Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)
Η κεντρική πύλη με τη γνωστή επιγραφή

Το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζάξενχαουζεν (γερμ. Konzentrationslager Sachsenhausen) ήταν ένα από τα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησε η Κυβέρνηση των Εθνικοσοσιαλιστών με αρχικό στόχο τον εγκλεισμό των αντιφρονούντων. Ήταν το "διάδοχο" στρατόπεδο του αντιστοίχου Οράνιενμπουργκ και κατασκευάστηκε κοντά του, γι' αυτό και μερικές φορές αναφέρεται ως "Στρατόπεδο Ζάξενχαουζεν - Οράνιενμπουργκ". Κατέληξαν σε αυτό και Εβραίοι και άτομα από άλλες χώρες (αντιστασιακοί, αντιφρονούντες, αιχμάλωτοι πολέμου): Συνολικά υπολογίζεται ότι από εκεί πέρασαν περίπου 200.000 κρατούμενοι μέχρι την κατάληψή του από τον Κόκκινο Στρατό το Μάιο του 1945. Ύστερα από τον Πόλεμο μετατράπηκε σε ειδικό στρατόπεδο της NKVD μέχρι το 1950.

Ίδρυση, λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στρατόπεδο του Οράνιενμπουργκ, δημιουργημένο το 1933 από την SA, δεν είχε κατασκευαστεί σε κατάλληλη θέση: Βρισκόταν σε ένα πολυσύχναστο δρόμο (προς το Βερολίνο), στο μέσον μιας πυκνοκατοικημένης αστικής περιοχής. Ύστερα από τη νύχτα των μεγάλων μαχαιριών και την αποδυνάμωση της SA, η SS κατέλαβε το Οράνιενμπουργκ και το έκλεισε μεταφέροντας αλλού τους κρατουμένους του. Το 1936 η SS επανήλθε, δημιουργώντας στην περιοχή του Οράνιενμπουργκ, κωμόπολης σε απόσταση 35 km βόρεια του Βερολίνου, νέο στρατόπεδο. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Έμσλαντ (Emsland)[1] και φαίνεται να δημιουργήθηκε με εντολή του νέου, τότε, αρχηγού της Αστυνομίας του Ράιχ Χάινριχ Χίμλερ: Ήταν το πρώτο στρατόπεδο που κατασκεύαζε ο Χίμλερ και σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες της SS έτσι ώστε να αποτελεί το "ιδανικό στρατόπεδο". Η επιλογή της θέσης έγινε με βάση την απόστασή του από τη Γενική επιθεώρηση στρατοπέδων, έδρα της οποίας αποτελούσε το Οράνιενμπουργκ. Το 1937, βλέποντας τα αρχικά σχέδια, ο Χίμλερ είπε για το στρατόπεδο ότι "είναι ένα σύγχρονο, ιδεώδες και εύκολα επεκτάσιμο στρατόπεδο συγκέντρωσης" και το αποκάλεσε "Musterlager" (στρατόπεδο-μοντέλο). Αρχικά μεταφέρθηκε εκεί μια ομάδα 50 κρατουμένων από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Εστερβέγκεν (12 Ιουλίου 1938) για την κατασκευή των τεσσάρων πρώτων παραπηγμάτων. Μια δεύτερη ομάδα 900 κρατουμένων μεταφέρθηκε τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1938 από το ίδιο στρατόπεδο για να βοηθήσει στην ολοκλήρωσή του. Λόγω της στέρησης τροφής αλλά και της βαρβαρότητας των SS, οι περισσότεροι από αυτούς βρήκαν το θάνατο.[2] Καθώς γειτνίαζε με την πρωτεύουσα και με το διοικητικό κέντρο όλων των στρατοπέδων (απείχε μόνο 35 χλμ και υπήρχε μεγάλος δρόμος σύνδεσης), αρχικά χρησιμοποιήθηκε από την SS για την "εκπαίδευση" των ανδρών της. Εκεί "εκπαιδεύτηκε" ο μετέπειτα διοικητής του Άουσβιτς Ρούντολφ Ες.

Στο στρατόπεδο δόθηκε το σχήμα ενός ισόπλευρου τριγώνου, με τα κτίσματα να ομαδοποιούνται συμμετρικά περί έναν από τους άξονές του. Υπήρχε ο "Πύργος Α", το κτήριο της Διοίκησης, κτισμένος ακριβώς στο κέντρο. Μια ημικυκλική περιοχή για το προσκλητήριο βρισκόταν ακριβώς μπροστά του και περικλειόταν από τέσσερα παραπήγματα. Τα παραπήγματα των ανδρών της SS βρίσκονταν κατά μήκος της προέκτασης του κεντρικού άξονα, τον οποίο ακολουθούσε ο κεντρικός δρόμος του στρατοπέδου.[3] Με τον τρόπο αυτό ήταν ιδιαίτερα ευχερής ο έλεγχος των κρατουμένων και ήταν εύκολο να τους σημαδεύουν τα πολυβόλα των πύργων φύλαξης χωρίς "νεκρά σημεία". Τα υπόλοιπα παραπήγματα ήταν ακτινωτά διατεταγμένα. Η θέρμανση ήταν στοιχειώδης και ο χρόνος που δινόταν στους κρατουμένους ήταν ελάχιστος, ενώ οι εγκαταστάσεις μικρές και δε μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες όλων μέσα στον περιορισμένο χρόνο. Στην κεντρική πύλη του υπήρχε, όπως στα περισσότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η επιγραφή "Arbeit macht Frei" (Η εργασία απελευθερώνει). Το 1938 ο χώρος του στρατοπέδου ήταν πλέον ανεπαρκής και αποφασίστηκε η επέκτασή του, που έγινε σε μια παραλληλόγραμμη περιοχή (που αποκλήθηκε "το μικρό στρατόπεδο") βορειοανατολικά της κεντρικής πύλης και έγιναν εργασίες μεταποίησης του περιμετρικού τοίχου, που είχε τρία μέτρα ύψος, ώστε να το περιλάβει.

Αναπαλαίωση της εξωτερικής περιμέτρου του Ζάξενχαουζεν

Στο στρατόπεδο υπήρχε ένα μικρό αναρρωτήριο, στο νότιο άκρο του τριγώνου, καθώς και μια φυλακή (στο ανατολικό του). Υπήρχαν, φυσικά, μαγειρεία και ένα μικρό πλυντήριο. Το 1941 έγινε νέα επέκταση προς τα βόρεια, δημιουργώντας έτσι το λεγόμενο "sonder Lager" (μη τακτικό στρατόπεδο), που στην πραγματικότητα ήταν ένας χώρος απομόνωσης για "ειδικούς" κρατουμένους, που το καθεστώς έκρινε ότι έπρεπε να απομονώσει από τους υπόλοιπους. Το στρατόπεδο αποδείχτηκε ότι δε διέψευσε τους ισχυρισμούς του Χίμλερ: Ήταν ασφαλέστατο και ελάχιστες επιτυχημένες αποδράσεις έλαβαν χώρα. Εκτός από τον εξωτερικό τοίχο, υπήρχαν φρουροί και σκυλιά σε ειδικό χώρο ακριβώς κάτω του, ενώ περιβαλλόταν από ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα. Ανάμεσα στο συρματόπλεγμα αυτό και τον τοίχο υπήρχε ένας χώρος γνωστός στους κρατουμένους ως "λωρίδα θανάτου": Οποιοσδήποτε βρισκόταν εκεί εκτελείτο χωρίς καμία προειδοποίηση. Ανάμεσα στους κρατουμένους του Ζάξενχαουζεν εκείνης της εποχής συγκαταλέγονταν οι Μάρτιν Νιμέλερ (Martin Niemöller), μέλος της Bekennende Kirche, ο Γκέοργκ Έλζερ (Georg Elser), που σχεδίαζε απόπειρα κατά του Χίτλερ και ο Έρσελ Γκρίνσπαν (Herschel Grynszpan), δολοφόνος του Ερνστ φομ Ρατ στην πρεσβεία του Παρισιού το 1938.

Έξω από τη δυτική πλευρά του στρατοπέδου δημιουργήθηκε ένας χώρος με "εργαστήρια" της SS, στα οποία υποχρεώθηκαν να εργάζονται όλοι οι κρατούμενοι. Όσοι ήταν ανίκανοι για εργασία όφειλαν κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας να στέκονται προσοχή. Δημιουργήθηκε επίσης εκεί μια μονάδα παραγωγής εξαρτημάτων αεροσκαφών και η Χένκελ κατασκεύαζε εκεί το βομβαρδιστικό He177 χρησιμοποιώντας 6000 - 8000 κρατουμένους. Όπως ήταν φυσικό, αν και οι επίσημες εκθέσεις ανέφεραν ότι "οι κρατούμενοι εργάζονται χωρίς να γίνονται σοβαρά λάθη στην παραγωγή", αρκετά από αυτά τα αεροσκάφη κατέπεσαν χωρίς εμφανείς λόγους, ιδιαίτερα γύρω από το Στάλινγκραντ. Κρατουμένους από το Ζαξενχάουζεν χρησιμοποίησε επίσης και η κατασκευαστική εταιρεία AEG.[4]

Κρατούμενοι στο Ζάξενχαουζεν. 19 Δεκεμβρίο 1938

Πριν την έναρξη του Πολέμου στο Ζάξενχαουζεν εγκλείονται κυρίως Γερμανοί κομμουνιστές και μερικοί Εβραίοι. Το Νοέμβριο του 1938, ύστερα από τη Νύχτα των Κρυστάλλων μεταφέρθηκαν εκεί περίπου 1.800 Εβραίοι, από τους οποίους περίπου 450 δολοφονήθηκαν μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Το 1939 έγιναν στη χώρα χιλιάδες συλλήψεις κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών και συνδικαλιστών. Περίπου 5.000 από αυτούς στάλθηκαν στο Ζάξενχαουζεν, μαζί με 900 Εβραίους. Το Στρατόπεδο είχε 8.384 κρατουμένους το Σεπτέμβρη του '39, οι οποίοι αυξήθηκαν σε 11.311 το Νοέμβριο. Λόγω αυτής της πληθυσμιακής έκρηξης και των ανεπαρκών εγκαταστάσεων, ξέσπασε η πρώτη επιδημία τύφου. Οι SS αρνήθηκαν να παράσχουν ιατρική βοήθεια στους κρατουμένους, εκατοντάδες από τους οποίους πέθαναν κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε. Τα πτώματα αρχικά μεταφέρονταν στο Βερολίνο προς αποτέφρωση, αλλά η αύξησή τους επέβαλε την κατασκευή κρεματορίου: Αυτό ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1940.[5] Ενώ το 1939 αναφέρθηκαν περισσότεροι από 900 θάνατοι, το 1940 ο αριθμός αυτός ανέβηκε στους 4.000. Το κρεματόριο ονομάστηκε ""Station Z" (σταθμός Ζ), χάρη σε ένα "λογοπαίγνιο" των Ναζί. Εφόσον η πύλη έφερε το γράμμα "Α" (η αρχή), το κρεματόριο έπρεπε να φέρει το γράμμα "Ζ" (το τέλος).[6][7] Το κτίσμα του κρεματορίου ήταν μονόροφο σε σχήμα L και περιέκλειε τέσσερις εστίες αποτέφρωσης, με δυνατότητα αποτέφρωσης 600 πτωμάτων την ημέρα. Το 1941 γίνονταν εκεί εκτελέσεις με αέρια, όχι όμως σε θάλαμο αλλά σε αυτοκινούμενους θαλάμους (οι γνωστοί ως "gas vans"). Υπολογίζεται ότι στους αυτοκίνητους θαλάμους εκτελέστηκαν, μόνο το 1941, περίπου 12.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου. Αργότερα κατασκευάστηκε και ένας μικρός θάλαμος αερίων. Ο διοικητής του στρατοπέδου Άντον Κάιντλ (Anton Kaindl) κατέθεσε αργότερα ότι ο επιθεωρητής των στρατοπέδων Ρίχαρντ Γκλύκς (Richard Glücks) τον διέταξε να κατασκευάσει θάλαμο αερίων το 1942 και αυτός ολοκληρώθηκε το 1943. Αντίθετα, ένας άλλος κατηγορούμενος, ο Πάουλ Ζακόφσκι (Paul Sakowski) κατέθεσε ότι ο θάλαμος υπήρχε ήδη από το 1942, που είναι πιθανότατα η αλήθεια. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο (σήμερα σώζεται μόνον η περίμετρός του), επενδυμένο με πλακάκια και εξοπλισμένο με έξι πραγματικούς καταιωνιστήρες (ντους). Πίσω από την (αεροστεγή) πόρτα υπήρχε ένα σύστημα εξαερισμού, το οποίο διαβίβαζε, μαζί με θερμό αέρα, τον Κυκλώνα Β στο δωμάτιο, που χωρούσε 25 - 30 άτομα. Η πόρτα διέθετε ένα μικρό άνοιγμα καλυμμένο με τζάμι, ώστε να διαπιστώνεται, ύστερα από μερικά λεπτά, ο θάνατος των θυμάτων. Όταν όλοι έπεφταν νεκροί, οι ανεμιστήρες του συστήματος εξαερισμού αντιστρέφονταν, ώστε να αδειάσουν το χώρο από το θανατηφόρο αέριο και μια ομάδα κρατουμένων, αποκαλούμενη "Krematoriumskommando" μετέφερε τα πτώματα στο κρεματόριο. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων σε αυτό το θάλαμο παραμένει άγνωστος, καθώς όλοι οι προς εκτέλεση κρατούμενοι δεν καταγράφονταν πουθενά.

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου εγκλείστηκαν στο Στρατόπεδο, εκτός από Εβραίους, και πολλοί Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1944 - 1945, οπότε οι Σύμμαχοι προήλαυναν ακόμη και στο γερμανικό έδαφος, ο αριθμός των κρατουμένων ξεπέρασε κάθε όριο, έχοντας ανέλθει στους 80.000 (μαζί με τα παραρτήματα, στο κεντρικό στρατόπεδο ο αριθμός έφθασε τις 53.000). Ήδη από την 1η Φεβρουαρίου 1945 και ενώ οι Σοβιετικοί είχαν φθάσει στον ποταμό Όντερ, οι SS άρχισαν να εκκενώνουν το Στρατόπεδο. Όσοι κρίθηκαν "ιδιαίτερα επικίνδυνοι" (κυρίως Βρετανοί και Σοβιετικοί αιχμάλωτοι αξιωματικοί) δολοφονούνταν στη "βιομηχανική περιοχή" του Στρατοπέδου. Άλλοι μεταφέρονταν στην Αυστρία (Μαουτχάουζεν) ή στο Μπέργκεν - Μπέλζεν. Σχεδόν ταυτόχρονα έφθασαν εκεί και οι Εβραίοι που μετάχθηκαν από το Άουσβιτς.[8] Στις 20 και 21 Απριλίου 1945 33.000 κρατούμενοι διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο, το οποίο απειλείτο πλέον άμεσα από την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, χωρισμένοι σε ομάδες των 400 ατόμων. Οι SS σχεδίαζαν να τους επιβιβάσουν σε πλοία, τα οποία θα βύθιζαν. Η πορεία θανάτου που επακολούθησε στοίχισε τη ζωή στην πλειονότητα των κρατουμένων: Όσοι δεν πέθαναν κατά τη διάρκεια της πορείας, εκτελούνταν επιτόπου αν σταματούσαν να περπατούν λόγω εξάντλησης.

Διοικητές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ακόλουθοι αξιωματικοί της SS χρημάτισαν διοικητές στο Στρατόπεδο:

  • Αντισυνταγματάρχης Μίχαελ Λίπερτ (SS-Obersturmbannführer Michael Lippert) Ιούλιος - Οκτώβριος 1936
  • Συνταγματάρχης Καρλ Ότο Κοχ (SS-Standartenführer Karl Otto Koch), Οκτώβριος 1936 - Ιούλιος 1937
  • Ομπερφύρερ[9] Χανς Χέλβιχ (SS-Oberführer Hans Helwig), Ιούλιος 1937 - Ιανουάριος 1938
  • Ομπερφύρερ Χέρμαν Μπαρανόβσκι (SS-Oberführer Hermann Baranowski), Φεβρουάριος 1938 - Σεπτέμβριος 1939
  • Ομπερφύρερ Χανς Λόριτς (SS-Oberführer Hans Loritz) (;)
  • Ταγματάρχης Βάλτερ Άισφελντ (SS-Sturmbannführer Walter Eisfeld) (;)
  • Ταγματάρχης Άλμπερτ Ζάουερ (SS-Sturmbannführer Albert Sauer) (;)
  • Ταγματάρχης Άντον Κάιντλ (SS-Sturmbannführer Anton Kaindl) ως το Μάιο του 1945

Η επιχείρηση Μπέρνχαρντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου το Στρατόπεδο υπήρξε το εργαστήριο - έδρα της μεγαλύτερης επιχείρησης παραχάραξης χαρτονομισμάτων που έχει ποτέ διεξαχθεί: Η Επιχείρηση Μπέρνχαρντ, από το όνομα του επικεφαλής της Αντισυνταγματάρχη (Sturmbannführer) της SS Μπέρνχαρντ Κρύγκερ (Bernhard Krüger). Ο Κρίγκερ στρατολόγησε από τους κρατούμενους, κυρίως στο Ζαξενχάουζεν, αλλά και στο Άουσβιτς και άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης χαράκτες, τυπογράφους, τεχνικούς εκτύπωσης και συναφείς ειδικότητες και έστησε στο Στρατόπεδο ένα εργαστήριο στο οποίο εκτυπώνονταν πλαστά χαρτονομίσματα των 5, 10, 20 και 50 λιρών στερλινών. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή χαρτονομισμάτων που δυσκολευόταν να ξεχωρίσει από τα γνήσια ακόμη και έμπειρος τραπεζικός. Το εργαστήριο αυτό ασχολήθηκε και με την παραχάραξη χαρτονομίσματος των 100 δολαρίων, ωστόσο η επιχείρηση Μπέρνχαρντ ακυρώθηκε το Φεβρουάριο του 1945 από το Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA) την παραμονή της έναρξης εκτύπωσής του. Τα πιεστήρια του εργαστηρίου διαλύθηκαν και η παραγωγή πλαστών νομισμάτων σταμάτησε.

Τα κρεματόρια όπως ήταν το 2009

Σημαίνοντες κρατούμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρονται ορισμένες από τις σημαίνουσες προσωπικότητες που κρατήθηκαν ή δολοφονήθηκαν στο Στρατόπεδο

  • Η σύζυγος και τα τέκνα του Διαδόχου της Βαυαρίας Ρούπρεχτ (μέλη της Οικογένειας Βίτελσμπαχ), από τον Οκτώβριο του 1944 ως τον Απρίλιο του 1945 (μεταφέρθηκαν στο Νταχάου).
  • Γκόντφριντ φον Μπίσμαρκ-Σενχάουζεν (Gottfried Graf von Bismarck-Schönhausen), εγγονός του Όττο φον Μπίσμαρκ
  • Γιούλιους Λέμπερ (Julius Leber) στέλεχος του κόμματος SPD
  • Αιδεσιμότατος Μάρτιν Νιμέλερ (Martin Niemöller), σημαίνουσα προσωπικότητα της γερμανικής εκκλησίας, ένθερμος αντίπαλος του Ναζισμού
  • Έρσελ Γκρίνσπαν
  • Κουρτ Σούσνιγκ (Kurt Schuschnigg), πρώην Καγκελάριος της Αυστρίας
  • Φρανθίσκο Καμπαγιέρο, Ισπανός πολιτικός, πρωθυπουργός της Δεύτερης Δημοκρατίας (1936 - 1937)
  • Πωλ Ρεϊνώ (Paul Reynaud), Γάλλος Πρωθυπουργός
  • Ζωρζ Μαντέλ, Γάλλος Υπουργός εξωτερικών εδαφών
  • Φριτς Τίσσεν (Fritz Thyssen), Γερμανός επιχειρηματίας
  • Οι Ουκρανοί εθνικιστές ηγέτες Τάρας Μπούλμπα-Μπόροβετς (Taras Bulba-Borovets), Αντρέι Μέλνικ (Andriy Melnyk), Όλεχ Στουλ (Oleh Stuhl), Στεπάν Μπαντέρα (Stepan Bandera) και Γιαροσλάβ Στέτσκο (Yaroslav Stetsko).
  • Γιάκοβ Τζουγκασβίλι, γιος του Στάλιν. Δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο Ζαξενχάουζεν το 1943
  • Ντμίτρι Καρμπίσεβ (Dmitry Karbyshev), Στρατηγός του Κόκκινου Στρατού

Η απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Απριλίου 1945 μονάδα της 47ης Σοβιετικής Στρατιάς κατέλαβε το στρατόπεδο. Οι Σοβιετικοί βρήκαν εκεί μόνο 3.000 επιζώντες (ανάμεσα στους οποίους και 1.400 γυναίκες). Οι περισσότεροι ήταν στα όρια της ασιτίας ενώ οι υπόλοιποι ήταν σοβαρά ασθενείς. Η ιατρική βοήθεια που τους παρασχέθηκε ήταν άμεση, ωστόσο είχε φθάσει πολύ αργά για μερικούς από αυτούς, που δεν άντεξαν και απεβίωσαν ύστερα από την απελευθέρωση του στρατοπέδου (περίπου 300 άτομα). Ο ενταφιασμός έγινε σε έξι πρόχειρους ομαδικούς τάφους, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν το 1995. Στις σορούς που εκτάφηκαν έγινε κανονική κηδεία.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σοβιετικοί διατήρησαν το Στρατόπεδο σε λειτουργία ως το 1950. Λειτούργησε υπό την επωνυμία "Ειδικό στρατόπεδο της NKVD αριθ. 7" και διοικητής του χρημάτισε ο Ρομάν Ρουντένκο, ο Σοβιετικός εκπρόσωπος του Στρατοδικείου στη Δίκη της Νυρεμβέργης. Εγκλείστηκαν εκεί Γερμανοί αιχμάλωτοι που "μεταφέρθηκαν" από ανάλογα στρατόπεδα της δυτικής ζώνης κατοχής, Ναζιστές αξιωματούχοι, αντικομμουνιστές, Ρώσοι συνεργάτες των Γερμανών και στρατιώτες με σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Συνολικά υπολογίζεται ότι κατ' αυτή την περίοδο από το Στρατόπεδο πέρασαν 60.000 κρατούμενοι. Το Στρατόπεδο έκλεισε οριστικά το 1950. Ύστερα από την ενοποίηση των δύο Γερμανιών, έγιναν ανασκαφές εκεί και αποκάλυψαν, εκτός από τους ομαδικούς τάφους που προαναφέρθηκαν, και ορισμένα ερείπια, όπως αυτά του θαλάμου αερίων. Ήδη όμως από το 1956 η τότε Κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας είχε μετατρέψει το χώρο σε εθνικό μνημείο, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1961.

Σήμερα το Στρατόπεδο είναι ανοικτό στο κοινό (διεύθυνση: Strasse der Nationen 22, Oranienburg) και λειτουργεί τόσο ως μνημείο (ανακατασκευάστηκαν ορισμένα κτίσματα και αναπαλαιώθηκαν κάποια άλλα) όσο και ως μουσείο. Σε αυτό εκτίθενται τεχνήματα κατασκευασμένα από τους κρατουμένους και ένας σωρός ύψους 30 εκατοστών εξ ολοκλήρου από χρυσά δόντια που αποσπάσθηκαν από κρατουμένους. Εκτίθενται επίσης φωτογραφίες, έγγραφα και αντικείμενα που καταδεικνύουν την καθημερινή ζωή στο στρατόπεδο. Έχουν αναπαλαιωθεί επίσης τα κρεματόρια, τα παραπήγματα των κρατουμένων και η κεντρική πύλη.

Το Στρατόπεδο έγινε επίσης στόχος των Νεοναζί το 1992, που οδήγησε στον εμπρησμό των παραπηγμάτων 38 και 39 καθώς και του Εβραϊκού Μουσείου. Οι δράστες συνελήφθησαν και τα κτίσματα ανακατασκευάστηκαν το 1997.[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Gedenkstätte und Museum Sachsenhausen
  2. Jewishen.org
  3. Gedenkstätte und Museum Sachsenhausen, ό.π.
  4. Jewish Virtual Library
  5. Σύμφωνα με τον ιστοχώρο Jewish Virtual Library αυτό κατασκευάστηκε 2 χρόνια αργότερα, το 1942, αλλά αυτό δεν πρέπει να αληθεύει, καθώς οι ανάγκες αποτέφρωσης πτωμάτων έγιναν πιεστικές ήδη από το 1940
  6. Το γράμμα "Ζ" είναι το τελευταίο στο γερμανικό αλφάβητο
  7. Death Camps. Αφαιρέστε το χαρακτήρα "_" για να λειτουργήσει ο σύνδεσμος
  8. Gedenkstätte und Museum Sachsenhausen, ό. π.
  9. Βαθμός χωρίς στρατιωτική αντιστοιχία, μεταξύ συνταγματάρχη και ταξιάρχου
  10. ScrapBook Pages

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Finn, Gerhard, Sachsenhausen 1936-1950: Geschichte eines Lagers, Bad Münstereifel: Westkreuz-Verlag, 1988. ISBN 3-922131-60-3 (γερμανικά)
  • Falk Pingel, Encyclopaedia of the Holocaust, New York: Macmillan, 1990, vol. 4
  • Kogon Eugen, Langbein Hermann, Rückerl Adalbert (επιμ.) Nazi Mass Murder: A Documentary History of the Use of Poison Gas, Yale University Press, New Haven and London, 1993
  • Friedlander, Henry, The Origins of Nazi Genocide: From Euthanasia to the Final Solution, Chapel Hill: University of North Carolina Press, 1995