Κάρολος Σφόρτσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κάρολος Σφόρτσα ή Κόμης Σφόρτσα (1872-1952) ήταν Ιταλός διπλωμάτης και πολιτικός. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη Νομική εισήλθε στο διπλωματικό χώρο και στην αρχή υπηρέτησε ως γραμματέας πρεσβείας στο Λονδίνο και αργότερα στο Πεκίνο. Το 1916 διορίσθηκε πρέσβης παρά τη σερβική Βασιλική Αυλή. Το δε 1918 ανέλαβε ύπατος αρμοστής της Ιταλίας στη Κωνσταντινούπολη. Ένα χρόνο μετά, το 1919 διορίσθηκε γερουσιαστής και με τον τίτλο Κόμης Σφόρτσα αντιπροσώπευσε την πατρίδα του στη Διάσκεψη του Σπα. Αμέσως μετά με την επιστροφή του στην Ιταλία τον ίδιο μήνα (Ιούλιο 1920) ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών της Ιταλίας. Υπήρξε ο πρωτεργάτης της Συνθήκης του Ραπάλλο (1920). Το 1922 αποσύρθηκε της πολιτικής αντιτιθέμενος στο Φασιστικό καθεστώς από το οποίο και τελικά εξορίστηκε. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Σφόρτσα επανήλθε από τις ΗΠΑ στην Ιταλία και διορίσθηκε, από τον πρωθυπουργό Ντε Γκάσπαρι, υπουργός των Εξωτερικών «άνευ χαρτοφυλακίου», όπου και του ανατέθηκε η παρακολούθηση των θεμάτων (ζητημάτων) περί της Ευρωπαϊκής Ένωσης της οποίας υπήρξε θιασώτης.

Ο Σφόρτσα κατ΄ επανάληψη είχε επιδείξει ιδιαίτερη ανθελληνική στάση κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. Υπήρξε από τους πλέον θερμότερους υποκινητές του εθνικιστικού κινήματος του Κεμάλ Ατατούρκ, είναι αυτός που εξελίχθηκε πολέμιος κατά της Ελλάδος στη Συνθήκη των Σεβρών και τελικά κατήγγειλε το Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι, ειδικά στη παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα. Αξιώθηκε όμως στο τέλος της ζωής του, 25 χρόνια μετά, να δει να πραγματοποιείται αυτό όταν συρόμενη η Χώρα του κλήθηκε, ως ηττημένη, να αποδώσει και πολεμικές ακόμη αποζημιώσεις στην Ελλάδα.