Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης (New York Public Library ή NYPL) είναι η τρίτη μεγαλύτερη δημόσια βιβλιοθήκη στην Βόρεια Αμερική και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ερευνητικές βιβλιοθήκες των ΗΠΑ. Είναι δηλαδή ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα δημόσιων βιβλιοθηκών στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα ερευνητικών βιβλιοθηκών στον κόσμο. Πρόκειται για μια μη κερδοσκοπική επιχείρηση με δημόσια αποστολή που λειτουργεί με ιδιωτική, αλλά και με δημόσια χρηματοδότηση. Ο ιστορικός David McCullough έχει περιγράψει την Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης ως μία από τις πέντε πιο σημαντικές βιβλιοθήκες των ΗΠΑ, ενώ οι άλλες τέσσερις είναι η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου (Library of Congress), η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης (Boston Public Library), και οι βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Γέιλ. [1]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης είναι ένα από τα πιο σημαντικά ερευνητικά ιδρύματα βιβλιοθηκών στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής με πολλές συλλογές, οι οποίες κατατάσσονται και ταξινομούνται μαζί με αυτές της Βρετανικής Βιβλιοθήκης (British Library), της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (Library of Congress) και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας (Bibliothèque nationale de France). Οι συλλογές αυτές είναι παρόμοιες με την «περιουσία» των μεγάλων εθνικών και πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών. Περιλαμβάνουν σεβάσμια μνημεία του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως είναι η Βίβλος του Γουτεμβέργιου (Gutenberg Bible) και το αντίγραφο χειρογράφων Τζέφερσον της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας (Jefferson's manuscript copy of the Declaration of Independence), αλλά και υλικό που τεκμηριώνουν την καθημερινή ζωή ανώνυμων ανθρώπων.

Ανάμεσα στα αποκτήματα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης ξεχωρίζουν:

  • η συλλογή Μπεργκ (Berg Collection), αποτελούμενη από έργα της αγγλικής και αμερικανικής λογοτεχνίας
  • τα σπάνια βιβλία και χειρόγραφα από τον 15ο αιώνα ως τον 20ο αιώνα
  • το τμήμα χειρογράφων και αρχείων (Manuscripts and Archives Division), που περιλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα τα χειρόγραφα του Χ.Λ. Μένκεν (Henry Louis Mencken) και τον αποχαιρετιστήριο ιδιόγραφο λόγο του Τζορτζ Ουάσινγκτον

Σήμερα, επιτρέπεται στους χρήστες η πρόσβαση στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης, ενώ υπάρχει και αντίστοιχη ιστοσελίδα, η οποία είναι προσβάσιμη σε όλους παγκοσμίως.[2]

Οι χρηματοδοτημένες από ιδιώτες Ερευνητικές Βιβλιοθήκες (Research Libraries), με 83 επιπλέον βιβλιοθήκες-παραρτήματα που ενισχύονται από κινητές βιβλιοθήκες, απαρτίζουν την βιβλιοθήκη, η οποία περιέχει περισσότερα από 10.000.000 βιβλία και 10.000.000 χειρόγραφα, καθώς και μεγάλες συλλογές έργων ζωγραφικής, χαρτών, βιβλίων για τους τυφλούς, ταινιών και μικροφίλμ.

Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης έχει παραρτήματα στους δήμους του Μανχάταν, του Μπρονξ και του Staten Island. Σύμφωνα με την American Library Association, τα παραρτήματα αυτά αποτελούν την 26η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι άλλοι δύο δήμοι της Νέας Υόρκης, Μπρούκλιν και Queens, εξυπηρετούνται από την Δημόσια Βιβλιοθήκη του Μπρούκλιν (Brooklyn Public Library) και από την Δημόσια Βιβλιοθήκη του δήμου Queens (Queens Borough Public Library) αντίστοιχα.

Σήμερα, η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης αποτελείται από 87 βιβλιοθήκες, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν δωρεάν από όλους τους επισκέπτες της. Συγκεκριμένα, αποτελείται από:

  • τέσσερις ερευνητικές βιβλιοθήκες, οι οποίες δεν είναι δανειστικές
  • τέσσερις βασικές δανειστικές βιβλιοθήκες
  • μία βιβλιοθήκη για τους τυφλούς ή για άτομα με ειδικές ανάγκες
  • 77 γειτονικές βιβλιοθήκες-παραρτήματα που εξυπηρετούν τους τρεις δήμους

Από το 2008, οι ερευνητικές συλλογές της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης περιέχουν 44.160.825 αντικείμενα (βιβλία, βιντεοκασέτες, χάρτες κ.τ.λ.) από τα οποία τα 15.985.192 είναι βιβλία. Οι βιβλιοθήκες-παραρτήματα περιέχουν 7.565.579 αντικείμενα, από τα οποία τα 4.416.812 είναι βιβλία. Άρα, το σύνολο των συλλογών είναι πάνω από 50 εκατομμύρια αντικείμενα, ενώ ο αριθμός των βιβλίων περισσότερος από 20 εκατομμύρια, ένας αριθμός που ξεπερνάει μόνο η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και η Βρετανική Βιβλιοθήκη.

Ευεργέτες της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους πρώτους ευεργέτες της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης ήταν ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης και υποψήφιος πρόεδρος Samuel J. Tilden (1814-1886), ο οποίος άφησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του -περίπου 2.400.000 δολάρια- για να “καθιερώσει και να διατηρήσει μία ελεύθερη βιβλιοθήκη και ένα αναγνωστήριο στην πόλη της Νέας Υόρκης”. Επίσης, ένας άλλος πρώιμος ιδρυτής-ευεργέτης της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης ήταν ο πλούσιος έμπορος Robert Watts, γιος του πολιτικού John Watts της Νέας Υόρκης.

Το 1886, όταν πέθανε ο Tilden, η Νέα Υόρκη είχε ήδη δύο σημαντικές βιβλιοθήκες, την Astor Library και την Lenox Library. Το κτίριο του East Village, το οποίο στεγάζει σήμερα το Δημοτικό Θέατρο, χτίστηκε το 1854 και αποτελούσε την Astor Library. Το κτίριο αυτό ανεγέρθηκε από τον William Backhouse Astor, τον πρεσβύτερο, ο οποίος ήταν γιος του ιδρυτή της Astor Library, John Jacob Astor. Άρα, η Astor Library δημιουργήθηκε μέσω της μεγαλοψυχίας του Γερμανού John Jacob Astor (1763-1848), ο οποίος μέχρι τον θάνατο του ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Αμερικής. Στην διαθήκη του, υποσχέθηκε 400.000 δολάρια για την ίδρυση της Astor Library, η οποία και άνοιξε το 1849.

Ένας Γερμανός αρχιτέκτονας, ο Alexander Saeltzer σχεδίασε το κτίριο σε αρχιτεκτονική μορφή Rundbogenstil, η οποία ήταν η τότε επικρατούσα μορφή για τα δημόσια κτίρια στην Γερμανία. Ο Astor χρηματοδότησε τις επεκτάσεις του κτιρίου, σχεδιασμένες από τον Griffith Thomas (1859) και τον Thomas Stent (1881). Και οι δύο μεγάλες επεκτάσεις ακολούθησαν το πρωτότυπο σχέδιο του Saeltzer, με αποτέλεσμα ένας παρατηρητής να μην μπορεί να ανιχνεύσει ότι το οικοδόμημα χτίστηκε σε τρία στάδια. Το 1920, η Hebrew Immigrant Aid Society αγόρασε το κτίριο, ενώ από το 1965, βρισκόταν σε αχρηστία και κατεδαφίστηκε. Το Δημοτικό Θέατρο όμως, και στη συνέχεια το New York Shakespeare Festival, έπεισε την πόλη να το αγοράσει και να το χρησιμοποιήσει ως θέατρο, όπου και μετατράπηκε σε θέατρο από τον Giorgio Cavaglieri. Σήμερα, το κτίριο της Astor Library αποτελεί το Joseph Papp Public Theater του New York Shakespeare Festival.

Η άλλη κύρια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, εκείνη την εποχή, ήταν η Lenox Library, η οποία ιδρύθηκε από τον James Lenox και περιελάμβανε κυρίως εκτεταμένη συλλογή σπάνιων βιβλίων του (στα οποία υπήρχε και η πρώτη Gutenberg Bible που ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες) και χειρόγραφα. Η Lenox Library προοριζόταν κυρίως για βιβλιόφιλους και ακαδημαϊκούς. Αν και ήταν δωρεάν, οι πιθανοί χρήστες όφειλαν να έχουν εισιτήρια πρόσβασης για να μπορέσουν να μπουν στην βιβλιοθήκη. Τέτοια εισιτήρια απαιτούνται και σήμερα στην Βρετανική Βιβλιοθήκη.

Αν και υπήρχαν ήδη δύο σημαντικές βιβλιοθήκες στην Νέα Υόρκη το 1886, καμιά όμως δεν ήταν όπως την είχε οραματιστεί ο Tilden, ο οποίος ήθελε να δημιουργήσει έναν πραγματικά δημόσιο οργανισμό. Το όραμα όμως του Tilden σύντομα απέδωσε καρπούς και ολοκληρώθηκε χάρη στο γενναιόδωρο κληροδότημα που άφησε στην διαθήκη του και στον διαχειριστή της περιουσίας του. Από το 1892, η Astor Library και η Lenox Library αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Ο John Bigelow, ένας δικηγόρος από την Νέα Υόρκη και διαχειριστής της περιουσίας του Tilden, διατύπωσε ένα σχέδιο. Σκόπευε να συνδυάσει το υλικό των Astor και Lenox βιβλιοθηκών, οι οποίες άλλωστε παρουσίαζαν οικονομικά προβλήματα, με το κληροδότημα του Tilden και να σχηματίσει την “The New York Public Library, Astor, Lenox and Tilden Foundations”. Το σχέδιο του Bigelow υπογράφτηκε και συμφωνήθηκε στις 23 Μαϊου 1895 και το υποδέχτηκαν ως ένα παράδειγμα ιδιωτικής φιλανθρωπίας για το δημόσιο συμφέρον.

Τον Φεβρουάριο του 1901, η πρόσφατη εδραιωμένη βιβλιοθήκη ενώθηκε με την New York Free Circulating Library και ο φιλάνθρωπος Andrew Carnegie πρόσφερε 5.200.000 δολάρια για την κατασκευή βιβλιοθηκών-παραρτημάτων, με την προϋπόθεση ότι θα συντηρούνται από την Νέα Υόρκη. Αργότερα το 1901, η New York Public Library υπέγραψε ένα συμβόλαιο με τον δήμο της Νέας Υόρκης για να λειτουργήσουν 39 βιβλιοθήκες-παραρτήματα στο Bronx, στο Manhattan και στο Staten Island.

Σε αντίθεση με τις άλλες μεγάλες βιβλιοθήκες, όπως η Library of Congress, η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης δεν δημιουργήθηκε από νομοθέτημα της κυβέρνησης. Από τις πρώτες μέρες της βιβλιοθήκης, μία παράδοση συνεργασίας ανάμεσα στην κυβέρνηση της πόλης και την ιδιωτική φιλανθρωπία ξεκίνησε, η οποία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Από το 2010, οι ερευνητικές βιβλιοθήκες στο σύστημα χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό με ιδιωτικά χρήματα, ενώ οι βιβλιοθήκες-παραρτήματα χρηματοδοτούνται κυρίως με κεφάλαια της κυβέρνησης. Μέχρι το 2009, οι ερευνητικές και οι βιβλιοθήκες-παραρτήματα λειτουργούσαν σχεδόν ολοκληρωτικά ως ξεχωριστά συστήματα, αλλά αργότερα διάφορες επιχειρήσεις συγχωνεύτηκαν.

Το 2010, ως μέρος του προγράμματος της συγχώνευσης, η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης μετακίνησε ποικίλες γραμματείες στο νέο κτίριο Library Services Center στο Long Island City χρησιμοποιώντας μία πρώην ανακαινισμένη αποθήκη για 50 εκατομμύρια δολάρια. Στο υπόγειο, ένας νέος διαλογέας βιβλίων, αξίας 2.300.000 δολαρίων, χρησιμοποίησε γραμμοκώδικες στα αντικείμενα της βιβλιοθήκης για να τα ταξινομήσει και να τα διανέμει σε 132 βιβλιοθήκες-παραρτήματα. Σύμφωνα με εκπροσώπους των βιβλιοθηκών, το μηχάνημα αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο του είδους του στον κόσμο. Μαζί με 14 εργαζόμενους της βιβλιοθήκης, το μηχάνημα μπορεί να ταξινομήσει 7.500 αντικείμενα την ώρα.

Στον πρώτο όροφο της Library Services Center υπάρχει ένα γραφείο παραγγελίας και καταλογογράφησης. Στον δεύτερο, υπάρχει το τμήμα ψηφιακής απεικόνισης, το οποίο παλιά βρισκόταν στο κεντρικό κτίριο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, καθώς και τα χειρόγραφα και η διεύθυνση των αρχείων, όπου η ατμόσφαιρα διατηρείται πιο δροσερή. Ενώ στον τρίτο όροφο, βρίσκεται η Barbara Goldsmith Preservation Division, ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα διατήρησης στις ΗΠΑ, με προσωπικό των 10 εργαζομένων (από το 2010), αν και έχει σχεδιαστεί για περισσότερους από 30 εργαζομένους.

Η δημιουργία του κεντρικού κτιρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διοργανωτές της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης που επιθυμούσαν ένα επιβλητικό και μεγαλοπρεπές κεντρικό παράρτημα, βρήκαν μία περίφημη κεντρική διαθέσιμη περιοχή, η οποία καταλάμβανε ένα τμήμα της 5ης Λεωφόρου, ανάμεσα στην 40η και 42η Οδό. Εκεί βρισκόταν η τεχνητή λίμνη Croton Reservoir, την οποία και αποσυναρμολόγησαν για να κατασκευάσουν το κεντρικό κτίριο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης.

Ο Dr. John Shaw Billings, ένας από τους πιο λαμπρούς βιβλιοθηκονόμους της εποχής του, ήταν ο πρώτος διευθυντής της βιβλιοθήκης. Δημιούργησε ένα αρχικό σχέδιο, το οποίο και αποτέλεσε την βάση του νέου κτιρίου (σήμερα γνωστό ως Schwarzman Building), στην 5η Λεωφόρο. Το σχέδιο του Billings απαιτούσε ένα τεράστιο αναγνωστήριο που να καλύπτει επτά ορόφους με στοίβες βιβλίων και το πιο γρήγορο σύστημα διανομής στον κόσμο. Στόχος του ήταν να φέρει τα βιβλία της βιβλιοθήκης όσο πιο γρήγορα γινόταν στα χέρια των αναγνωστών. Ακολούθησε λοιπόν ένας ανοιχτός διαγωνισμός ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους αρχιτέκτονες της πόλης, όπου τελικά επιλέχτηκε η σχετικά άγνωστη εταιρία Carrère and Hastings για να σχεδιάσει και να κατασκευάσει το κτίριο. Το αποτέλεσμα, ένα σχέδιο Beaux-Arts, ήταν το μεγαλύτερο μαρμάρινο κτίριο εκείνης της εποχής στις ΗΠΑ.

Προτού όμως ξεκινήσει η κατασκευή του κτιρίου, 500 εργάτες έπρεπε να βγάλουν την τεχνητή λίμνη και να ετοιμάσουν την περιοχή και αυτό κράτησε δύο χρόνια. Ο ακρογωνιαίος λίθος, τελικά, τοποθετήθηκε τον Μάιο του 1902, αλλά οι εργασίες προχώρησαν αργά για την κατασκευή, όπου τελικά κόστισε 9.000.000 δολάρια για να ολοκληρωθεί.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1905, οι κολόνες τοποθετήθηκαν και τα έργα στην οροφή ξεκίνησαν. Κατά το τέλος του 1906, η οροφή ολοκληρώθηκε και οι σχεδιαστές άρχισαν την δουλειά στο εσωτερικό του κτιρίου για πέντε χρόνια. Το 1910, 75 μίλια ραφιών εγκαταστάθηκαν για να αποθηκεύσουν τις αμέτρητες συλλογές, ενώ κράτησε ένας χρόνος μέχρι να μετακινήσουν και να εγκαταστήσουν τα βιβλία που βρίσκονταν στην Astor Library και στην Lenox Library.

Στις 23 Μαϊου του 1911, το κεντρικό κτίριο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης άνοιξε επίσημα με μια τελετή υπό την προεδρία του Προέδρου William Howard Taft, ενώ την επόμενη μέρα προσκάλεσαν το κοινό. Η συλλογή των εγκαινίων περιελάμβανε πάνω από 1.000.000 τόμους. Το υψηλό επίπεδο έρευνας και διατήρησης συνεχίστηκε με τον Dr. Henry Miller Lydenberg, ο οποίος υπηρέτησε ως διευθυντής από το 1934 μέχρι το 1941 σε περίοδο πολέμου και οικονομικής αβεβαιότητας. Η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης έγινε αμέσως μία από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κράτους και ένα ζωτικό κομμάτι της πνευματικής ζωής της Αμερικής. Η ιστορία των βιβλιοθηκών δείχνει πως ένα από τα πρώτα εξαιρετικά αντικείμενα που ζητήθηκαν ήταν το Nravstvennye idealy nashego vremeni ("Ethical Ideas of Our Time") του N. I. Grot., μία μελέτη του Friedrich Nietzsche (Φρίντριχ Νίτσε) και του Leo Tolstoy (Λέων Τολστόι), γραμμένη στα ρώσικα.

Τα αγαλμάτινα λιοντάρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο πέτρινα λιοντάρια «φρουρούν» την είσοδο, τα οποία είναι γλυπτό του Edward Clark Potter (1857-1923). Αρχικά, ονομάστηκαν Leo Astor και Leo Lenox, προς τιμήν των ιδρυτών της βιβλιοθήκης. Αυτά τα ονόματα μετατράπηκαν μετά σε Lady Astor και Lord Lenox (αν και τα δύο πέτρινα λιοντάρια είναι αρσενικά). Στην δεκαετία του 1930, μετονομάστηκαν σε “Patience” και “Fortitude” από το Δήμαρχο Fiorello La Guardia, τα οποία σημαίνουν “υπομονή” και “σθεναρότητα, ανδρεία”. Διάλεξε αυτά τα ονόματα επειδή πίστευε πως οι πολίτες της Νέας Υόρκης θα πρέπει να διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά για να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια οικονομική ύφεση (Great Depression). Το λιοντάρι “Patience” βρίσκεται στη νότια πλευρά (δηλαδή στα αριστερά της κύριας εισόδου), ενώ το λιοντάρι “Fortitude” βρίσκεται στην βόρεια πλευρά.

Ο κριτικός της αρχιτεκτονικής Paul Goldberger ονόμασε τα δύο λιοντάρια ως τα πιο αξιαγάπητα δημόσια γλυπτά της Νέας Υόρκης, καθώς τα λιοντάρια έχουν γίνει μάρτυρες αμέτρητων παρελάσεων και έχουν στολιστεί με στεφάνια από λιόπρινο κατά τις διακοπές του χειμώνα και με στεφάνια από λουλούδια κατά την άνοιξη.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Henry Hope Reed, The New York Public Library, για την αρχιτεκτονική του κτιρίου της 5ης Λεωφόρου, ο γλύπτης των λιονταριών Edward Clark Potter πέτυχε την δημιουργία των λιονταριών με την σύσταση του August Saint-Gaudens, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς γλύπτες της Αμερικής. Ο Potter πληρώθηκε με 8.000 δολάρια για να σχεδιάσει το μοντέλο, ενώ οι Piccirilli Brothers εκτέλεσαν το σκάλισμα χρησιμοποιώντας ροζ μάρμαρο του Τενεσί (pink Tennessee marble).

Εκτός από το σκάλισμα των λιονταριών οι Piccirilli Brothers σκάλισαν και τις έξι αλληγορικές φιγούρες που αντιπροσωπεύουν την Ιστορία, τον Ρομαντισμό, την Θρησκεία, την Ποίηση, το Δράμα και την Φιλοσοφία (History, Romance, Religion, Poetry, Drama, Philosophy), οι οποίες κοσμούν την πρόσοψη της βιβλιοθήκης.

Τα λιοντάρια άντεξαν σχεδόν έναν αιώνα στις καιρικές συνθήκες και στην ρύπανση, όπου τελικά το 2004 καθαρίστηκαν και αποκαταστάθηκαν από επαγγελματίες. Δυστυχώς, η λαϊκή παράδοση του στολισμού των λιονταριών τα έθεσε σε κίνδυνο, γι’αυτό και η πρακτική αυτή διακόπηκε, με συμβουλή των συντηρητών.

Ως φόρο τιμής στην δημοτικότητα των λιονταριών, αλλά και σε όλα τα οποία εκπροσωπούν, η βιβλιοθήκη υιοθέτησε αυτά τα λιοντάρια ως μασκότ της. Αποτελούν δηλαδή σήμα κατατεθέν της βιβλιοθήκης, αντιπροσωπεύουν το λογότυπό της και προβάλλονται σε σημαντικές περιστάσεις.

Οι αίθουσες του κτιρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια αίθουσα ανάγνωσης της Ερευνητικής Βιβλιοθήκης (Αίθουσα 315) έχει 23,8 μέτρα πλάτος και 90,5 μέτρα μήκος, με ψηλές οροφές 15,2 μέτρων. Φωτίζεται από τεράστια παράθυρα και μεγάλους πολυέλαιους και είναι επιπλωμένη με γερά ξύλινα τραπέζια, άνετες καρέκλες και μπρούτζινες λάμπες. Σήμερα, είναι επίσης εξοπλισμένη με υπολογιστές που προσφέρουν πρόσβαση στις συλλογές της βιβλιοθήκης και στο Διαδίκτυο, ενώ έχει και εγκαταστάσεις για φορητούς υπολογιστές (laptops). Υπάρχουν ειδικές αίθουσες για αξιόλογους συγγραφείς και σπουδαστές, πολλοί από τους οποίους έχουν κάνει σημαντική έρευνα στην βιβλιοθήκη.

Το κτίριο κηρύχτηκε ως εθνικό ιστορικό ορόσημο το 1965, δηλαδή ως National Historic Landmark, το οποίο σημαίνει πως έχει αναγνωριστεί επισήμως από την κυβέρνηση των ΗΠΑ για την ιστορική του σημασία.

Κατά την διάρκεια των δεκαετιών, το σύστημα της βιβλιοθήκης πρόσθεσε παραρτήματα και οι συλλογές έρευνας επεκτάθηκαν μέχρι που, από την δεκαετία του 1970, ήταν πλέον σαφές πως οι συλλογές τελικά θα ξεπερνούσαν την υπάρχουσα δομή. Στην δεκαετία του 1980, η κεντρική ερευνητική βιβλιοθήκη πρόσθεσε περισσότερο από 12.000 m2 χώρο και χιλιάδες ράφια βιβλίων στην ήδη τεράστια χωρητικότητα αποθήκης, με σκοπό να δημιουργήσει χώρο για μελλοντικά αποκτήματα. Η επέκταση αυτή απαιτούσε ένα σημαντικό κατασκευαστικό έργο, γι’αυτό και το Bryant Park, το πάρκο που βρισκόταν στα δυτικά της βιβλιοθήκης, είχε κλείσει για το κοινό, καθώς είχαν αρχίσει τις ανασκαφές. Οι νέες εγκαταστάσεις της βιβλιοθήκης χτίστηκαν κάτω από το έδαφος, ενώ το πάρκο αποκαταστάθηκε πάνω του.

Στις 17 Ιουλίου του 2007, το κτίριο εκκενώθηκε και η γύρω περιοχή αποκλείστηκε από την αστυνομία της Νέας Υόρκης εξαιτίας ενός ύποπτου δέματος που βρέθηκε στην οδό. Τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν κάτι σοβαρό. Κατά την διάρκεια των τριών δεκαετιών πριν το 2007, το εσωτερικό του κτιρίου ανακαινίστηκε σταδιακά. Στις 20 Δεκεμβρίου 2007, η βιβλιοθήκη ανακοίνωσε ότι θα αναλάμβανε την ανακαίνιση του εξωτερικού μέρους του κτιρίου για τρία χρόνια, το οποίο είχε υποστεί ζημιά από την μόλυνση και την κακοκαιρία και θα κόστιζε 50.000.000 δολάρια.

Η ανακαίνιση ολοκληρώθηκε εγκαίρως, ενώ στις 2 Φεβρουαρίου 2011 η ανακαινισμένη πρόσοψη αποκαλύφθηκε. Το σχέδιο αποκατάστασης επέβλεπαν η Wiss, Janney, Elstner Associates, Inc., τα προηγούμενα έργα της οποίας περιλαμβάνουν τις προσόψεις από ασβεστόλιθο του Metropolitan Museum of Art και το American Museum of Natural History, το οποίο είναι φτιαγμένο από γρανίτη. Αυτές οι ανακαινίσεις ασφαλίστηκαν από την δωρεά 100.000.000 δολαρίων του φιλάνθρωπου Stephen A. Schwarzman, του οποίου το όνομα θα αναγράφεται στο κάτω μέρος των στηλών που πλαισιώνουν τις εισόδους του κτιρίου.

Η Γενική Διεύθυνση Έρευνας (General Research Division) είναι το πιο μεγάλο και το πιο πολυάσχολο τμήμα της βιβλιοθήκης και το κοινό μπορεί να επισκεφτεί το κύριο γραφείο της που βρίσκεται στην αίθουσα Bill Blass Public Catalog Room. Οι αναγνώστες που αναζητούν υλικό μπορούν να αρχίσουν την έρευνά τους στο Catalog Room για να εντοπίσουν βιβλία, περιοδικά και οπτικοακουστικό υλικό. Οι βιβλιοθηκονόμοι βοηθούν τους επισκέπτες να χρησιμοποιήσουν τον Κατάλογο, προτείνουν προσεγγίσεις σε συγκεκριμένες ερευνητικές εργασίες και απαντάνε σε γενικές ερωτήσεις.

Από το Public Catalog Room, οι αναγνώστες εισέρχονται στην αίθουσα Deborah, Jonathan F. P., Samuel Priest, and Adam R. Rose Main Reading Room, όπου μπορούν να ζητήσουν το επιθυμητό υλικό που χρειάζονται.

Το Rose Main Reading Room είναι μία τεράστια δημόσια αίθουσα, όπου οι αναγνώστες μπορούν να μελετήσουν στα μακριά δρύινα τραπέζια της, ενώ φωτίζεται από κομψές μπρούτζινες λάμπες κάτω από υψηλές οροφές, οι οποίες είναι διακοσμημένες με τοιχογραφίες που απεικονίζουν τον ουρανό και πολλά πυκνά σύννεφα. Φωτοτυπικά μηχανήματα είναι διαθέσιμα, όπου οι αναγνώστες μπορούν να βγάλουν έγχρωμες φωτοτυπίες και να σκανάρουν διάφορα έγγραφα. Επίσης, η αίθουσα προσφέρει 31 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ενώ το κοινό μπορεί να χρησιμοποιήσει και φορητούς υπολογιστές, καθώς η βιβλιοθήκη παρέχει και Wi-Fi. Οι επισκέπτες μπορούν να μελετήσουν τις συλλογές της βιβλιοθήκης και να αντλήσουν πληροφορίες από τα λεξικά, τις εγκυκλοπαίδειες, τις βιογραφίες και τους καταλόγους.

Ερευνητικά παραρτήματα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η κεντρική ερευνητική βιβλιοθήκη στην 42η οδό είχε επεκτείνει την χωρητικότητα της, την δεκαετία του 1990 αποφάσισαν να μετακινήσουν το τμήμα που σχετιζόταν με την επιστήμη, την τεχνολογία και τις επιχειρήσεις σε μια νέα τοποθεσία, το B. Altman department store, στην 34η οδό. Το 1995, στην 100ή επέτειο της ίδρυσης της βιβλιοθήκης, η Science, Industry and Business Library (SIBL), η οποία σχεδιάστηκε από τους Gwathmey Siegel and Associates του Manhattan, άνοιξε στο κοινό. Με την δημιουργία της SIBL, η κεντρική ερευνητική βιβλιοθήκη στην 42η οδό μετονομάστηκε σε Humanities and Social Sciences Library (Βιβλιοθήκη Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών).

Σήμερα, υπάρχουν 4 ερευνητικές βιβλιοθήκες που αποτελούν ένα εξαιρετικό σύστημα ερευνητικών βιβλιοθηκών της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης, το οποίο κατέχει περίπου 44.000.000 αντικείμενα. Το σύνολο των αντικειμένων, όπου συμπεριλαμβάνονται και οι συλλογές των παραρτημάτων της βιβλιοθήκης, είναι 50.600.000. Η Humanities and Social Sciences Library στην 42η οδό παραμένει ακόμα η καρδιά του συστήματος της ερευνητικής βιβλιοθήκης της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Παρ’όλα αυτά, η SIBL, με τους 2.000.000 τόμους και τα 60.000 περιοδικά, αναδεικνύεται όλο και περισσότερο στο σύστημα της ερευνητικής βιβλιοθήκης και αποκτά μεγάλη σπουδαιότητα χάρη στις σύγχρονες ηλεκτρονικές εφαρμογές της που είναι διαθέσιμες στο ευρύ κοινό. Η SIBL αποτελεί την μεγαλύτερη δημόσια βιβλιοθήκη του κράτους που αφορά μόνο τις επιστήμες και τις επιχειρήσεις.

Οι άλλες δύο ερευνητικές βιβλιοθήκες της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης είναι η Schomburg Center for Black Research and Culture που βρίσκεται στην 135η οδό και στην Λεωφόρο Lenox στο Harlem και η New York Public Library for the Performing Arts, η οποία βρίσκεται στο Lincoln Center. Μαζί με τις συλλογές τους, η Library for the Performing Arts και η SIBL έχουν και άλλα στοιχεία, τα οποία επιβλέπονται από το σύστημα των παραρτημάτων της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης.[3]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. http://www.nypl.org/
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Τόμος 45, σ. 9
  3. http://www.nypl.org