Επιχείρηση Wikinger

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το αντιτορπιλικό Leberecht Maass (1937)

Υπό την ονομασία Επιχείρηση Wikinger (γερμ. Unternehmen Wikinger = Επιχείρηση Βίκινγκ) φέρεται η έξοδος που πραγματοποίησε στολίσκος αντιτορπιλικών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine) της Ναζιστικής Γερμανίας στην περιοχή "Ντόγγερ Μπανκ" (Dogger Bank) της Βόρειας Θάλασσας τον Φεβρουάριο του 1940[1]. Η επιχείρηση κατέληξε σε πραγματικό φιάσκο, χωρίς καν να εμπλακούν σε αυτήν αντίπαλες δυνάμεις.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από την μεταξύ τους κήρυξη πολέμου (αμέσως μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία - 1939, η Γερμανία και η Βρετανία δεν επιδόθηκαν άμεσα σε χερσαίες εχθροπραξίες (καθώς άλλωστε δεν συνορεύουν). Στην θάλασσα, όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Και οι δύο χώρες φρόντισαν να προστατεύσουν τις ακτές τους και τις περιοχές ενδιαφέροντος από τακτικής άποψης τόσο με σκάφη όσο και με ναρκοπέδια. Από αναγνωρίσεις που έγιναν από την Λουφτβάφε στην θαλάσσια περιοχή "Ντόγγερ Μπανκ"[2] επισημάνθηκαν ύποπτες δραστηριότητες βρετανικών αλιευτικών και η παρουσία υποβρυχίων. Από την άλλη, οι Γερμανοί έχοντας πενιχρό στόλο επιφανείας σε σχέση με τον βρετανικό, αποφάσισαν ότι η αιχμαλωσία βρετανικών αλιευτικών, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βοηθητικά σκάφη, θα απέβαινε χρήσιμη. Επιπλέον, θα υποχρέωναν τους Βρετανούς να απασχολήσουν πολεμικά σκάφη προκειμένου να προστατεύσουν τον αλιευτικό τους στόλο.[3]

Την περίοδο εκείνη τα μικρά σκάφη επιφανείας, όπως τα αντιτορπιλικά, χρησιμοποιήθηκαν από τους Γερμανούς για την πόντιση ναρκών σε "επιθετικά" ναρκοπέδια, δηλαδή στις κύριες περιοχές διέλευσης των βρετανικών σκαφών, κυρίως κοντά στις βρετανικές ακτές. Οι Βρετανοί δεν υποπτεύθηκαν ότι τα γερμανικά σκάφη θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιο σκοπό, αντίθετα πίστευαν ότι ποντίζονταν από υποβρύχια ή αεροσκάφη. Έντεκα παρόμοιες αποστολές εκτελέστηκαν κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 1939 και Φεβρουαρίου 1940. Οι νάρκες αυτές βύθισαν 76 συμμαχικά σκάφη. Λόγω των αραιών εξόδων τους, οι Βρετανοί δεν επισήμαναν ποτέ τα αντιτορπιλικά ως εχθρικά σκάφη, έμεναν με την εντύπωση ότι επρόκειτο για σκάφη του δικού τους στόλου.[4]

Η επιχείρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας παρατηρήσει, ύστερα από αεροπορικές αναγνωρίσεις, κινήσεις βρετανικών αλιευτικών και υποβρυχίων στο αλιευτικό πεδίο Dogger Bank, οι Γερμανοί αποφάσισαν να στείλουν στην περιοχή τον 1ο Στόλο αντιτορπιλικών, που τον αποτελούσαν τα σκάφη Z16-Friedrich Eckoldt (ναυαρχίδα του Στόλου), Z4-Richard Beitzen, Z13-Erich Koellner, Z6-Theodor Riedel, Z3-Max Schultz και Z1-Leberecht Maass. Το ναυτικό ζητούσε εξ αρχής να οργανώσει το δικό του σώμα αεροπορικής υποστήριξης ("Marineflieger"), ο Χίτλερ όμως υπέκυψε στην άρνηση του επικεφαλής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ ("κάθε τι που πετά μου ανήκει")[5] Οι Γερμανοί από την συγκέντρωση αυτών των σκαφών στην περιοχή δυτικά του αμυντικού τους ναρκοπεδίου, αποκόμισαν την εντύπωση ότι οι Βρετανοί προετοίμαζαν κάποια αποστολή. Την εντύπωση αυτή ενίσχυσε το γεγονός ότι κάποια αναγνωριστικά αεροσκάφη ανέφεραν ότι τα αλιευτικά έρχονταν σε επαφή με υποβρύχια.[4] Σταθμίζοντας όλα αυτά τα δεδομένα, αποφασίστηκε η "επιχείρηση Wikinger" κατά των σκαφών αυτών, ώστε να ματαιωθεί οποιαδήποτε σχεδιαζόμενη αποστολή.

Ο στόλος των αντιτορπιλικών απέπλευσε στις 22 Φεβρουαρίου 1940. Δεν είχε, βέβαια, αποσαφηνιστεί πλήρως ο ρόλος των αλιευτικών, αν και πολλοί στο Γερμανικό Ναυτικό πίστευαν πως ήταν μεταμφιεσμένα σκάφη και όχι απλά αλιευτικά. Η επιχείρηση, σε αντίθεση με τις ως τότε πραγματοποιηθείσες, ξεκίνησε νύκτα με σελήνη, ήρεμη θάλασσα και ανέφελο ουρανό. Η Λουφτβάφε είχε εντολή να υποστηρίξει την έξοδο των αντιτορπιλικών και να τα παρακολουθήσει, επεμβαίνοντας αν χρειαζόταν, επί μία ή δύο ημέρες. Λόγω της ασυνεννοησίας που επικρατούσε ανάμεσα σε Ναυτικό και Αεροπορία, τίποτε από αυτά δεν έγινε.

Το 10ο Ιπτάμενο Σώμα της Λουφτβάφε αποφάσισε να αποστείλει εναντίον σκαφών επιφανείας, στις 21 Φεβρουαρίου, δύο σμήνη μέσων βομβαρδιστικών τύπου Χένκελ - 111 στην περιοχή που οριζόταν από τις Ορκάδες νήσους και τις εκβολές του Τάμεση. Αποστολή τους ήταν να βυθίσουν όποιο σκάφος συναντούσαν, όχι όμως εκτός της καθορισμένης περιοχής.

Οι σχέσεις μεταξύ Ναυτικού και Αεροπορίας δεν ήταν ποτέ αρμονικές, κύρια λόγω της υπεροψίας με την οποία ο Γκέρινγκ αντιμετώπιζε τα εκτός Αεροπορίας Όπλα. Έτσι, η ανταλλαγή πληροφοριών και σχεδίων ήταν, επιεικώς, προβληματική. Ο Γκέρινγκ είχε, μάλιστα, αρνηθεί να θέσει υπό την διοίκηση του Ναυτικού τα ελάχιστα σκάφη που διέθετε για τις επιχειρήσεις υποστήριξης των σκαφών επιφανείας[4] (αργότερα αρνήθηκε και πάλι παρόμοια αίτηση του Ντένιτς για συνδυασμένες επιθέσεις υποβρυχίων και αεροσκαφών κατά νηοπομπών). Η αποστολή των αεροσκαφών δεν ήταν γνωστή στα αντιτορπιλικά (αν και είχε γνωστοποιηθεί στο Ναυτικό)[6], ενώ οι πιλότοι των Χένκελ αγνοούσαν ότι περίπου στην ίδια περιοχή είχαν αποσταλεί γερμανικά αντιτορπιλικά.

Το αντιτορπιλικό Max Schulz

Στις 7 το βράδυ τα έξι γερμανικά σκάφη μπήκαν στο δίαυλο "Weg I" που διέσχιζε το αμυντικό ναρκοπέδιο που προστάτευε τις δυτικές γερμανικές ακτές, αποτελώντας τμήμα του αποκαλούμενου "Westwall" (= δυτικού τείχους), διασχίζοντάς τον με ταχύτητα 25 κόμβων. Υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν, άφηναν πίσω τους ένα ευδιάκριτο αυλάκι. Στις 7:13 οι παρατηρητές του σκάφους που βρισκόταν επικεφαλής (επρόκειτο για το Friedrich Eckoldt) άκουσαν, πάνω από τον θόρυβο των μηχανών του σκάφους τους, ήχο από αεροσκάφος. Ήταν τόσο ευδιάκριτος, ώστε κατάφεραν, χωρίς να έχουν οπτική επαφή, να αντιληφθούν ότι επρόκειτο για δικινητήριο. Λίγο αργότερα κατάφεραν να το εντοπίσουν να ίπταται σε ύψος 500 - 800 μ. Το αεροσκάφος πέρασε επάνω από τον σχηματισμό των αντιτορπιλικών χωρίς να κάνει τίποτε, αλλά και χωρίς να κάνει σινιάλο για τα διακριτικά αναγνώρισής του. Έκανε μεταβολή, πέρασε για μια ακόμη φορά πάνω από τα σκάφη και χάθηκε στη νύχτα. Οκτώ λεπτά αργότερα επέστρεψε, προκαλώντας από πλευράς διοικητή του στόλου τη διαταγή ελάττωσης της ταχύτητας σε 17 κόμβους, προκειμένου να μειωθεί η ορατότητα της αύλακας που άφηναν πίσω τους τα σκάφη. Καθώς δεν είχε δείξει τα διακριτικά του, θεωρήθηκε εχθρικό αεροσκάφος από τα πληρώματα των αντιτορπιλικών - θα μπορούσε να είναι βρετανικό αναγνωριστικό, που ενδεχόταν να οδηγήσει στολίσκο βρετανικών βομβαρδιστικών κατά των γερμανικών αντιτορπιλικών. Το δεύτερο σκάφος της γραμμής (ήταν το Richard Beitzen έριξε μερικές προειδοποιητικές βολές κατά του αεροσκάφους και το ακολούθησε και το τρίτο (ήταν το Erich Koellner). Το αεροσκάφος ανταπέδωσε τα πυρά με τα πολυβόλα του και αμέσως μετά το τελευταίο σκάφος (το Max Schulz) ενημερώνει τα υπόλοιπα ότι οι ανιχνευτές του διέκριναν τον γερμανικό σταυρό στο αεροσκάφος. Δεν έγινε πιστευτή η αναφορά του, καθώς το αεροσκάφος συμπεριφερόταν σαφώς ως εχθρικό. Τα πληρώματα τέθηκαν σε συναγερμό καθώς το αεροσκάφος εξαφανίστηκε για μια ακόμη φορά.

Στις 7:43 το Max Schulz στέλνει ένα ακόμη σήμα: "Το αεροσκάφος επιστρέφει, βγαίνει από το σύννεφο που βρίσκεται εμπρός από την Σελήνη". Ένα λεπτό αργότερα το αεροσκάφος αφήνει τρεις βόμβες, μία από τις οποίες κτυπά το Leberecht Maass ανάμεσα στην πλώρη και την πρόσθια καπνοδόχο. Το σκάφος γέρνει, αποσύρεται από τον σχηματισμό και αποστέλλει το σήμα "κτυπηθήκαμε, χρειαζόμαστε βοήθεια". Τα άλλα σκάφη ανακρούουν πλώρη για να πλησιάσουν το κτυπημένο σκάφος, η εντολή όμως από τη ναυαρχίδα είναι να συνεχίσουν την πορεία τους. Η ναυαρχίδα πλησιάζει το Leberecht Maass έχοντας ετοιμάσει κάθε μέσο παροχής βοήθειας στο σκάφος, από το οποίο δεν αναδύονται καπνοί ούτε υπάρχει σημάδι για πυρκαϊά. Ξαφνικά τα πυροβόλα του Leberecht Maass αρχίζουν να βάλουν, αν και κανείς δεν βλέπει ή ακούει κάτι. Μερικές στιγμές αργότερα, μια βόμβα σηκώνει τεράστιο πίδακα νερού και μια δεύτερη βρίσκει το σκάφος στη δεύτερη καπνοδόχο. Όταν διαλύεται ο καπνός της έκρηξης τα πληρώματα των άλλων σκαφών διαπιστώνουν ότι το Leberecht Maass έχει κοπεί στα δύο. Η ναυαρχίδα στέλνει το σήμα "Το Leberecht Maass βυθίζεται, αποστείλατε σωσίβιες λέμβους".[4] Μη έχοντας ακούσει ή δει τίποτε να επιτίθεται κατά του βυθιζόμενου σκάφους, από τα υπόλοιπα συμπεραίνεται ότι η επίθεση έγινε όχι με βόμβες αλλά με τορπίλες από κάποιο υποβρύχιο που πλέει τόσο αργά ώστε δεν το συλλαμβάνουν τα υδρόφωνα. Από το Theodor Riedel αφήνονται βόμβες βυθού, το σκάφος όμως πλέει τόσο αργά που οι βόμβες προκαλούν ζημιές στην καρένα και το πηδάλιό του. Λίγες στιγμές αργότερα, το Max Schulz ανατινάσσεται από μια ακόμη μεγάλη έκρηξη. Τα υπόλοιπα τρία σκάφη έχουν κατεβάσει σωσίβιες λέμβους, όταν παίρνουν σήμα να απομακρυνθούν με όλη τους την ταχύτητα, καθώς υπάρχει η εντύπωση ότι θεάθηκε και δεύτερο υποβρύχιο. Η σωσίβια λέμβος του Erich Koellner είναι ακόμη προσδεδεμένη στο σκάφος και κατά την αποχώρηση παρασύρεται και βυθίζεται μαζί με την ομάδα διάσωσης, από την οποία δεν σώθηκε κανείς. Από το Max Schulz επίσης δεν διασώθηκε κανείς, καθώς οι άνδρες δεν μπορούσαν να επιζήσουν επί εικοσιπέντε λεπτά σε τόσο παγωμένο νερό, όσο δηλαδή χρειάστηκαν τα υπόλοιπα σκάφη για να ερευνήσουν για το (υποτιθέμενο) υποβρύχιο και να επιστρέψουν. Συνολικά, οι απώλειες ανήλθαν σε δύο σκάφη και 578 άνδρες.[6]

Εν τω μεταξύ η Λουφτβάφε ανέφερε ότι είχε βομβαρδίσει ένα μοναχικό σκάφος, κάπου 50 χιλιόμετρα μακρύτερα από το σημείο της τραγωδίας και ζητούσε από το Ναυτικό να παρέξει συνοδεία, αφού δεν γνώριζαν για την ύπαρξη γερμανικών σκαφών στην περιοχή. Ναυτικό και Αεροπορία χρειάστηκαν σχετικά μεγάλο διάστημα για να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς είχε συμβεί.

Μετά τον Πόλεμο έγινε γνωστό ότι οι Βρετανοί είχαν όντως ναρκοθετήσει μια περιοχή κοντά στον τόπο της τραγωδίας, δεν έγινε όμως ποτέ γνωστό αν το Max Schulz βυθίστηκε από αποκολλημένη βρετανική ή γερμανική νάρκη.

Η έκβαση αυτής της επιχείρησης ήταν η πιο περίεργη που διαδραματίστηκε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: Δύο αντιτορπιλικά και 578 νεκροί ναυτικοί χωρίς να υπάρξει καν εμπλοκή με τον εχθρό. Το Leberecht Maass βυθίστηκε από τις βόμβες του φίλιου αεροσκάφους, το Max Schulz από νάρκη. Επέμβαση εχθρικού υποβρυχίου δεν υπήρξε ποτέ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Christopher Chant, The encyclopedia of codenames of World War II, Routledge, 1986, σελ. 334. Εκεί αναφέρεται εσφαλμένα η χρονολογία διεξαγωγής της επιχείρησης ως "1942" αντί του ορθού 1940.
  2. Πρόκειται για μεγάλη λεκάνη της Βόρειας Θάλασσας, παγετωνικής προέλευσης, που δημιουργήθηκε πιθανόν την Πλειστόκαινη εποχή και είναι σχετικά αβαθής και προσαμμωμένη. Αποτελεί σημαντικό αλιευτικό πεδίο, όπου αλιεύονται κυρίως βακαλάοι και ρέγγες
  3. Flixco Naval History: 1940 Feb 22 German Attack Wikinger North Sea
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 German Kriegsmarine Encyclopedia: Michael Emmerich, Unternehmen Wikinger
  5. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα 1964, τ. Α'
  6. 6,0 6,1 World War II Today: German Naval Disaster: Operation Wikinger goes wrong