Διαδηλώσεις στην πλατεία Τιεν Αν Μεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου του 1976 στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου και σύμβολο του Μαοϊκού καθεστώτος. Περίπου 200.000 άνθρωποι οι περισσότεροι φοιτητές, γιόρτασαν την "Ημέρα των νεκρών" με μια μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία της "Ουράνιας Γαλήνης", Τιεν Αν Μεν, προς τιμήν του πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι, που είχε πεθάνει τον Γενάρη. Η παράδοση θέλει τους ζωντανούς να αφήνουν μηνύματα και ποιήματα στους τάφους των αγαπημένων τους, όμως η κομμουνιστική εκδοχή του αρχαίου κινέζικου εθίμου της "Ημέρας των νεκρών", έφερε τους ερυθροφρουρούς και τα μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας όχι στα νεκροταφεία, αλλά στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου, όπου άφησαν επαναστατικά τετράστιχα. Η συγκέντρωση εξελίχθηκε γρήγορα σε διαδήλωση διαμαρτυρίας, όταν φοιτητές του Πανεπιστημίου Ξένων Γλωσσών του Πεκίνου άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα και να αφήνουν ποιήματα με "αντεπαναστατικό" περιεχόμενο και έντονη κριτική κατά της συζύγου του προέδρου Μάο. Επενέβη η αστυνομία, το πλήθος διαλύθηκε, χιλιάδες μηνύματα καταστράφηκαν, όμως πολλά διασώθηκαν και εκδόθηκαν σε μπροσούρες που κυκλοφόρησαν παράνομα από χέρι σε χέρι. Έμειναν στην ιστορία ως τα "Ποιήματα της Τιεν Αν Μεν". Η αστυνομία έκανε έρευνες και συνέλαβε εκατοντάδες από τους ποιητές. Μεταξύ αυτών και τον μαθητή Ουάνγκ Γιουν Τάο, που έγραψε το πιο δημοφιλές από τα ποιήματα. Το περιστατικό αυτό ήταν η "μήτρα" που γέννησε 13 χρόνια αργότερα τη δεύτερη μεγάλη εξέγερση στην ίδια πλατεία.

Κοινωνικές διεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του ’80, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις χώρες του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού". Το φάντασμα της Περεστρόικα, του "εκσυγχρονισμού" των χωρών αυτών σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, ή κατά άλλους θεωρητικούς αναλυτές, της μετάβασής τους με σαφήνεια προς τον καπιταλισμό. Βασικός εκφραστής αυτής της πολιτικής σκέψης ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης από το 1985, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Αυτός ο δυτικού τύπου "εκσυγχρονισμός" εξελίσσεται με βάση τη "θεωρία του ντόμινο". Οι χώρες του "υπαρκτού σοσιαλισμού" βρίσκονται πλέον, μπροστά σε κοσμοϊστορικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται διάφορα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας διεκδικώντας πολιτικές ελευθερίες, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου κλπ. Όμως, οι κοινωνικές αναταράξεις στις χώρες του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ταυτίζονταν συχνά από τα κυβερνητικά κομμουνιστικά κόμματα, με την αντεπανάσταση. Η Κίνα δεν θα μπορούσε να απέχει από αυτή την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’80. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις φαντάζουν επιτακτικές και ο Ζάο Ζιγιάνγκ πρωθυπουργός και Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ είναι το πρόσωπο που ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό. Στο πλευρό του τάσσεται όλο το κομουνιστικό κόμμα με την προϋπόθεση να μην υπάρξει αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος. Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής έχει δημιουργήσει μεγάλες οικονομικές αντιθέσεις και ανέχεια στο κινεζικό λαό. Αυτό όμως δεν αποτελεί το βασικό πρόβλημα. Ο λαός και κυρίως ο ασυμβίβαστος φοιτητικός κόσμος ασφυκτιούσε από την έλλειψη δημοκρατικών θεσμών και την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά κατέβηκαν να διεκδικήσουν οι φοιτητές έναν Απρίλη, πριν από 20 χρόνια, και ήταν αποφασισμένοι να τα αποκτήσουν.[1]

Η καταστολή της 4ης Ιουνίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχαν περάσει έξι εβδομάδες από την πρώτη μέρα που οι φοιτητές είχαν καταλάβει την Τιενανμέν. Το γραφειοκρατικό "κομουνιστικό" καθεστώς είχε δείξει μια πρωτόγνωρη, για τα δεδομένα του, ανοχή. Πλέον οι φοιτητές δεν έχουν απέναντι τους έναν μεταρρυθμιστή, αλλά ένα σκληρό καθεστώς που αβάσιμα χαρακτηρίζει την εξέγερση τους ως "αντεπαναστατική αναταραχή". Το απόγευμα της 3ης Ιουνίου, βγαίνει ανακοίνωση που ζητάει από τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους και τους ενημερώνει πως μια ομάδα αντεπαναστατών έχει εξεγερθεί στο κέντρο του Πεκίνου. Το βράδυ, στρατιώτες και άρματα κάνουν την εμφάνιση τους. Τα μεσάνυχτα, 4 Ιουνίου του 1989, δίνεται η διαταγή για επέμβαση. Οι φοιτητές πιασμένοι σε αλυσίδες τραγουδούν τον ύμνο της "Τρίτης Διεθνούς" μπροστά από φλεγόμενα λεωφορεία και αυτοκίνητα που έχουν στηθεί για οδοφράγματα. Ο δημοσιογράφος Richard Roth του CBS βρίσκεται στον αέρα "Ακούτε τους πυροβολισμούς! Πρέπει να φύγουμε από εδώ! Επιτίθενται και σε μας!". "Θα φύγω, θα φύγω!" Φώναξε σε έναν στρατιώτη. Οι ριπές διέκοψαν την σύνδεση. Η επέμβαση μόλις είχε αρχίσει. Οι σκηνές φρίκης που θα ακολουθήσουν θα στιγματίσουν για πάντα το καθεστώς της Κίνας και θα συγκλονίσουν την ανθρωπότητα.[2]

Ο στρατός ρίχνει προς όλες τις κατευθύνσεις προκαλώντας το χάος. Κάποιοι διαδηλωτές οπλισμένοι με ό,τι βρίσκουν μπροστά τους πέτρες, ξύλα, σίδερα προσπαθούν να απαντήσουν, άλλοι τρέχουν να σωθούν και οι υπόλοιποι με αυτοσχέδια φορεία μαζεύουν τα πρώτα θύματα της τραγωδίας. Χιλιάδες θα συλληφθούν, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των νεκρών. Ο Ερυθρός Σταυρός της Κίνας κάνει λόγο για 2.400 νεκρούς, ενώ οι επίσημες αρχές αναφέρουν 241. Εκείνο το βράδυ το καθεστώς έβαζε τέλος στα όνειρα των φοιτητών για εκδημοκρατισμό και αποκαθήλωση της νομεκλατούρας. Πάρα πολλοί διαδηλωτές καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές φυλάκισης. Μεταξύ αυτών και ο Ουάνγκ Γιουν Τάο, που καταδικάστηκε σε 13 χρόνια φυλακή. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κάποιες λίγες δεκάδες διαδηλωτών της Τιεν Αν Μεν εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να κρατούνται στις κινέζικες φυλακές.[3] Η σφαγή του 1989 προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στη Δύση, όμως πολύ γρήγορα οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς ανακάλυψαν στο πρόσωπο της Κίνας έναν προνομιακό εμπορικό εταίρο. Σήμερα, τα κινέζικα ΜΜΕ δεν κάνουν καμία αναφορά στη σφαγή του '89. Η Κίνα, οδεύει πλέον με ταχείς ρυθμούς στον καπιταλισμό υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος.[4][5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]