Επιχείρηση Μπέρνχαρντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Επιχείρηση Μπέρνχαρντ (γερμ. Unternehmen "Bernhard", αγγλ. Operation Bernhard) ήταν το κωδικό όνομα ενός σχεδίου των Ναζί, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από το Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA) και την SS με στόχο την αποσταθεροποίηση της βρετανικής οικονομίας. Οι Ναζί σχεδίαζαν την αποσταθεροποίηση αυτή με το να "πλημμυρίσουν" την παγκόσμια αγορά με πλαστά χαρτονομίσματα των 5, 10, 20 και 50 λιρών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιχείρηση παραχάραξης που έχει καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία.

Το σχέδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκτέλεση του αρχικού σχεδίου ανατέθηκε στον Αντισυνταγματάρχη (Sturmbannführer) της SS Μπέρνχαρντ Κρύγκερ (Friederich Walter Bernhard Krüger). Ο Κρύγκερ συγκρότησε για το σκοπό αυτό μια μεγάλη ομάδα παραχαρακτών, αποτελούμενη από 142 άτομα, τα οποία αρχικά στρατολόγησε ανάμεσα στους κρατούμενους του Στρατοπέδου συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν και αργότερα και από άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κυρίως αυτό του Άουσβιτς. Η επιχείρηση είχε δύο σκέλη: Την κατασκευή και τη διανομή των χαρτονομισμάτων. Η κατασκευή έπρεπε να αντιμετωπίσει τρία βασικά προβλήματα:

  • Κατασκευή χαρτιού ακριβώς όμοιου με αυτό που χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί
  • Κατασκευή πλακών εκτύπωσης όμοιων με τις πρωτότυπες
  • Εύρεση και χρήση του κωδικού με βάση τον οποίο γινόταν η αρίθμηση των χαρτονομισμάτων

Το πρόβλημα του χαρτιού λύθηκε όταν βρέθηκε ότι αυτό κατασκευαζόταν από λινά κουρέλια (κυρίως βρετανικών στολών), από λινάρι που είχε παραχθεί στην Τουρκία. Τα αρχικά πειράματα έδειξαν ότι αν και το υλικό που χρησιμοποίησαν οι πλαστογράφοι ήταν το ίδιο, το αποτέλεσμα εμφάνιζε διαφορές. Τελικά διαπιστώθηκε ότι τα κουρέλια που χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί δεν είχαν πρώτα πλυθεί, αλλά ήσαν βρώμικα. Έτσι και η ομάδα Μπέρνχαρντ έστελνε τα κουρέλια σε εργοστάσια για να λερωθούν πριν τα χρησιμοποιήσει. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή χαρτιού ακριβώς όμοιου με το βρετανικό.

Οι ειδικοί χαράκτες της ομάδας εργάστηκαν επί επτά μήνες ώσπου να καταφέρουν να κατασκευάσουν πλάκες εκτύπωσης που δεν ξεχώριζαν από τις πραγματικές ακόμη και σε μεγέθυνση στο εικοσαπλάσιο. Βέβαια, υπήρχαν αρκετές διαφορές, οι οποίες, ωστόσο, δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν χωρίς ιδιαίτερα προσεκτική εξέταση. Ένα ακόμη πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε κατά την εκτύπωση ήταν η γήρανση των χαρτονομισμάτων: Ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης που αναφερόταν σε καθένα, το μελάνι διαπότιζε το χαρτί δημιουργώντας ένα "θάμπωμα" στο περίγραμμα των σχημάτων. Όσο παλαιότερο το χαρτονόμισμα, τόσο μεγαλύτερο αυτό το θάμπωμα. Τα νομίσματα που τυπώνονταν, όμως, το 1942, δεν ήταν δυνατό να εμφανίσουν αυτό το χαρακτηριστικό. Και αυτό το πρόβλημα λύθηκε με τη χρήση ειδικών πρόσθετων στα μελάνια.

Το τρίτο πρόβλημα ήταν η αρίθμηση των χαρτονομισμάτων. Η Τράπεζα της Αγγλίας αριθμούσε τις σειρές και τα χαρτονομίσματα κάθε σειράς με βάση ένα κωδικό. Αν τα παραχαραγμένα είχαν τυχαίους αριθμούς σειράς, θα ήταν πολύ εύκολο να εντοπιστούν. Από το αποτέλεσμα διαφαίνεται ότι και αυτό το πρόβλημα είχε βρει τη λύση του.

Οι πλαστογράφοι του Κρύγκερ τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά, καθώς τα πλαστά χαρτονομίσματα που κατασκευάστηκαν θεωρούνται ίσως τα καλύτερα πλαστά χαρτονομίσματα που έχουν ποτέ κατασκευαστεί και ήταν αδύνατο να τα ξεχωρίσει ακόμη και έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος με μια ματιά: Η πιστοποίηση της πλαστότητας απαιτούσε πολύ προσεκτική εξέταση.

Για να πιστοποιηθεί κατά πόσον τα πλαστά χαρτονομίσματα θα μπορούσαν να ξεγελάσουν ακόμη και ειδικούς, οι Γερμανοί έστειλαν ένα πράκτορά τους στην Ελβετία, μαζί με μερικές δεσμίδες πλαστών και μια επιστολή από τη Γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Deutsche Reichsbank), με την οποία ζητείτο να πιστοποιηθεί η γνησιότητά τους. Οι Ελβετοί αρχικά απάντησαν ότι τα χαρτονομίσματα ήταν χωρίς αμφιβολία γνήσια, αλλά ο Γερμανός πράκτορας ζήτησε περισσότερα πειστήρια: Οι Ελβετοί απέστειλαν στην Τράπεζα της Αγγλίας τους αριθμούς των νομισμάτων και οι Βρετανοί απάντησαν ότι ήταν γνήσια.[1]

Αρχικά, το σχέδιο προέβλεπε τη ρίψη πλαστών χαρτονομισμάτων από γερμανικά αεροσκάφη στο βρετανικό έδαφος, με το σκεπτικό ότι οι Βρετανοί θα συνέλεγαν τα εξ ουρανού χαρτονομίσματα και θα τα κυκλοφορούσαν στην τοπική αγορά τους, με συνέπεια τη δημιουργία ισχυρού πληθωρισμού. Το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε, καθώς η Luftwaffe ισχυρίστηκε ότι δε διέθετε τον απαραίτητο αριθμό αεροσκαφών για την πραγματοποίηση τόσων ρίψεων. Είναι πιθανό ο ισχυρισμός αυτός να αληθεύει, καθώς το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή και άρχισε να παραγάγει πλαστά χαρτονομίσματα το 1942. Αρχικά ο αριθμός των πλαστών χαρτονομισμάτων ήταν σχετικά μικρός, αλλά προς τα τέλη του 1943 τα εργαστήρια του Κρύγκερ παρήγαγαν περίπου ένα εκατομμύριο τεμάχια ανά μήνα. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός χαρτονομισμάτων που παράχθηκαν ήταν ελάχιστα λιγότερα από 9 εκατομμύρια (8.965.080) και η συνολική ονομαστική τους αξία ανερχόταν στο ποσό των 134.610.810 λιρών.[2] Οι Ναζί, ύστερα από αυτό, τροποποίησαν το σχέδιο κυκλοφορίας: Άρχισαν να χρησιμοποιούν τα πλαστά χαρτονομίσματα οι ίδιοι στο διεθνές εμπόριο, πληρώνοντας με αυτά τόσο ορισμένους προμηθευτές όσο και τους πράκτορες και τους κατασκόπους που διέθεταν εκτός Γερμανίας. Ο γνωστότερος από αυτούς ήταν ο Ελιέσα Μπάζνα (Elyesa Bazna), ο οποίος έφερε το κωδικό όνομα "Κικέρων" και πληρώθηκε με πλαστά για τις υπηρεσίες του. Ο Μπάζνα μετά τον Πόλεμο διεξήγαγε δικαστικό αγώνα κατά του γερμανικού κράτους, προκειμένου να λάβει την αμοιβή τους σε γνήσια χαρτονομίσματα., χωρίς επιτυχία.[3] Μεγάλος αριθμός πλαστών χαρτονομισμάτων μεταφέρθηκε σε ένα παλαιό ξενοδοχείο της Άλτο Άντιτζε στην κωμόπολη Μεράν της Ιταλίας, απ' όπου άρχισε το "ξέπλυμά" τους: Από εκεί γίνονταν οι πληρωμές προμήθειας αγαθών και πρακτόρων, ενώ λέγεται ότι η επιχείρηση "απελευθέρωσης" του Μπενίτο Μουσολίνι το 1943 χρηματοδοτήθηκε με τον ίδιο τρόπο - ωστόσο δεν υπάρχουν αποδείξεις για κάτι τέτοιο.

Η ανακάλυψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βρετανοί είχαν πληροφορηθεί την ύπαρξη αυτού του σχεδίου πριν αρχίσει να υλοποιείται, το 1939, από ένα κατάσκοπό τους. Για το λόγο αυτό, από το 1940 και ύστερα κάθε χαρτονόμισμα που διακινείτο μέσω τραπεζών καταγραφόταν σε δερματόδετο καθολικό. Το 1943 ένας πολύ παρατηρητικός υπάλληλος στο υποκατάστημα της βρετανικής τράπεζας στην Ταγγέρη παρατήρησε ότι ένα χαρτονόμισμα από μια δεσμίδα που είχε μπροστά του είχε ήδη καταγραφεί ως πληρωμένο. Όπως ήταν φυσικό, κλήθηκαν οι ειδικοί της Τράπεζας για να το εξετάσουν και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ήταν "το πιο επικίνδυνο προϊόν παραχάραξης που είχαν ποτέ δει". Οι διαφορές ήταν απειροελάχιστες και ο εντοπισμός τους απαιτούσε ιδιαίτερα προσεκτική εξέταση με ειδικό φωτισμό και ισχυρούς μεγενθυτικούς φακούς: Διαφορές εντοπίζονταν στο κάτω χείλος της γυναικείας μορφής ("Britania") που απεικονιζόταν στην άνω αριστερή γωνία του, με το κάτω χείλος της μορφής να μην είναι πλήρες, στο πιο "θαμπό" βλέμμα της, στη χαμηλότερη ευκρίνεια του σταυρού ακριβώς από πάνω της, στο ελλιπές σχήμα των κρίνων γύρω από το στέμμα, ενώ η σκίαση γύρω του δεν ήταν τόσο σκούρα. Διαφορές εμφάνιζαν επίσης και οι μικροί κύκλοι που αποτελούσαν το περίγραμμα της λέξης - ονομαστικής αξίας του χαρτονομίσματος.[4] Ορισμένες διαφορές παρατηρήθηκαν επίσης και στο σύστημα αρίθμησης σε σχέση με τις ημερομηνίες και τις υπογραφές των εκάστοτε θησαυροφυλάκων: Η υπογραφή του K. O. Peppiatt, Αρχιταμία (Chief Cashier)[5] της Τράπεζας εμφανίζεται σε χαρτονόμισμα των 50 λιρών με ημερομηνία 20 Μαρτίου 1930[6], ενώ ο Peppiatt θήτευσε κατά το χρονικό διάστημα 1934 - 1948[7]

Η ομάδα των παραχαρακτών έστρεψε επίσης την προσοχή της και στο αμερικανικό χαρτονόμισμα, κατασκευάζοντας δείγματα χαρτονομίσματος των 100 δολαρίων το Φεβρουάριο του 1945, με την παραγωγή να έχει σχεδιαστεί να αρχίσει την επόμενη ημέρα. Ωστόσο η RSHA διέταξε την αναστολή της επιχείρησης και τη διάλυση του πιεστηρίου.

Λήξη της επιχείρησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άντολφ Μπούργκερ. Παρίσι, 2008

Με την προέλαση των Συμμάχων στη Γερμανία, αποφασίστηκε η εκκένωση του Ζάξενχαουζεν. Η ομάδα των παραχαρακτών μεταφέρθηκε αρχικά στο παράρτημα Redl-Zipf του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Στις αρχές Μαϊου 1945 δίνεται νέα εντολή μεταφοράς, αυτή τη φορά στο Έμπενζεε (Ebensee), με στόχο να θανατωθούν εκεί όλοι μαζί. Ωστόσο, η SS διέθετε ελάχιστα μέσα και μπόρεσε να διαθέσει ένα μόνο φορτηγό, στο οποίο δε χωρούσαν όλοι οι κρατούμενοι. Η μεταφορά απαιτούσε τρία δρομολόγια, ωστόσο το φορτηγό έπαθε σοβαρή βλάβη εκτελώντας το τρίτο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι πλαστογράφοι να διαταχθούν να περπατήσουν ως το Έμπενζεε. Ώσπου όμως να φθάσουν εκεί, οι κρατούμενοι εξεγέρθηκαν και οι πλαστογράφοι βρήκαν την ευκαιρία να αναμιχθούν με τους υπόλοιπους κρατουμένους. Την επόμενη ημέρα (6 Μαΐου 1945), οι αμερικανικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το Έμπενζεε. Ανάμεσα σε αυτούς που κατάφεραν να γλιτώσουν το θάνατο, ήταν ο Άντολφ Μπούργκερ (Adolf Burger), Τσέχος εβραϊκής καταγωγής, ο οποίος βοήθησε να αποκαλυφθούν πολλά σημεία της απόρρητης επιχείρησης Μπέρνχαρντ και αργότερα εξέδωσε τα απομνημονεύματά του (αγγλικός τίτλος του βιβλίου του "The Devil's Workshop"[8]

Ο Μπέρνχαρντ Κρύγκερ συνελήφθη από τους Βρετανούς και κρατήθηκε επί διετία, για να παραδοθεί στους Γάλλους, όπου κρατήθηκε επί ένα ακόμη έτος. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος το 1948, χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες. Ο ίδιος δήλωσε ότι του ζητήθηκε να παραχαράξει έγγραφα, ωστόσο αυτός αρνήθηκε. Αργότερα αντιμετώπισε το γερμανικό δικαστήριο αποναζιστικοποίησης (δεκαετία του '50), όπου αναφέρθηκε, από τους πρώην κρατουμένους του, ότι η ενασχόληση που τους προσέφερε τελικά έσωσε τη ζωή τους[9]. Ο Κρύγκερ αφέθηκε ελεύθερος και προσλήφθηκε από την εταιρεία που κατασκεύαζε το χαρτί των πλαστών χαρτονομισμάτων. Απεβίωσε το 1989.

Με την κατάρρευση του Γ' Ράιχ, μεγάλη ποσότητα παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων κατέληξε στα χέρια εβραϊκών ομάδων, που τα χρησιμοποίησαν για την αγορά εξοπλισμού και την απελευθέρωση εκτοπισμένων και μεταφορά τους στο Ισραήλ. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Χαϊμ Σουρίκ (Chaim Shurik) Πολωνοεβραίος τυπογράφος και μέλος της ομάδας των παραχαρακτών, ο οποίος είχε κρατήσει "ημερολόγιο" της δραστηριότητας παραχάραξης στα εβραϊκά.[10]

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1980 το BBC παρουσίασε μια σειρά με τίτλο "Ο στρατιώτης Σουλτς" (Private Schulz), στην οποία αναπαρίσταται η επιχείρηση Μπέρνχαρντ.

Το 2007, η βραβευμένη με Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας ταινία "Die Fälscher" (Οι παραχαράκτες) του Αυστριακού Στέφαν Ρουτσοβίτσκι (Stefan Ruzowitsky) αφηγείται την ιστορία του Σάλομον Σόροβιτς (Salomon Sorowitsch), χαρακτήρα που βασίζεται στη ζωή τόσο του μέλους της ομάδας Σάλομον Σμολιάνοφ (Salomon Smolianoff) όσο και του Άντολφ Μπούργκερ.

Αναφορά στην επιχείρηση γίνεται, επίσης, στην ταινία 5 Fingers, που έχει ως θέμα τη δράση του κατασκόπου "Κικέρωνα", καθώς και στο μυθιστόρημα του Φρέντερικ Φορσάιθ "Απόρρητος φάκελος Οντέσα" (The Odessa Files).

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]