβισμούς (50 cc έως 100 cc) και τετράχρονος όταν είναι πάνω από 150 cc. Υπάρχουν βέβαια και υλοποιήσεις με κυβισμό στα 850 cc (Gilera), όπως επίσης και με δύο κυλίνδρους. Επίσης, υπάρχουν και σκούτερ με ημιαυτόματα κιβώτια και με μεγάλους τροχούς.

Η ευκολία χρήσης, το χαμηλό κέντρο βάρους, το χαμηλό ύψος της σέλας και η σχετική προστασία από τα καιρικά φαινόμενα, κατέστησαν τα σκούτερ δημοφιλέστατα σε όλες τις κατηγορίες αναβατών.

Δίτροχα για όλες τις χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται οι μοτοσικλέτες με τα κάτωθι χαρακτηριστικά: Κυβισμός από 125 cc έως 1.000 cc, μηχανικό κιβώτιο ταχυτήτων με 4 έως 7 ταχύτητες και συμπλέκτη, μετάδοση κυρίως με αλυσίδα, τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και ρεζερβουάρ μπροστά από τη σέλα, δυνατότητα μεταφοράς δύο ατόμων και χρήση αστική, αναψυχής και ταξιδιού.

Στις εξαιρέσεις περιλαμβάνονται πρόσφατες υλοποιήσεις ή μη, που φέρουν: αυτόματο ή ημιαυτόματο κιβώτιο, μετάδοση με ιμάντα ή άξονα, ρεζερβουάρ κάτω από τη σέλα και συστήματα αναρτήσεων όπως paralever, telelever.

Δίτροχα μεγάλου κυβισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται οι μοτοσικλέτες με κυβισμό άνω των 1.000 cc και χρήση αναψυχής ή / και ταξιδιού. Διακρίνονται σε σούπερ σπορ (super sport) που σχεδιάζονται αποκλειστικά για χρήση αναψυχής και επίτευξη υψηλών επιδόσεων και σπορ τούρινγκ (sport touring) που προορίζονται εν μέρει και για χρήση ταξιδιού (ιδιαίτερα για μοτοτουρισμό). Αναπτύσσουν επιτάχυνση και μέση ωριαία ταχύτητα πολύ ανώτερες από αυτές των αυτοκινήτων.