Καταναλωτισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο καταναλωτισμός είναι όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την τάση της εξίσωσης της προσωπικής ευτυχίας με την απόκτηση υλικών αγαθών και την κατανάλωση. Συχνά συνδέεται με την κριτική έναντι στη κατανάλωση, την οποία εξέφρασαν πρώτοι οι Καρλ Μαρξ και Θόρνσταϊν Βέμπλεν. Χρονολογείται από τους πρώτους ανθρώπινους πολιτισμούς.

Στα οικονομικά, ο καταναλωτισμός μπορεί επίσης να αναφέρεται στις οικονομικές πολιτικές που δίνουν έμφαση στην κατανάλωση και την πεποίθηση ότι η ελεύθερη επιλογή των καταναλωτών πρέπει να υπαγορεύει την οικονομική δομή μιας κοινωνίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που ο καταναλωτισμός συνήθως συνδέεται με τον καπιταλισμό και τον Δυτικό κόσμο, εντούτοις είναι πολυπολιτισμικός και μη γεωγραφικός, όπως φαίνεται σήμερα π.χ. στο Τόκιο, τη Σινγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊπέι, το Τελ Αβίβ και το Ντουμπάι. Ο καταναλωτισμός με την έννοια της αγοράς και κατανάλωσης υλικών αγαθών πέρα από τις βασικές ανάγκες είναι όσο παλιός είναι και οι παλαιότεροι πολιτισμοί (πχ. Αρχαία Αίγυπτος, Βαβυλώνα και Αρχαία Ρώμη). Από τότε που έκανε την εμφάνισή του ο καταναλωτισμός, πολλοί άνθρωποι και ομάδες αναζήτησαν συνειδητά εναλλακτικούς τρόπους μέσω μιας πιο απλής ζωής.

Αν και ο καταναλωτισμός δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, επεκτάθηκε ευρέως τον 20ό αιώνα και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, υπό την επίδραση του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καταναλωτισμός, με την έννοια της κατανάλωσης αγαθών πέρα από τις βασικές ανάγκες, συνήθως δεν συνδέεται με τους λεγόμενους "πρωτόγονους" λαούς.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε κριτικό πλαίσιο, ο καταναλωτισμός αναφέρεται στην τάση των ανθρώπων να ταυτίζονται έντονα με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καταναλώνουν, ιδίως με προϊόντα που είναι γνωστές μάρκες και εμφανή σύμβολα κοινωνικού στάτους, π.χ. ένα ακριβό αυτοκίνητο, ακριβά κοσμήματα. Μια κοινωνία όπου έχει διεισδύσει καλά ο καταναλωτισμός ονομάζεται καταναλωτική κοινωνία. Οι παρορμητικοί αγοραστές που δεν μπορούν να αντισταθούν στο ξόδεμα χρημάτων είναι ωνιομανείς.

Επικριτές του καταναλωτισμού υποστηρίζουν ότι οι πολλές πολυτέλειες και τα αχρείαστα καταναλωτικά αγαθά είναι κοινωνικά σύμβολα που επιτρέπουν στους ανθρώπους να αναγνωρίζουν άτομα παρόμοιας νοοτροπίας μέσω της κατανάλωσης και επίδειξης σχετικών προϊόντων. Μερικοί πιστεύουν ότι οι σχέσεις με ένα προϊόν ή μια μάρκα είναι υποκατάστατα των υγιών ανθρώπινων σχέσεων που απουσιάζουν από τη δυσλειτουργική σύγχρονη κοινωνία και ότι μαζί με τον ίδιο τον καταναλωτισμό αποτελούν μέρος της γενικής διαδικασίας κοινωνικού ελέγχου και πολιτισμικής ηγεμονίας στη σύγχρονη κοινωνία.

Η φιλοσοφία του "ξεπερνώντας τον καταναλωτισμό" επικεντρώνεται στην ενεργό αντίσταση στον καταναλωτισμό. Χρησιμοποιείται από πολλά πανεπιστήμια ως όρος για ύλη του μαθήματος και ως εισαγωγή στη μελέτη της εμπορικής εκμετάλλευσης (marketing) με μία μη παραδοσιακή προσέγγιση. Ο κωμικός Μπιλ Χικς και ο σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι ήταν μεγάλοι πολέμιοι του καταναλωτισμού.

Ένας άλλος επικριτικός όρος είναι η θρησκεία του καταναλωτισμού, ο οποίος μπορεί να υποδηλώνει ότι ο καταναλωτισμός βασίζεται σε μια παράλογη πεποίθηση και όχι στη λογική, ή να φέρνει τον συνειρμό της θρησκευτικής έννοιας της ειδωλολατρίας.

Σημαντική συνεισφορά στην κριτική ενάντια στον καταναλωτισμό έχει κάνει ο Γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ Στιγκλέ, αλλά πολύ μικρό μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες. Ο Στιγκλέ υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός σήμερα κυβερνάται όχι από την παραγωγή, αλλά από την κατανάλωση, και ότι οι διαφημιστικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της καταναλωτικής συμπεριφοράς οδηγούν στην καταστροφή της ψυχικής και συλλογικής ατομοποίησης. Η εκτροπή της σεξουαλικής ενέργειας προς την κατανάλωση καταναλωτικών αγαθών, υποστηρίζει, έχει ως αποτέλεσμα τον εθιστικό κύκλο της κατανάλωσης, ο οποίος οδηγεί σε υπερκατανάλωση, την εξάντληση του πόθου, και την κυριαρχία της συμβολικής μιζέριας. Ταυτόχρονα. όμως, δεν πιστεύει ότι η απλή αντιπαράθεση με τον καπιταλισμό αποτελεί βιώσιμη στρατηγική.

Αντεπιχειρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που δεν υπάρχει συγκεκριμένο κίνημα διανοουμένων που να υποστηρίζει και να προωθεί τον καταναλωτισμό, εντούτοις τα τελευταία χρόνια υπάρχει κάποια έντονη κριτική στο αντικαταναλωτικό κίνημα. Η περισσότερη από αυτή προέρχεται από τη φιλελεύθερη σχολή. Για παράδειγμα, το περιοδικό Reason το 1999 επιτέθηκε στο αντικαταναλωτικό κίνημα, υποστηρίζοντας ότι μαρξιστές ακαδημαϊκοί παρουσιάζονται πλέον ως αντικαταναλωτιστές. Ο Τζέιμς Τουίτσελ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα και δημοφιλής συγγραφέας, αναφέρθηκε στα επιχειρήματα του αντικαταναλωτισμού ως "λάιτ μαρξισμός".

Η φιλελεύθερη επίθεση στο αντικαταναλωτικό κίνημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη ότι πρόκειται για ελιτισμό. Συγκεκριμένα, οι φιλελεύθεροι θεωρούν ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει για άλλους ποια αγαθά είναι απαραίτητα στη ζωή και ποια όχι, ή ότι οι πολυτέλειες είναι οπωσδήποτε σπατάλη, και έτσι υποστηρίζουν ότι ο αντικαταναλωτισμός είναι πρόδρομος της ελεγχόμενης οικονομίας ή της απολυταρχικής κοινωνίας. Ο Τουίτσελ, στο βιβλίο του Living It Up, επισημαίνει με σαρκασμό ότι το λογικό αποτέλεσμα του αντικαταναλωτικού κινήματος θα ήταν η επιστροφή σε πρωτόγονες (με τα σημερινά δεδομένα) νομοθεσίες που ίσχυαν στην Αρχαία Ρώμη ή κατά τον Μεσαίωνα.

Αντίθετα, πολλοί αντικαταναλωτιστές πιστεύουν ότι μια σύγχρονη κοινωνία καταναλωτών δημιουργείται από την εκτεταμένη διαφήμιση και την επίδραση των ΜΜΕ, και όχι από τις φυσικές ιδέες των ανθρώπων για το τι χρειάζονται. Με άλλα λόγια, οι αντικαταναλωτιστές τείνουν να πιστεύουν ότι ο καταναλωτισμός είναι ένα τεχνητό δημιούργημα το οποίο συντηρείται από τεχνητές κοινωνικές πιέσεις, ενώ οι φιλελεύθεροι τείνουν να πιστεύουν ότι ο καταναλωτισμός είναι φυσικός και ότι ο μόνος τρόπος να εξαλειφθεί είναι με τεχνητές κοινωνικές πιέσεις.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα αγγλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θόρνσταϊν Βέμπλεν (1899): The Theory of the Leisure Class: an economic study of institutions, Dover Publications, Mineola, N.Y., 1994, ISBN 0-486-28062-4. (ηλεκτρονικά: Project Gutenberg e-text)
  • Dan Nissanoff (2006). FutureShop: How the New Auction Culture Will Revolutionize the Way We Buy, Sell and Get the Things We Really Want. Penguin. ISBN 1-59420-077-7.  (246 σελ.)
  • Jan Whitaker (2006): Service and Style: How the American Department Store Fashioned the Middle Class, St. Martin's Press, N.Y., ISBN 0-312-32635-1. (352 σελ.)
  • Adam Curtis, The Century of the Self, σειρά ντοκιμαντέρ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλοι σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]